«3 ημέρες στο Κίεβο του 2015 - 1ο μέρος» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«3 ημέρες στο Κίεβο του 2015 – 1ο μέρος»

Όταν προγραμματίστηκε αυτό το ταξίδι στο Κίεβο, σκέφτηκα αμέσως να γράψω για το schooltime,gr τις εντυπώσεις μου από την πρωτεύουσα μιας ευρωπαϊκής χώρας που είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Και μάλιστα, με μια χώρα της οποίας μέχρι πριν 20-25 περίπου χρόνια ήταν αναπόσπαστο κομμάτι. Και χρησιμοποιώ παρελθόντα χρόνο μόνο για το πολιτικό κομμάτι. Κι αυτό επειδή πολιτισμικά και γλωσσικά είναι ακόμα κάτω από τη βαθιά επιρροή της Ρωσίας. Η κοινή πορεία των λαών αυτών μέσα στους αιώνες δεν μπορεί να ξεχαστεί τόσο εύκολα.

Φτάσαμε, λοιπόν, στην πρωτεύουσα της Ουκρανίας την Παρασκευή το πρωί. Ο τελωνειακός έλεγχος προσεκτικός αλλά διακριτικός. Ίσως βοηθούσε και το διαβατήριο της Ε.Ε. Το αυτοκίνητο που μας παρέλαβε μας οδήγησε στο πρακτορείο όπου είχαμε κλείσει τα διαμερίσματα για τη διαμονή μας. Κατά τη διαδρομή είδα τα πρώτα κοινά σημεία με την Ελλάδα: Εικονίτσες ορθόδοξων αγίων στο ταμπλό, ο ταξιτζής με το ένα χέρι οδηγούσε και με το άλλο κρατούσε το κινητό, σφήνες, κορναρίσματα, μποτιλιάρισμα.

Στο γραφείο παραλάβαμε τα κλειδιά από τα διαμερίσματα. Θα μπαίναμε όμως μέσα μετά τις 2, και η ώρα δεν είχε πάει ακόμα 10. Έτσι, αποφασίσαμε, αφού κάναμε τα πρώτα αναγκαία (συνάλλαγμα, κάρτες ουκρανικής κινητής τηλεφωνίας) να ανιχνεύσουμε τη γύρω περιοχή.

Το Κίεβο που βλέπαμε δεν έδειχνε για κάποια λαμπερή, ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Δεν υπήρχαν πολλά εμπορικά καταστήματα, κι αυτό μας παραξένεψε. Αργότερα, καταλάβαμε το γιατί. Πρώτη μας επίσκεψη το «Αρένα Σίτυ» και πρώτη γνωριμία η Ταϊσια.

Το «Αρένα Σίτυ» είναι όπως το λέει η λέξη: Αρένα. Ένα τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα χτισμένο σε δυο διαζώματα. Οι «κερκίδες» αποτελούνται από καταστήματα εστίασης κάθε είδους. Όπως και κάθε είδος προσφέρεται εκεί. Καφές, τσάι, φαγητό ή ποτό μπορούν να σερβιριστούν από το κάθε κατάστημα. Αυτό, το να σερβίρεται, δηλαδή, ολόκληρη η γκάμα ενός καταστήματος εστίασης είναι, απ’ όσο είδα αργότερα, κάτι πολύ συνηθισμένο στο Κίεβο. Το κέντρο της αρένας δεν είναι παρά μια πλατεία. Όχι, μονομαχίες δεν γίνονται εκεί. Οι «θεατές» κάθονται απλώς στις «κερκίδες» που συναποτελούν τα πολυάριθμα καφέ-εστιατόρια-μπαρ. Δυνατή μουσική, πολύς κόσμος, συνθέτουν ένα πολύχρωμο τοπίο.

Η Ταϊσια είναι ένας από τους «μονομάχους» του «Αρένα Σίτυ». Μας πλησίασε μόλις καθίσαμε να πιούμε έναν καφέ. Ξεπεσμένη ομορφιά, αλλά πάντα ωραία. Προκλητική αλλά όχι χυδαία. Η πρόκληση δεν ήταν στο σώμα της ή στο ντύσιμό της, αλλά στον τρόπο που μιλούσε και κοιτούσε. Μου θύμισε, εν πολλοίς, τις κονσοματρίς των νυχτερινών μπαρ και τον τρόπο που διπλαρώνουν τους πελάτες. Χαμόγελα όλο υπονοούμενα, πιασίματα χεριών, υποσχέσεις για «ξενάγηση», για ένα «αξέχαστο διήμερο», μέχρι και την παλάμη μας διάβασε για να μας πει το μέλλον μας. Και, φυσικά, το απαραίτητο ποτό – κέρασμα. Ένα πολύ δυνατό αλκοολούχο παρασκεύασμα που έκαιγε το στομάχι. Δεν μπόρεσα να το πιω. Ήπιε και το δικό μου. Απ’ ό,τι είπε, ήταν άυπνη και απ’ ό,τι καταλάβαμε ήταν πιωμένη.

