«Λέξεις που διχάζουν… ορθογραφικά: «Κοιτάζω ή κυττάζω»; Μέρος 7ο. Του Άρη Ιωαννίδη«Λέξεις που διχάζουν… ορθογραφικά: «Κοιτάζω ή κυττάζω»; Μέρος 7ο

Κοιτάζω ή κυττάζω; Οι νεότεροι βέβαια ίσως και να απορούν με τον τύπο «κυττάζω». Υπάρχει κάποια λογική εξήγηση; Ετυμολογικά «στέκουν» οι δύο τύποι; Για μια ακόμη φορά οι απόψεις – επίσημες και μη – πολλές και διίστανται. Ίσως τελικά  αυτή να είναι η ομορφιά της γλώσσας μας. Δεν πλήττεις ποτέ μελετώντας την. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την περιήγησή μας.

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, – Φιλήντας Γλωσσογνωσία – Ανδριώτης – Κουκουλές: Ετυμολογούν τη λέξη  από το «κοίτη» (Πύλη για την ελληνική γλώσσα: κοίτη η [kíti]  : 1. (λόγ.) κλίνη, μόνο στην έκφραση χωρισμός από τραπέζης* και κοίτης. 2. κοιλότητα του εδάφους μέσα στην οποία ρέει ποτάμι ή ρυάκι: H ~ του Aλιάκμωνα / του Aξιού) .

Μέγα Ετυμολογικό λεξικό (εκδόσεις Σιδέρη, σελ. 744): Κοιτάζω, (κοίτη) βάλλω εις την κλίνην, κατακοιμίζω, Ησύχ., «κοιταστέον τας κύνας» Αρρ. Κυν.9 εν τη επιγραφή.-Μέσ., μετά Δωρ.αορ. εκοιταξάμην, υπάγω εις την κλίνην, «πλαγιάζω», κατακλίνομαι, «ανά βωμώ Θεάς κοιτάξατο νύκτα» Πινδ. Ο. 13. 107, ωσαύτως παρά Πολυβ. 10. 15, 9 κτλ.  ΙΙ Αμετάβ., έχω την κοίτην μου, κοιμώμαι, επί λέοντος, «που κοιτάζει», που κοιμάται. Αισωπ. 114

Ν. ΒΑΡΜΑΤΖΗΣ [Μικρό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας –  Εκδ. Μαλλιαρης Παιδεια 1981 σ.409]  :κοιτάζω 1. στρέφω το βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω, π.χ. Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω:, π.χ  Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο, π.χ.  Ο γιατρός κοίταξε τον άρρωστο.

 Τεγόπουλος – Φυτράκης [Μείζον Ελληνικό Λεξικό] σελ. 597: Κοιτάζω  ρ. [<αρχ. Κοιτάζω <κοίτη ] βλέπω, παρατηρώ. 

Αυτές θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι οι νεότερες ετυμολογικές προσεγγίσεις της λέξης. Έτσι το διδαχθήκαμε από το σχολείο κι έτσι το συνηθίσαμε. Όμως…

Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» ], και  Αδαμάντιος Κοραής [«Πρόδρομος Ελλ. Βιλιοθήκης»]: ετυμολογούν τη λέξη από το ρήμα  «κυπτάζω»  =κύπτω, ερευνώ).

Σταματάκος [Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ.560]: Κυπτάζω, μέλ. -άσω. Θαμιστικόν του κύπτω= Κύ­πτω συνεχώς, σκαλίζω, μικροπραγμονώ, εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς γύρω από τι. πρβλ. κυττάζω).

Μέγα Ετυμολογικό λεξικό (εκδόσεις Σιδέρη, σελ. 801): Κυπτάζω: μέλλ.-άσω, θαμιστικό του κύπτω, εξακολουθώ να κύπτω, κύπτω και περιεργάζομαι, εξετάζω εκ του πλησίον, ερευνώ, «κυττάζω», Σώφρων παρά τω Σχολ. εις Αριστοφ.Λυσ. 17 περί τινα Αριστοφ ενθ΄ανωτ. «τι κυπτάζεις έχων περί την θύραν?» ο αυτ.εν Νεφ. 509 «ειώθασι μάλιστα περί τας σκηνάς κλέπται» κ. ο αυτ. εν Ειρ. 731 «περί τον τεθνεώτα» Πλάτ.Πολ. 469D απολ., «κυπτάζοντα ζην» ο αυτ. εν. Αντεραστ. 137Β.

Άννα Τζιροπούλου Ευσταθίου: «Η επικρατούσα ορθογραφία «κοιτάζω» είναι εσφαλμένη και απομακρύνει από την ορθή ετυμολογία και έννοια. Το ρήμα δεν έχει σχέση με την κοίτην ή το κείμαι. Τουναντίον, αυτός που κείται, συνήθως έχει τους οφθαλμούς κλειστούς. «Κοιτάζω» σημαίνει κοιμίζω, κοιμάμαι».

Τα συμπεράσματα δικά σας…