«Πινδάρου Πυθιόνικοι, επιλογή»  εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ελευθερία Μπέλμπα«Πινδάρου Πυθιόνικοι, επιλογή»

horizontal-bar-posts-small
Ελευθερία Μπέλμπα Γράφει η Ελευθερία Μπέλμπα
horizontal-bar-posts-small

Ο Πίνδαρος, ποιητής της χορικής ποίησης, γεννήθηκε στην πόλη Κυνός Κεφαλαί (522 ή 518). Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐφαντος και η μητέρα του Λαοδίκη. Ένας αδελφός του ονομαζόταν Ερμότιμος. Μαθήτευσε στη μουσική κοντά στο θείο του τον Σκοπελίνο κοντά στον Αθηνοκλή και τον Απολλόδωρο. Έλαβε σημαντική παιδεία, έκανε πολλά ταξίδια (στην Ρόδο, Τένεδο, Κόρινθο, Κυρήνη, Ακράγαντα, Συρακούσες). Συμμετείχε στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες, συνέδραμε στη μεταφορά των αθλητών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, συνόδευε τη νικητήρια πομπή υποδοχής τους ως νικητών.

Κείμενά του συγκαταλέγονται σε όλα τα είδη της λυρικής ποίησης που καταγράφηκαν από τους λόγιους της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Έγραψε ύμνους (προς τιμή των θεών), παιάνες (προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (άσματα που θεωρούνταν μέρος των λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (συνθέσεις ικεσίας ή ευχαριστίας, στην πομπή προς κάποιο ιερό), παρθένια (εκτελούσε χορός κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με ορχηστικά χαρακτηριστικά), εγκώμια (με δοξαστικό περιεχόμενο), θρήνους (επιτάφια άσματα). Στις επινίκιες ωδές προείχε η νίκη στους πανελλήνιους αγώνες˙ διασώθηκαν 14 επινίκια σε ολυμπιονίκες, 12 σε πυθιονίκες, 11 σε νεμεονίκες, 8 σε ισθμιονίκες (εντοπίζονται και άλλες ωδές γνωστές από χωρία ή σπαράγματα παπύρων) και αποσπάσματα από παιάνες, διθυράμβους, παρθένια, εγκώμια.

Παρατηρούνται στα ποιήματα του Πινδάρου όμοιες μετρικά στροφές ή συνδυασμοί στροφής, αντιστροφής και επωδού, γενικότερα η αρμονία. Συνήθης αφετηρία τους η επίκληση στις μούσες ή σε έναν θεό και συνακόλουθα η παράθεση στοιχείων όσον αφορά την ταυτότητα του νικητή (οικογένεια, καταγωγή, νίκες). Μάλιστα την αφήγηση συνοδεύει η μυθική εξήγηση της ικανότητάς του (χωρίς λεπτομέρειες περιγραφής των αγώνων) και τέλος διατυπώνει ηθικά αποφθέγματα που λειτουργούν ως προτροπή για μίμηση. Στην ποίησή του κυριαρχεί το δωρικό στοιχείο, η αριστοκρατική ηθική και η ηθική ανύψωση του ατόμου φορέα της αρετής. Η ανθρώπινη ζωή κατευθύνεται από τη θεία βούληση, τους άγραφους αιώνιους νόμους, παραμερίζοντας την αλαζονεία. Από τις αρετές προκρίνεται ο σεβασμός, η οσιότητα, η σύνεση, η δικαιοσύνη. Το άτομο υποταγμένο στους θεσμούς, τι παραδόσεις, τα θρησκευτικά, πολιτικά ιδεώδη μπορεί να βιώνει με σωφροσύνη.

*  *  *

Πύθιον V

Ο 5ος (όπως και ο 4ος) Πυθιόνικος του Πινδάρου αφορά τον Αρκεσίλαο, νικητή της αρματοδρομίας το 462 π.Χ. Η εκτέλεση αυτής της ωδής έγινε στο ύπαιθρο, όταν ο ηνίοχος έφερε πίσω τα άλογα που νίκησαν στους Δελφούς. Στο ποίημα δεν αναλύεται κάποιος μύθος, απαρτίζεται από ευχές, επιδοκιμασίες, επαίνους για το νικητή σε μια διαδοχή σημασιών.

