«3 ημέρες στο Κίεβο του 2015-2ο μέρος» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«3 ημέρες στο Κίεβο του 2015-2ο μέρος»

Λέγαμε, λοιπόν, ότι δύσκολα συζητάς με κάποιον για τον πόλεμο. Επιτρέψτε μου εδώ μια διόρθωση: Δύσκολα συζητάς με κάποιον άντρα για τον πόλεμο. Μας είχε πει, βέβαια, μερικά πράγματα η Γιεβγένια για την υποχρέωση των αντρών να στρατεύονται, αλλά δυο φοιτήτριες των Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Κιέβου, η Καρίνα και η Μαρίνα ήταν πιο συγκεκριμένες και πιο κατηγορηματικές: Όλοι προσπαθούν να αποφύγουν όσο μπορούν και με οποιονδήποτε τρόπο, ευθύ ή πλάγιο, τη στράτευση. Γι’ αυτό και οι άντρες αποφεύγουν να μιλήσουν για τον πόλεμο. Ίσως να σκέφτονται ότι κάποιος μπορεί να τους ρωτήσει «εσύ, γιατί δεν πολεμάς;» Ίσως φανεί «αντιπατριωτικό», αλλά τι να πεις στον νέο που η θητεία του στο μέτωπο δεν λήγει ποτέ;

Η Καρίνα και η Μαρίνα με ονόματα που ακούγονται σαν ντουέτο του βαριετέ, είναι δυο πολύ όμορφες και έξυπνες κοπέλες. Το όνειρό τους; Να φύγουν! Στις ΗΠΑ η Καρίνα, στη Γερμανία η Μαρίνα. Δεν είναι ευχαριστημένες ούτε από την κατάσταση στη χώρα τους, ούτε από τις κυβερνήσεις τους. «Διεφθαρμένοι όλοι ως το κόκκαλο», είπε η Μαρίνα, «ξεγελάνε συνέχεια το λαό ότι δήθεν κάτι κάνουν, και κάθε φορά βρίσκουν ως δικαιολογία  είτε τους ανίκανους προηγούμενους, είτε τον πόλεμο». Δεν ξέρω, αλλά αν δεν άκουγα αυτά τα λόγια στο Κίεβο και αν δεν ήταν η αναφορά στον πόλεμο, θα έλεγα ότι κάτι μου θυμίζουν… Ίσως αν αντί για τη λέξη «πόλεμος» υπήρχαν οι λέξεις «μνημόνια», «δανειστές» ή «θεσμοί» να ήταν πιο έντονη η θύμηση…Ίσως, λέω…

Και ο πόλεμος; «Αν δεν ακούγαμε τα δελτία ειδήσεων, δεν θα ξέραμε ότι γίνεται πόλεμος στη χώρα μας», μας είπε η Μαρίνα. Δεν ξέρω αν εννοούσε τη χώρα ως σύνολο ή μόνο το Κίεβο. Εκεί, πράγματι τίποτα δεν θυμίζει πόλεμο, εκτός, ίσως, από τα πλακάτ που θυμίζουν τους νεκρούς του πολέμου στους περαστικούς από τη λεωφόρο που οδηγεί στην πλατεία Ανεξαρτησίας και από τους μικροπωλητές που πουλούσαν χαρτιά υγείας με τη ρώσικη σημαία και τη φωτογραφία του Πούτιν. «Περιμένουμε από τη Μέρκελ να μας βοηθήσει, αλλά δεν το κάνει για να μην έχει προβλήματα με τον Πούτιν», μας είπε η Μαριάνα.