Κάποια στιγμή την αφήσαμε και φύγαμε. Δεν την ξαναείδαμε. Ακόμα και τώρα, λίγες μέρες μετά, δεν μπόρεσα να ξεκαθαρίσω μέσα μου τι ακριβώς ήταν. Επαγγελματίας του έρωτα; Μάλλον απίθανο. Δεν έδειξε τέτοια σημάδια. Μόνη; Το πιο πιθανό. Πάντως ήταν φανερό ότι ήταν μια γυναίκα τσακισμένη που προσπαθούσε απεγνωσμένα να διατηρήσει την ξεθωριασμένη λάμψη της βαμπ. Ίσως μια φτωχοδιαβόλισσα που ήθελε να εξασφαλίσει το επόμενο ποτό της και, πιθανώς, μια – δυο μέρες καλοπέρασης. Θα τη θυμάμαι με συμπάθεια για δυο πράγματα: Αφενός γιατί μου έδωσε την ιδέα να μιλήσω με ανθρώπους της καθημερινής ζωής του Κιέβου και αφετέρου, και σημαντικότερο, για ένα μάθημα αξιοπρέπειας που μας δίδαξε: Όταν θέλαμε να πληρώσουμε, θέλαμε να αφήσουμε και κάποιο φιλοδώρημα. Όμως, επειδή το φιλοδώρημα που είχαμε σκοπό να αφήσουμε ήταν πολύ χαμηλό, προσπάθησε με κάθε τρόπο -έως σημείο παρεξηγήσεως -να μας αποτρέψει από αυτό. Και είχε δίκιο. Ήταν προσβολή για τους εργαζόμενους και πλήγμα για τη δική μας αξιοπρέπεια. Είχαμε αφήσει αρχικά δέκα γκρίβνα (το τοπικό νομισμα: 1 ευρώ ίσον περίπου 25 γκρίβνα), δηλαδή περίπου 40 λεπτά… Είχαμε ήδη απομακρυνθεί από το μαγαζί όταν γυρίσαμε πίσω και αφήσαμε στον ευγενικό νεαρό σερβιτόρο άλλα 50 γκρίβνα, ζητώντας του συγγνώμη επειδή δεν ξέραμε ακόμα την αξία του νομίσματός τους. Έτσι είπαμε… Μας χαμογέλασε ευγενικά και μας ευχαρίστησε. Μας πίστεψε; Δεν το ξέρω. Ελπίζω ναι…

Τα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα είναι μια συνηθισμένη πρακτική και στο Κίεβο. Ανακαινισμένα και πολύ κομψά δυάρια, τριάρια ή γκαρσονιέρες, ανάλογα με τις ανάγκες του ταξιδιώτη, προσφέρουν αυτονομία και ησυχία. Πλήρως εξοπλισμένα και άνετα, κοστίζουν περίπου 30-40 € τη βραδιά. Μια πολύ καλή λύση, οπωσδήποτε. Τα δικά μας ήταν απέναντι από το στάδιο «Ολυμπίσκι», την έδρα της θρυλικής Δυναμό Κιέβου. Δεν απέφυγα τον πειρασμό να επισκεφτώ το γήπεδο και να πάρω μαζί μου αναμνηστικά λάβαρα και κασκόλ της αγαπημένης των εφηβικών μου χρόνων.

Βγήκαμε για τον απαραίτητο αναγνωριστικό περίπατο στους δρόμους της πόλης. Καθημερινός κόσμος, με ζητιάνους – κυρίως γριές γυναίκες – σε μερικές γωνίες, με ανθρώπους σαν αυτούς που μπορεί κάποιος να συναντήσει σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Είδαμε, φυσικά, και ορισμένες χαρακτηριστικές φιγούρες – κυρίως άντρες – ντυμένες με κάποιες τοπικές ενδυμασίες, είδαμε και ορισμένους φιγουρατζήδες που τρέχανε με τα ακριβά αμάξια τους στις λεωφόρους, αλλά αυτά ήταν η εξαίρεση. Εκείνο όμως που ήταν κανόνας, ήταν οι γυναίκες. Είναι αλήθεια αυτό που λένε για την ομορφιά των Ουκρανίδων. Ψηλές, ωραίες γυναίκες, περιποιημένες και άνετες, δεν ξινίζουν τα μούτρα όταν τις χαιρετάς στο δρόμο, δεν δείχνουν προσβεβλημένες όταν ένας άντρας τους κάνει ένα κομπλιμέντο για την ομορφιά τους, δεν σουφρώνουν τη μύτη απαξιωτικά όταν συστήνεσαι. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αναζητάνε εύκολα ερωτικούς συντρόφους. Οι Ουκρανίδες γυναίκες είναι όμορφες, άνετες στην επικοινωνία τους αλλά και υπερήφανες. Ξέρουν να κρατήσουν στάση και απόσταση. Επίσης, είναι πολύ περισσότερες από τους άνδρες. Είδαμε μια αναλογία τριών γυναικών προς έναν άνδρα περίπου. Την απορία μας την έλυσε η Γεβγένια.