Ο Αρκεσίλαος παρουσιάζεται ευνοημένος από τους θεούς, με προνόμια τον πλούτο, την καλή φήμη, την ανδρεία, κυρίως την ύστατη νίκη του στα Πύθια. Σημαντική ήταν η συνδρομή του ηνιόχου του, συγγενή και φίλου. Ο Κάρρωτος άφησε στους Δελφούς ως ανάθημα το άρμα, γύρισε στην Κυρήνη με τα άλογα. Ο ποιητής εξυμνεί την ευδαιμονία του προγόνου Αρκεσίλα Βάττου ή Αριστοτέλη (παλιού οικιστή της Κυρήνης)˙ η ευδαιμονία αποτελεί κληροδότημα και τις τους απογόνους του (παρόλες τις αντιξοότητες).

Ο Απόλλων θεωρούνταν προστάτης των Βαττιδών. Με μια αναδρομή στο παρελθόν επισημαίνεται η κάθοδος από τα ορεινά των απογόνων του Αιγιμιού και του Ηρακλή που εγκαταστάθηκαν στη Λακεδαίμονα, το Άργος και την Πύλο (κάθοδος των Δωριέων και αποικισμός της Θήρας). Αποικία των Θηρέων η Κυρήνη όπου ίσχυε το έθιμο των ερανικών θυσιών στη γιορτή του Καρνείου Απόλλωνα. Στο παρελθόν είχαν εγκατασταθεί Τρωαδίτες (εξαιτίας της καταστροφής του τόπου τους).    

[κείμενο]

V. ΑΡΚΕΣΙΛᾼ ΚΥΡΗΝΑΙῼ, ΑΡΜΑΤΙ

ὁ πλοῦτος εὐρυσθενής,
ὅταν τις ἀρετᾷ κεκραμένον καθαρᾷ
βροτήσιος ἀνὴρ πότμου παραδόντος, αὐτὸν ἀνάγῃ
πολύφιλον ἑπέταν.
ὦ θεόμορ’ Ἀρκεσίλα,
σύ τοί νιν κλυτᾶς
αἰῶνος ἀκρᾶν βαθμίδων ἄπο
σὺν εὐδοξίᾳ μετανίσεαι
ἕκατι χρυσαρμάτου Κάστορος˙
εὐδίαν ὃς μετὰ χειμέριον ὄμβρον τεὰν
καταιθύσσει μάκαιραν ἑστίαν.

σοφοὶ δέ τοι κάλλιον
φέροντι καὶ τὰν θεόσδοτον δύναμιν.
σὲ δ’ ἐρχόμενον ἐν δίκᾳ πολὺς ὄλβος ἀμφινέμεται˙
τὸ μέν, ὅτι βασιλεὺς
ἐσσὶ μεγαλᾶν πολίων,
ἔχει συγγενὴς
ὀφθαλμὸς αἰδοιότατον γέρας
τεᾷ τοῦτο μιγνύμενον φρενί:
μάκαρ δὲ καὶ νῦν, κλεεννᾶς ὅτι
εὖχος ἤδη παρὰ Πυθιάδος ἵπποις ἑλὼν
δέδεξαι τόνδε κῶμον ἀνέρων,

Ἀπολλώνιον ἄθυρμα. τῷ σε μὴ λαθέτω
Κυράνας γλυκὺν ἀμφὶ κᾶπον Ἀφροδίτας ἀειδόμενον,
παντὶ μὲν θεὸν αἴτιον ὑπερτιθέμεν˙
φιλεῖν δὲ Κάῤῥωτον ἔξοχ’ ἑταίρων˙
ὃς οὐ τὰν Ἐπιμαθέος ἄγων
ὀψινόου θυγατέρα Πρόφασιν, Βαττιδᾶν
ἀφίκετο δόμους θεμισκρεόντων˙
ἀλλ’ ἀρισθάρματον
ὕδατι Κασταλίας ξενωθεὶς γέρας ἀμφέβαλε τεαῖσιν κόμαις,

