«Απές (Δυτικός Πόντος), η πατρίδα της μνήμης μου» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Απές (Δυτικός Πόντος), η πατρίδα της μνήμης μου»

«Η μνήμη γινάμενη παρόν

Τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων»

Ο. Ελύτης

Τα τελευταία χρόνια του κράτους των Κομνηνών, και ειδικά μετά την κατάκτηση του από τους Οθωμανούς, πολλοί πόντιοι κατέφυγαν στην ενδοχώρα και δημιουργήθηκαν νέοι οικισμοί, όπως η Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη μετά) στην περιοχή του κάνι ποταμού, περιοχή Χαλδίας τον 15ο αιώνα. Η περιοχή είχε μεταλλεία αργύρου και έτσι οι κάτοικοι κατάφεραν να αποκτήσουν πολλά προνόμια. Ο σουλτάνος Μουράτ (1575-1595) τους απάλλαξε από φόρους, αγγαρείες, διώξεις. Παρόλα αυτά οι συνθήκες ζωής ήταν πολύ δύσκολες. Όταν πια τα μεταλλεία δεν απέδιδαν είχαν το προνόμιο της μετακίνησης . Έτσι μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές είτε πεδινές είτε ορεινές αναζητώντας την τύχη τους  είτε σε άλλες περιοχές με μεταλλεία είτε στα πεδινά να γίνουν κτηνοτρόφοι είτε στη Ρωσία . Οι μετακινήσεις αυτές συντελέστηκαν τον 17ο και 18ο αιώνα.

Έτσι οι προπάπποι μου εγκατέλειψαν την περιοχή και αναζήτησαν την τύχη τους σε απάτητα μέρη εκεί που δεν έφτανε το μάτι των τούρκων. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Απές , μέσα σε δασώδεις περιοχές. Αυτή είναι η πατρίδα του παππού μου, αλλά και η δική μου  χαμένη πατρίδα. Μπορεί να μην πήγαμε ποτέ εκεί, αλλά λες και τραβά το αίμα μας εκεί. Πέρασαν μέσα μας με τρόπο βιωματικό η κουλτούρα, ο πολιτισμός, η γλώσσα, η στάση ζωής αυτών των ανθρώπων. Λες και έχουμε μια μεταφυσική σχέση με τον τόπο εκείνο, ενώ δεν έχουμε καμιά μνήμη, γιατί και οι γονείς μας γεννήθηκαν εδώ βέβαια, έχουμε σχεδόν όλοι οι πόντιοι μια συναισθηματική σχέση με εκείνους τους τόπους που δεν έχει καμιά λογική βάση. Είναι ανεξήγητο αυτό που μας συμβαίνει, ενώ ούτε οι γονείς μας έχουν καμιά μνήμη, δεν έχουν ζήσει εκεί, δεν γεννήθηκαν εκεί, εμείς νοσταλγούμε τις χαμένες πατρίδες.

Προφανώς υπάρχει κάποια εξήγηση, οι πληγές του ξεριζωμού ήταν τόσο βαθιές και έντονες, ώστε πέρασαν νομοτελειακά και σε μας. Οι περισσότεροι πόντιοι εγκατεστημένοι στην Μακεδονία και πολλές φορές σε καθαρά ποντιακά χωριά, διατήρησαν την ταυτότητα, τη γλώσσα, την ιστορική μνήμη.

Οι Πόντιοι πρώτης γενιάς στην Ελλάδα προσπαθούσαν να μιλήσουν στα ΝΕ, αλλά δεν τα κατάφερναν καλά. Περιπαικτικά και υβριστικά τους αποκαλούσαν «αούτηδες, (στη διάλεκτο μας η αντωνυμία αούτος είναι η δεικτική ούτος), ακόμα και τουρκόσπορους και τούρκους. Βέβαια και οι ανταλλαγέντες της άλλης πλευράς αποκαλούντο ομοίως «Ελληνόσποροι».

Η πρώτη γενιά, χωρίς καμιά λογική, πίστευε ότι θα επιστρέψει πίσω στην «πατρίδα», δεμένοι με την ιστορική μνήμη του παρελθόντος, υπέμεναν το παρόν στωικά. Η Δεύτερη γενιά προσπάθησε να ριζώσει και να διακριθεί, αλλά και αυτοί συναισθηματικά ήταν δεμένοι με το ιστορικό παρελθόν των γονιών τους. Η ιστορική μνήμη τους γυρνούσε πίσω στο παρελθόν. Η ιστορική μνήμη είναι παρούσα από την πρώτη στιγμή μέχρι και σήμερα. Η πρώτη εκείνη γενιά μιλούσε τη διάλεκτο, θυμόταν τις κακουχίες, την τυραννία του Τούρκου, τις βιαιότητες, τις εξορίες, τις εκτελέσεις. Αλλά εξίσου δυνατή ήταν και η μνήμη των ευτυχισμένων στιγμών. Οι χαρές, τα πανηγύρια, τα παρχάρια, οι γάμοι, οι βαπτίσεις, η ζωή που άφησαν πίσω. Και τότε η λύρα και το τραγούδι ανακαλούσαν χαρές και λύπες και ένωναν μέσα από μυστικούς δρόμους το παρόν με παρελθόν.

Σταθερά και με πολλούς τρόπους συντηρήθηκε αυτή η μνήμη: τον χορό, τη λύρα, το τραγούδι, τη γλώσσα. Κυκλοφορούν περιοδικά και εφημερίδες στην διάλεκτο ,τα οποία δημοσιεύουν ανέκδοτα, παραμύθια, ήθη, έθιμα, λαϊκές διηγήσεις και όλα αυτά συντείνουν στην διατήρηση της ιστορικής μνήμης και το πέρασμά της και στις επόμενες γενιές.

Προσωπικά ομολογώ ότι συγκλονίστηκα όταν συνειδητοποίησα πως είμαι η γενιά που θα χρεωθεί την εξαφάνιση της ποντιακής μας λαλιάς, αφού δε μιλώ στα παιδιά μου ποντιακά ή μάλλον δε μιλούσα.

Η διάλεκτος συρρικνώνεται και περιορίζεται δομικά και λειτουργικά, αλλά αμύνεται απέναντι στην ολόπλευρη επίθεση της ΝΕ. Το κυρίαρχο γλωσσικό όργανο είναι βέβαια η ΝΕ, αλλά η διάλεκτός μας έχει κάποια χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα που υπάρχουν στην ΝΕ, γι αυτό και εξακολουθούμε να την χρησιμοποιούμε κάθε φορά που μας το επιτρέπουν οι συνθήκες, είναι η γλώσσα της μνήμης και της καρδιάς μας.