«Πώς είναι το σωστό; Μέρος 2ο εγκύπτω - ενσκήπτω» του Άρη Ιωαννίδη«Πώς είναι το σωστό; Μέρος 2ο: εγκύπτω – ενσκήπτω»

Μεγάλο μπέρδεμα με τα δύο αυτά ρήματα. Πολλοί τα συγχέουν, λόγω της ομοηχίας τους, μολονότι μεταξύ τους δε διακρίνουμε καμία σημασιολογική ούτε καν ετυμολογική συγγένεια. Μάλιστα πολύ συχνά βλέπουμε και τον τύπο «ενσκύπτω» ως «μείξη» των προηγούμενων ρηματικών τύπων. Ας δούμε, λοιπόν, τι ισχύει.

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

ΛΚΝ: Ρ αόρ. ενέκυψα, απαρέμφ. Εγκύψει: (λόγ.) – σε κτ. , εξετάζω, μελετώ κτ. Με πολλή αγάπη και προθυμία, με πολύ ζήλο: Από νεαρή ηλικία ενέκυψε στην πλατωνική φιλοσοφία. Η επιτροπή θα εγκύψει στα προβλήματα. [λογ. < αρχ. Εγκύπτω, σκύβω και κοιτάζω μέσα]

Εγκύπτω: ρ. αμετ. σκύβω πάνω, εξετάζω κάτι προσεκτικά , καταγίγνομαι συστηματικά με κάτι και με ζήλο (σκύβω < αρχ. Κύπτω), π.χ. Το κράτος οφείλει να εγκύψει στο συγκεκριμένο θέμα / πρόβλημα …

ΛΚΝ:ενσκήπτω [enskípto] Ρ αόρ. ενέσκηψα, απαρέμφ. ενσκήψει : (λόγ.) για κακό που έρχεται, που εκδηλώνεται, που εμφανίζεται κτλ. ορμητικά και απροσδόκητα: Ενέσκηψε θύελλα / κακοκαιρία· (πρβ. ξεσπώ). Ενέσκηψε επιδημία χολέρας. [λόγ. < αρχ. ἐνσκήπτω]

Ενσκήπτω: πλήττω ξαφνικά και με ορμή, επιτίθεμαι με σφοδρότητα (αρχ. Ενσκήπτω, πρβλ. σκήπτρο), π.χ. ενέσκηψε λοιμός / τυφώνας / κακοκαιρία / θεομηνία…