ἀκηράτοις ἁνίαις
ποδαρκέων δωδεκάδρομον τέμενος.
κατέκλασε γὰρ ἐντέων σθένος οὐδέν˙ ἀλλὰ κρέμαται,
ὁπόσα χεριαρᾶν
τεκτόνων δαίδαλ’ ἄγων
Κρισαῖον λόφον
ἄμειψεν ἐν κοιλόπεδον νάπος
θεοῦ: τό σφ’ ἔχει κυπαρίσσινον
μέλαθρον ἀμφ’ ἀνδριάντι σχεδόν,
Κρῆτες ὃν τοξοφόροι τέγεϊ Παρνασσίῳ
καθέσσαντο μονόδροπον φυτόν.
ἑκόντι τοίνυν πρέπει
νόῳ τὸν εὐεργέταν ὑπαντιάσαι.
Ἀλεξιβιάδα, σὲ δ’ ἠύ̈κομοι φλέγοντι Χάριτες.
μακάριος, ὃς ἔχεις
καὶ πεδὰ μέγαν κάματον
λόγων φερτάτων
μναμήϊ’: ἐν τεσσαράκοντα γὰρ
πετόντεσσιν ἁνιόχοις ὅλον
δίφρον κομίξαις ἀταρβεῖ φρενί,
ἦλθες ἤδη Λιβύας πεδίον ἐξ ἀγλαῶν
ἀέθλων καὶ πατρωΐαν πόλιν.
πόνων δ’ οὔ τις ἀπόκλαρός ἐστιν οὔτ’ ἔσεται˙
ὁ Βάττου δ’ ἕπεται παλαιὸς ὄλβος ἔμπαν τὰ καὶ τὰ νέμων,
πύργος ἄστεος ὄμμα τε φαεννότατον
ξένοισι. κεῖνόν γε καὶ βαρύκομποι
λέοντες περὶ δείματι φύγον,
γλῶσσαν ἐπεί σφιν ἀπένεικεν ὑπερποντίαν:
ὁ δ’ ἀρχαγέτας ἔδωκ’ Ἀπόλλων
θῆρας αἰνῷ φόβῳ,
ὄφρα μὴ ταμίᾳ Κυράνας ἀτελὴς γένοιτο μαντεύμασιν.
ὃ καὶ βαρειᾶν νόσων
ἀκέσματ’ ἄνδρεσσι καὶ γυναιξὶ νέμει,
πόρεν τε κίθαριν, δίδωσί τε Μοῖσαν οἷς ἂν ἐθέλῃ,
ἀπόλεμον ἀγαγὼν
ἐς πραπίδας εὐνομίαν,
μυχόν τ’ ἀμφέπει
μαντήϊον: τῷ [καὶ] Λακεδαίμονι
ἐν Ἄργει τε καὶ ζαθέᾳ Πύλῳ
ἔνασσεν ἀλκάεντας Ἡρακλέος
ἐκγόνους Αἰγιμιοῦ τε. τὸ δ’ ἐμὸν γαρύειν
ἀπὸ Σπάρτας ἐπήρατον κλέος˙
ὅθεν γεγενναμένοι
ἵκοντο Θήρανδε φῶτες Αἰγεΐδαι,
ἐμοὶ πατέρες, οὐ θεῶν ἄτερ, ἀλλὰ μοῖρά τις ἄγεν˙
πολύθυτον ἔρανον
ἔνθεν ἀναδεξάμενοι,
Ἄπολλον, τεᾷ,
Καρνήϊ’, ἐν δαιτὶ σεβίζομεν
Κυράνας ἀγακτιμέναν πόλιν˙
ἔχοντι τὰν χαλκοχάρμαι ξένοι
Τρῶες Ἀντανορίδαι. σὺν Ἑλένᾳ γὰρ μόλον,
καπνωθεῖσαν πάτραν ἐπεὶ ἴδον
ἐν Ἄρει. τὸ δ’ ἐλάσιππον ἔθνος ἐνδυκέως
δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες οἰχνέοντές σφε δωροφόροι,
τοὺς Ἀριστοτέλης ἄγαγε, ναυσὶ θοαῖς
ἁλὸς βαθεῖαν κέλευθον ἀνοίγων.
κτίσεν δ’ ἄλσεα μείζονα θεῶν,
εὐθύτομόν τε κατέθηκεν Ἀπολλωνίαις
ἀλεξιμβρότοις πεδιάδα πομπαῖς
ἔμμεν ἱππόκροτον
σκυρωτὰν ὁδόν, ἔνθα πρυμνοῖς ἀγορᾶς ἔπι δίχα κεῖται θανών.
μάκαρ μὲν ἀνδρῶν μέτα
ἔναιεν, ἥρως δ’ ἔπειτα λαοσεβής.
ἄτερθε δὲ πρὸ δωμάτων ἕτεροι λαχόντες Ἀΐδαν
βασιλέες ἱεροὶ
ἐντί, μεγάλαν δ’ ἀρετὰν
δρόσῳ μαλθακᾷ
ῥανθεῖσαν κώμων ὑπὸ χεύμασιν,
ἀκούοντί που χθονίᾳ φρενί,
σφὸν ὄλβον υἱῷ τε κοινὰν χάριν
ἔνδικόν τ’ Ἀρκεσίλᾳ. τὸν ἐν ἀοιδᾷ νέων
πρέπει χρυσάορα Φοῖβον ἀπύειν,
ἔχοντα Πυθωνόθεν
τὸ καλλίνικον λυτήριον δαπανᾶν
μέλος χαρίεν. ἄνδρα κεῖνον ἐπαινέοντι συνετοί.
λεγόμενον ἐρέω˙
κρέσσονα μὲν ἁλικίας
νόον φέρβεται
γλῶσσάν τε: θάρσος δὲ τανύπτερος
ἐν ὄρνιξιν αἰετὸς ἔπλετο˙
ἀγωνίας δ’, ἕρκος οἷον, σθένος:
ἔν τε Μοίσαισι ποτανὸς ἀπὸ ματρὸς φίλας,
πέφανταί θ’ ἁρματηλάτας σοφός˙
ὅσαι τ’ εἰσὶν ἐπιχωρίων καλῶν ἔσοδοι,
τετόλμακε. θεός τέ οἱ τὸ νῦν τε πρόφρων τελεῖ δύνασιν,
καὶ τὸ λοιπὸν <ὁμοῖα>, Κρονίδαι μάκαρες,
διδοῖτ’ ἐπ’ ἔργοισιν ἀμφί τε βουλαῖς
ἔχειν, μὴ φθινοπωρὶς ἀνέμων
χειμερία κατὰ πνοὰ δαμαλίζοι χρόνον.
Διός τοι νόος μέγας κυβερνᾷ
δαίμον’ ἀνδρῶν φίλων.
εὔχομαί νιν Ὀλυμπίᾳ τοῦτο
δόμεν γέρας ἔπι Βάττου γένει.

