«Ερυσίχθων ο αχόρταγος» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Ερυσίχθων ο αχόρταγος»

horizontal-bar-posts-small
Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

 

Του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή
horizontal-bar-posts-small

Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που διασώζουν ο Καλλίμαχος στον «Ύμνο εις Δήμητρα» και ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις», ελάχιστα γνωστός, που μοιάζει να είναι το πρώτο οικολογικό και πολιτικό μήνυμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες της υπερτροφίας του “εγώ” (ή του συλλογικού «εμείς»): Ο μύθος του Ερυσίχθονος.

Όταν έπαψαν η γη και η θάλασσα να αναστατώνονται, βγήκαν οι άνθρωποι από τις σπηλιές που ζούσαν και άρχισαν τον αγώνα της επιβίωσης. Η Δήμητρα, αδελφή του Δία και του Ποσειδώνα, βλέποντας τον δύσκολο αγώνα των ανθρώπων για την επιβίωσή τους, αποφάσισε να τους βοηθήσει. Τους έδωσε σπόρους από σιτάρι και τους έμαθε πώς να φροντίζουν και να καλλιεργούν τη γη. Οι άνθρωποι τιμούσαν τη θεά σε ιερούς χώρους, όπου ζούσαν οι Ιέ-ρειες της Δήμητρας. Ένας απ’ αυτούς βρισκότανε στο Δώτιο πεδίο της Θεσσαλίας, από τους πρόποδες της Όσσας έως την αποξηραμένη πια λίμνη Βοιβηϊδα (Κάρλα). Ο Ερυσίχθων, επικεφαλής είκοσι συντρόφων του, εισέβαλε στο άλσος που οι Πελασγοί είχαν φυτέψει για τη Δήμητρα στο Δώτιο. Άρχισε να κόβει τα ιερά δέντρα επειδή χρειαζόταν ξυλεία για να φτιάξει ανάκλιντρα στην καινούρια του αίθουσα συμποσίων. Η θεά πήρε τη μορφή της Νικίππης, ιέρειας του άλσους. Πρόσταξε τον Ερυσίχθονα να σταματήσει, του είπε ότι παραλογίζεται και ότι η θεά θα θυμώσει και η γη θα πάψει να καρπίζει. Θα έχει ανάκλιντρα αλλά δεν θα έχει τρόφιμα και ποτά για τα συμπόσιά του. Ο Ερυσίχθων, σίγουρος για τον εαυτό του, απάντησε πως δεν φοβάται τίποτα. Και μόνο όταν την απείλησε με το τσεκούρι του, η Δήμητρα αποκαλύφθηκε με όλη της την αίγλη. Σκόρπισε τους τρομοκρατημένους συντρόφους του Ερυσίχθονα και κάλεσε από την Σκυθία την Πείνα που φύσηξε στο στόμα του την ώρα που κοιμόταν και τον κυρίευσε.

Ο Ερυσίχθων έτρωγε συνεχώς με ακατάσχετη βουλιμία. Όλα τα πούλησε και δεν χόρταινε με τίποτα. Μέχρι και το πολεμικό άλογο του πατέρα του, μέχρι τη γάτα που κυνηγούσε τα ποντίκια έφαγε, μας λέει ο Καλλίμαχος. Μάταια οι γονείς του προσπαθούσαν να κρύψουν το δράμα τους, μάταια έβρισκαν διάφορες δικαιολογίες για την απουσία του. Όταν τίποτα δεν του απόμεινε, αποφάσισε να πουλήσει την κόρη του, τη Μήστρα. Αυτή, καθώς ήταν ιέρεια του Ποσειδώνα, ζήτησε τη βοήθειά του. Ο θεός δεν μπορούσε να παρέμβει και να ανακαλέσει την κατάρα της Δήμητρας, της έδωσε όμως το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε ζώο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ερυσίχθονας πουλώντας την κόρη του «ζώο», που ξαναγύριζε σ’ αυτόν, προσπαθούσε να χορτάσει, έως ότου ο βασιλιάς της Κορίνθου Σίσυφος τους αντιλήφθηκε. Ούτε αυτό λοιπόν τον έσωσε.

Έβγαινε στο δρόμο και άρπαζε τα φαγητά από τα χέρια των ανθρώπων και τις προσφορές από τους βωμούς. Οι γονείς του τον καταράστηκαν και έφυγαν στην Μικρά Ασία, ιδρύοντας την πόλη Κνίδο. Ο Ερυσίχθων, μόνος πια και αβοήθητος, λιμοκτονούσε. Και ήταν τέτοια η πείνα του, που τελικά, έφαγε τις ίδιες του τις σάρκες για να κορέσει το άσβεστο πάθος του.

Αυτός ήταν ο Ερυσίχθονας, το αδυσώπητο «εγώ», η απληστία και η ασέβεια προς τη Φύση: Η πληγή της Γης, το κοκκίνισμα που προκαλεί η καταστροφή στην καταπράσινη Φύση (Έρυσις + Χθων). Η οικειοποίηση υπέρ των ανθρώπων των φυσικών πόρων που τους κατασπαταλούμε, βλέποντας μόνο τον ορίζοντα της σύντομης ζωής μας, χωρίς να σκεφτόμαστε πόσες, σε διάρκεια, ανθρώπινες ζωές απαιτούνται για να γίνει ένα δάσος ή ένα ποτάμι ή μια πηγή. Δεν σκεφτόμαστε ότι είμαστε μέρος της φύσης και έχουμε την ανάγκη της, αλλά σαν τη Μήστρα μεταμορφωνόμαστε σε ζώα για να κορεσθεί η απληστία του σύγχρονου Ερυσίχθονα.

Η ειρωνεία είναι ότι το μυθικό βασίλειο του Ερυσίχθονα βρίσκεται δίπλα σε μια αποξηραμένη λίμνη, απόρροια της πράξης του και της ασέβειας στη Φύση. Μια λίμνη την οποία προσπαθούν τώρα να ανασυστήσουν, συνειδητοποιώντας το τραγικό οικολογικό έγκλημα που συντελέστηκε πριν πενήντα περίπου χρόνια από τους απογόνους του αδηφάγου βασιλιά.