«Οι πιο πολλοί άντρες είναι στον πόλεμο», μας εξήγησε από το διπλανό τραπέζι όπου είχαμε καθίσει να δειπνήσουμε. Ο πόλεμος είναι ένα δύσκολο θέμα για να πιάσεις συζήτηση στο Κίεβο. Οι άντρες δεν θέλουν να μιλήσουν γι’ αυτό. Όπως ο Μαξ, που είναι υπαίθριος μουσικός. «Δύσκολη η ζωή», μας είπε, αλλά όταν ρωτήσαμε για τον πόλεμο ξέχασε τα αγγλικά του.

Το ίδιο γρήγορα τα ξέχασε και ο Λαζάρ. Αυτός είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση που αξίζει να αναφερθεί χωριστά: Καθώς βάδιζα ένα απόγευμα κάπου στη Σιότα Ρουσταβέλι, με πλησίασε ένας νεαρός, αδύνατος και κουρεμένος Ουκρανός και κάτι μου είπε στη γλώσσα του (ουκρανικά; ρώσικα; δεν ξέρω, δεν έχουν ακόμα κι αυτοί αποφασίσει ποια είναι η γλώσσα τους). Του απάντησα αγγλικά «δεν καταλαβαίνω» και μου ξαναμίλησε, στα αγγλικά αυτή τη φορά: «Με συγχωρείτε, έχω να φάω απ’ το πρωί, πεινάω. Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;». Έγνεψα αρνητικά και κίνησα να φύγω. «Δεν πειράζει. Καλή τύχη» μου είπε και γύρισε απογοητευμένος στη θέση του, πάνω σ’ ένα πεζούλι. Μετάνιωσα αμέσως. Γύρισα και τον παρατήρησα. Ένα καθαρό παιδί, χωρίς κουρέλια, χωρίς εκείνο το χαρακτηριστικό ύφος του ζητιάνου που σε καλεί να τον λυπηθείς, αλλά με το αξιοπρεπές βλέμμα του ικέτη που ζητάει βοήθεια. Ιερό το βλέμμα του ικέτη για έναν Έλληνα, με έκανε και ντράπηκα. Επέστρεψα κοντά του και του έδωσα 20 γκρίβνα. Με ευχαρίστησε με ένα θλιμμένο χαμόγελο τσακισμένης περηφάνειας. Απομακρύνθηκα λίγα μέτρα. Ξαναγύρισα. Έβγαλα 150 γκρίβνα, αυτή τη φορά. Γύρω 6 ευρώ. Θα του έφταναν είτε για ένα καλό γεύμα, είτε για δυο-τριών ημερών τρόφιμα. Του τα έδωσα. Το βλέμμα του άστραψε. Όχι από απληστία. Όχι. Από έκπληξη μάλλον. Έκπληξη και χαρά. Δεν το περίμενε, σίγουρα, από τον στριμμένο τουρίστα που του είχε γυρίσει αρχικά την πλάτη. «Πάρε», του είπα, «θα ήθελα όμως να μου πεις λίγα λόγια». Μου είπε. Εκείνη την ημέρα είχε χάσει τη δουλειά του. Ήταν οδηγός, είχε ένα ατύχημα, και τον απέλυσαν. Δεν είχε ούτε να φάει. Τον ρώτησα για τον πόλεμο. Όπως και ο Μαξ, ξέχασε τα αγγλικά του. Κατάλαβα ότι ανυπομονούσε να τελειώσει η συζήτηση. Τον χαιρέτησα, με αντιχαιρέτησε ευγενικά και έφυγα. Απομακρύνθηκα γύρω στα δέκα μέτρα και γύρισα το κεφάλι μου να τον δω. Έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Να βρει κάτι να φάει, επιτέλους; Το πιο πιθανό… Αυτός ήταν ο Λαζάρ, ένας άνθρωπος του Κιέβου που μου θύμισε τον ήρωα της «Πείνας» του Κνουτ Χάμσουν. Λιμοκτονούσε, αλλά ήταν υπερήφανος. Δεν ζητιάνευε.