[μετάφραση]

V. ΑΡΚΕΣΙΛᾼ ΚΥΡΗΝΑΙῼ, ΑΡΜΑΤΙ

Ισχυρός ο πλούτος,

Όταν κανείς θνητός τον συνδυάζει  με τη γνήσια αρετή

που απ’ την μπόρα του θα τον λάβει

ακόλουθο με πολλούς φίλους.

Αρκεσίλα, που οι θεοί καθορίζουν τη μοίρα σου,

εσύ απ’ την άκρη της σκάλας

της φημισμένης ζωής σου

προχωράς με τον πλούτο

για χάρη του Κάστορα με το χρυσό άρμα·

που μετά τη χειμωνιάτικη μπόρα

θα κινηθεί προς το καλότυχο σπίτι σου.

Οι σοφοί βέβαια καλύτερα

δέχονται και τη δύναμη που παρέχουν οι θεοί.

Και σε σένα που πηγαίνεις με το δίκαιο πολλή καλοτυχία

σε καλύπτει γύρω·

αφενός επειδή είσαι βασιλιάς·

σε μεγάλες πολιτείες

το αξίωμα έχεις από τους προγόνους

φανερό έπαθλο πολύ σεβαστό

αυτό που συνδυάζεται με το μυαλό σου·

όμως και τώρα καινούρια καλοτυχία ότι

απ’ την ένδοξη Πυθιάδα ήδη φέρνουν τα άλογα

αυτή την ερχόμενη υπερίσχυση δέχεσαι

την αντρική αιώνια νίκη δώρο του Απόλλωνα· μην ξεχνάς,

καθώς σε υμνούν στην Κυρήνη στο γλυκό

κήπο της Αφροδίτης

ότι ο θεός είναι υπαίτιος βέβαια όλων όσων παρουσιάζονται,

όμως τον Κάρρωτο ν’ αγαπάς περισσότερο από τους φίλους·

αυτός που οδηγώντας του Επιμηθέα, που

σκέφτεται αργά, την κόρη, την Πρόφαση

δεν έφτασε στο παλάτι των Βαττιδών

που φρουρείται απ’ τους θεούς·

αλλά απ’ τον αγώνα των αρμάτων

στα νερά της Κασταλίας, αφού τον δέχτηκε ως ξένος

με έπαθλο στόλισε τα μαλλιά σου

με ανθεκτικά χαλινάρια

στους δώδεκα γύρους του αγώνα δρόμου οδηγώντας.