Η Μαριάνα δουλεύει γραμματέας σε μια επιχείρηση και τραγουδάει πολύ όμορφα. Το διαπιστώσαμε όταν πήγαμε κι εμείς στην πιο διαδεδομένη διασκέδαση του Κιέβου: Το καραόκε. Πάρα πολλά κλαμπ, μπήκαμε κι εμείς σε ένα. Πολιτισμένος χώρος, με μερικά ξεχωριστά διαμερίσματα στα οποία εκ περιτροπής νέες και νέοι ξεδίπλωναν το  – όποιο – ταλέντο τους. Για να πούμε την αλήθεια, οι περισσότεροι θαμώνες τραγουδούσαν πολύ όμορφα. Κι αυτό που μου άρεσε περισσότερο, ήταν ότι προτιμούσαν τα δικά τους τραγούδια περισσότερο από τις ξένες επιτυχίες. Έχετε ακούσει ποτέ ουκρανικά παραδοσιακά τραγούδια; Αν όχι, χάσατε! Είναι υπέροχα και μάλιστα, δοσμένα μέσα από βίντεο όπου αναπαρίσταται η ουκρανική ύπαιθρος και οι παραδοσιακές τους φορεσιές, είναι ένα απολαυστικό μουσικό θέαμα. Ένιωσα σεβασμό για τα νέα αυτά παιδιά που απολάμβαναν τη μουσική και τους ρυθμούς της χώρας τους.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσαμε να βρούμε πολλά εμπορικά. Ακόμα, παρατηρήσαμε ότι από τους κεντρικούς δρόμους του Κιέβου, εκτός από τα εμπορικά λείπουν και οι διαβάσεις πεζών. Μας παραξένεψε πολύ αυτό. Ώσπου το μυστήριο λύθηκε: Οι πεζοί, για να περάσουν από το ένα πεζοδρόμιο μιας μεγάλης οδού στο άλλο, περνάνε κάτω από το δρόμο, μπαίνοντας στις στάσεις του μετρό. Εκεί, εκτός από το μετρό, είναι και πολλοί υπόγειοι δρόμοι που οδηγούν σε διάφορες εξόδους και – μαντέψτε! – εμπορικά καταστήματα! Κάθε είδους. Τρόφιμα, οπτικά, χαρτικά, ρούχα, παπούτσια, καφέ, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, τα πάντα. Κάθε στάση του μετρό στο κέντρο της πόλης είναι ένα εμπορικό κέντρο.

Σε γενικές γραμμές το Κίεβο είναι μια όμορφη πόλη που κουβαλάει την Ιστορία του αλλά και τις πληγές του. Καθημερινή δραστηριότητα υπάρχει, καταστήματα εστίασης υπάρχουν, και μάλιστα δεν κλείνουν από τις δέκα όπως στην Κεντρική Ευρώπη, κίνηση στους δρόμους και στα -υπόγεια- εμπορικά υπάρχει, αλλά υπάρχει και η πικρία του μέσου κατοίκου του Κιέβου για την κατάντια της χώρας του. Είναι αλήθεια ότι δεν βρήκαμε κάποιον να μας πει ότι είναι έστω ικανοποιημένος από τη γενική κατάσταση.

Το ταξίδι μας έφτανε στο τέλος του. Την τελευταία βραδιά καθίσαμε στο «Χινκάλι», ένα κοζάκικο εστιατόριο στην αρχή της Σιότα Ροσταβέλι. Δοκιμάσαμε τα φαγητά τους. Οι πίτες και τα shashlyk (σουβλάκια) έχουν αρκετή γευστική συγγένεια με τα δικά μας – βαλκανικές και σλαβικές επιρροές, να υποθέσω; μπορεί… – οι σούπες μπορς πολύ τονωτικές, τα ξένα κρασιά πολύ ακριβά και τα ουκρανικά – σαν αυτό που ήπιαμε – πολύ ωραία! Και ειδικά αυτά της Κριμαίας. Ίσως γι’ αυτό να γίνεται όλο αυτό το κακό. Τόπος που παράγει τέτοιο κρασί δεν μπορεί παρά να είναι ευλογημένος. Και δυστυχώς, τέτοιοι τόποι τραβάνε τα κοράκια του πολέμου και ξυπνάνε «εθνικά ιδεώδη» και «εθνικούς λυτρωμούς» για τους αφελείς μελλοθάνατους.

Γυρίσαμε στην Αθήνα ευχαριστημένοι. Τουριστικά αξιοθέατα υπάρχουν, και πολλά μάλιστα, αλλά αυτά μπορεί να τα βρει κάποιος σε οποιονδήποτε τουριστικό οδηγό, οπότε θεώρησα άσκοπο να αναφερθώ σ’ αυτά. Προτίμησα να δω το Κίεβο μέσα από τους κατοίκους του και από την καθημερινή του ζωή, όση, τέλος πάντων, προλαβαίνει να δει ένας τουρίστας σε 3 ημέρες. Κι αυτό, ήταν ένα πολύ ωραίο ταξίδι.

Δείτε ακόμα: «3 ημέρες στο Κίεβο του 2015 – 1ο μέρος»