Γιατί δεν πείραξε τίποτα απ’ τη δυνατή αρματωσιά του·

αλλά πόσα κρέμονται τάματα χειροτεχνήματα κομψά

μαστόρων φέρνοντας στον Κρισαίο λόφο

τα πήγε στην κοιλάδα του θεού τη βαθουλωτή·

στην κυπαρισσένια εστία

κοντά στο άγαλμα

που οι Κρήτες τοξοφόροι στου Παρνασσού

τη στέγη μονοκόμματο έστησαν δέντρο.

Λοιπόν πρέπει με τη θέλησή σου

να υποδεχτείς τον ευεργέτη με την καρδιά σου.

Γιε του Αλεξίβιου, σε σένα φέγγουν οι φλόγες οι Χάριτες.

Ευτυχή, που έχεις

και για το μεγάλο αγώνα σου

έπαινο υψηλό ως ενθύμιο·

γιατί σε σαράντα αρματηλάτες

που έπεσαν ακέραιο

το άρμα σου μετέφερες με ξεκάθαρο νου,

ήρθες ήδη στης Λιβύας την πεδιάδα

από τα υψηλά άθλα και στην προγονική πόλη.

Βέβαια απ’ τους κόπους δεν υπάρχει κάποιος

αλώβητος ούτε θα υπάρξει·

όμως η καλοτυχία του Βάττου

από παλιά ακολουθεί μοιράζοντας

αυτά και τα άλλα ολοένα,

πύργος της πόλης και πολύ λαμπρό βλέμμα

για τους ξένους. Βέβαια μπρος σ’ εκείνον και

τα περήφανα λιοντάρια

έφυγαν από δειλία,

όταν ο λόγος του πέρα απ’ τη θάλασσα

απλώθηκε·

κι ο Απόλλων έδωσε

το φόβο στ’ άγρια θηράματα

να μην αποβεί για της Κυρήνης τον αφέντη

ανώφελη η μαντεία.

Σε βαριές νόσους θεραπείες

μοιράζει σε άντρες και γυναίκες

και προσφέρει την κιθάρα και δίνει η Μούσα σ’ όποιον θέλει

αφού φέρνει την απέχθεια του πολέμου

στην ψυχή την ευνομία

και κυριαρχεί στις μυστικές

μαντείες· και στη Λακεδαίμονα

και στο Άργος και στην Πύλο

εγκατέστησε τους απογόνους του Ηρακλή

και του Αιγιμιού. Βέβαια το δικό μου χρέος να υμνώ

από τη Σπάρτη την αρχική δόξα

από όπου προήλθαν οι πρόγονοί μου, οι Αιγείδες,

πήγαν στη Θήρα

καθοδηγημένοι όχι απ’ τη βούληση των θεών, αλλά

από κάποια μοίρα·

με πολλές συνήθεις θυσίες

από κει προελαύναμε,

Απόλλωνα Καρνείε, στα δικά σου

τιμούμε στις πανηγύρεις

την καλότυχη πόλη Κυρήνη·

με χάλκινα άρματα παραμένουν ξένοι

Τρώες του Αντήνορα· γιατί ήρθαν με την Ελένη εδώ,

όταν είδαν μες στους καπνούς του Άρη την πατρίδα τους·

το γένος των αλογατάρηδων

τιμούν με θυσίες και δώρα χαρούμενοι άντρες

που έφερε ο Αριστοτέλης με γρήγορα πλοία

ανοίγοντας πλατιά οδό του πελάγου.

Και των θεών τα άλση έχτισε πιο λαμπρά

και του Απόλλωνα άνοιξε δρόμο ίσια

μες στην πεδιάδα με βροντές, πομπές

που αντηχούν κρότο των αλόγων

ένα δρόμο πλακόστρωτο, όπου

κείτεται πεθαμένος ξέχωρα στην άκρη της αγοράς·

ευτυχισμένος με τους θνητούς

ήταν κι έπειτα ήρωας που σεβόταν ο λαός.

Βέβαια μπροστά στα ανάκτορα άλλοι που τους έτυχε ο Άδης

βασιλιάδες ιεροί

κείτονται· όμως τη μεγάλη αρετή τους

με δροσιά απαλή

ραντίζουν ύμνοι της ψυχής τους,

ακούνε από τη γη να υμνούν

τη δόξα τους και την κοινή ευδαιμονία σε κείνους και στο γιο τους

Αρκεσίλαο δίκαια· ωστόσο πρέπει με το άσμα

των νέων το χρυσοφόρο Φοίβο να υμνεί,

αφού κέρδισε απ’ την Πυθώ

σε αγώνα αρμάτων με έξοδα

το ωραίο τραγούδι. Εκείνο τον άντρα επαινούν οι σώφρονες·

θα πω ό, τι λένε·

ανώτερη βέβαια από τα χρόνια του

διατηρεί τη σκέψη του

και το λόγο του· όμως στο θάρρος είναι αετός

που ανοίγει τις φτερούγες του πιο πλατιά απ’ τα πουλιά·

βέβαια στους αγώνες σαν κάστρο η δύναμή του·

και στις Μούσες απ’ την αγκαλιά της μάνας του ψηλά πετάει

κι έχει αποδειχτεί σοφός αρματηλάτης·

κι όσοι απ’ τους τοπικούς είναι καλόφημοι δρόμοι

έχει τολμήσει να τους διανύσει. Ο θεός

τώρα του δίνει πρόθυμα τη δύναμη

κι από δω και πέρα παρόμοια, γιοι του Κρόνου μακάριοι,

να του δίνετε ν’ αξιοποιεί τα έργα και τις σκέψεις του,

να μη ρημάζει τους καρπούς η πνοή του ανέμου

του χειμώνα τη ζωή του.

Το υψηλό πνεύμα κυβερνά τη μοίρα

των αγαπημένων ανθρώπων του Δία.

Εύχομαι γι’ αυτόν στην Ολυμπία

δόξα όμοια στη γενιά του Βάττου να προσφέρει.

*  *  *

Πύθιον VII

 

Θεωρείται από τους πιο επιγραμματικούς επινίκους του Πινδάρου (όπως και ο ενδέκατος και δωδέκατος Ολυμπιόνικος). Νικητής των πυθικών αγώνων (486 π.Χ) είναι ο Μεγακλής, ο γιος του Ιπποκράτη (για τον οποίο ο Πίνδαρος είχε συνθέσει έναν «θρήνο»), από τον δήμο Αλωπεκής. Ήταν ανηψιός και γαμπρός του μεταρρυθμιστή Κλεισθένη[1]. Καταγόταν από την οικογένεια των Αλκμεωνιδών[2].

Πριν από λίγους μήνες είχε εξοστρακιστεί από την Αθήνα[3]. Η ωδή επιτελείται στους Δελφούς (αποκλείεται η Αθήνα)˙ εκεί ο ναός του Απόλλωνα οικοδομήθηκε μετά την πυρκαγιά (548 π.Χ.) (πρβ. στ. 11-12). Στο κείμενο δεν καταγράφεται κάποιος μύθος ούτε μνεία της νίκης στο Μαραθώνα (490 π.Χ.)[4]. Συνάμα παραπέμπει στο μεγαλείο της Αθήνας στο ελληνικό στερέωμα, εφόσον έτσι δηλώνεται ότι αποτελεί αιτία της απελευθέρωσης των Ελλήνων

[κείμενο]

VII. ΜΕΓΑΚΛΕΙ ΑΘΗΝΑΙῼ, ΤΕΘΡΙΠΠῼ

κάλλιστον αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι
προοίμιον Ἀλκμανιδᾶν εὐρυσθενεῖ γενεᾷ
κρηπῖδ’ ἀοιδᾶν
ἵπποισι βαλέσθαι.
ἐπεὶ τίνα πάτραν, τίνα οἶκον
ναίων ὀνυμάξεαι
ἐπιφανέστερον
Ἑλλάδι πυθέσθαι;
πάσαισι γὰρ πολίεσι λόγος ὁμιλεῖ
Ἐρεχθέος ἀστῶν, Ἄπολλον, οἳ τεόν γε δόμον
Πυθῶνι δίᾳ
θαητὸν ἔτευξαν.
ἄγοντι δέ με πέντε μὲν Ἰσθμοῖ
νῖκαι, μία δ’ ἐκπρεπὴς
Διὸς Ὀλυμπιάς,
δύο δ’ ἀπὸ Κίῤῥας,
ὦ Μεγάκλεες, ὑμαί τε καὶ προγόνων.
νέα δ’ εὐπραγίᾳ χαίρω τι: τὸ δ’ ἄχνυμαι,
φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα.
φαντί γε μὰν οὕτω κεν ἀνδρὶ παρμονίμαν
θάλλοισαν εὐδαιμονίαν
τὰ καὶ τὰ φέρεσθαι.

[μετάφραση]

VII. ΜΕΓΑΚΛΕΙ ΑΘΗΝΑΙῼ, ΤΕΘΡΙΠΠῼ

Η μεγάλη πόλη των Αθηνών είναι το ωραιότερο

προοίμιο, για να σταθεί θεμέλιο στον ύμνο για τη νίκη της πανίσχυρης

γενιάς των Αλκμαιωνιδών σε αγώνα των αρμάτων.

Γιατί σε ποια πατρίδα, σε ποιο άλλο σπίτι κατοικώντας

θα μπορούσες να πεις και ν’ ακούσεις πως το όνομά σου

είναι πιο ξακουστό στην Ελλάδα;

Γιατί σ’ όλες τις πόλεις γίνεται λόγος

για τους πολίτες του Ερεχθέα, Απόλλωνα, οι οποίοι έχτισαν

το θαυμαστό ναό σου στους ιερούς Δελφούς.

Έχω για οδηγό μου πέντε νίκες στα Ίσθμια,

μία ξεχωριστή

στην Ολυμπία του Δία

και δύο από την Κίρρα,

Μεγακλή,

δικές σου και των προγόνων σου.

Για τη νέα σου νίκη αισθάνομαι κάποια χαρά˙ θλίβομαι όμως

γιατί ο φθόνος είναι η ανταμοιβή για τα ωραία έργα. Λένε βέβαια

πως η ευτυχία, αν ανθεί μόνιμα,

φέρνει στον άνθρωπο και καλά και κακά.

___________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

▪ Pindarus, Epinicia- Pars I. Lipsiae: in Aedibus B.G. Teubneri D.N. Papadimas. Αθήνα: 1980

▪ Πίνδαρος.  Στο Πίνδαρος. (μετάφρ., ερμηνευτ. Λεκατσάς, Π.) έκδοση 3η ξαναπλασμένη. Αθήνα:Δίφρος

▪ Πίνδαρος. 1980. Οι Πυθιόνικοι του Πινδάρου. (μετάφρ. Σταύρου, Θ.) Θεσσαλονίκη:Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών ίδρυμα Μν’΄ολη τριανταφυλλίδη

▪ http://www.LivePedia.gr

▪ http://www.greek-language.gr

[1] Ήταν εγγονός του Μεγακλή που είχε παντρευτεί την κόρη του Κλεισθένη της Σικυώνας, Αγαρίστη και δισέγγονος του Αλκμαίωνα που κέρδισε ολυμπιακή νίκη (πρβ. στ. 20-21)

[2] Ο άρχοντας (636 ή 632 π.Χ.) ομώνυμος πρόγονός του συσχετίστηκε με το «Κυλώνειον άγος» (οι οπαδοί του Κύλωνα, ικέτες στους βωμούς μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος για εγκαθίδρυση τυραννίδας στην Αθήνα, φονεύτηκαν). Γι’ αυτή την πράξη έδωσε αμνηστία ο Σόλων.

[3] Εξόριστος από το 487 π.Χ. θύμα του οστρακιστικού νόμου (πρβ. Αριστοτέλους, Αθηναίων Πολιτεία, 25.5)

[4] Ο ποιητής δεν παραπέμπει στους Πέρσες, επειδή η πόλη του είχε μηδίσει