Η περιοχή των Βαλκανίων αποτέλεσε εστία ποικίλων πολεμικών αναμετρήσεων τον 20ο αιώνα. Από τις πιο σημαντικές,  ιδιαίτερα για την εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας, υπήρξαν ο Α΄ και ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (Οκτώβριος 1912- Μάιος 1913) όλα τα βαλκανικά κράτη συνασπίζονται και μάχονται εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ψυχορραγεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (Ιούνιος- Ιούλιος 1913) οι πρώην σύμμαχοι πολεμούν μεταξύ τους. Η Ελλάδα, η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο στρέφονται εναντίον της Βουλγαρίας. Το ίδιο κάνει και η Τουρκία. Πριν ακόμη τη λήξη του Α΄ Βαλκανικού υπήρχαν ενδείξεις για την επερχόμενη ρήξη στις σχέσεις των συμμαχικών βαλκανικών κρατών. Ο λόγος ήταν η διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Βουλγαρία θεωρούσε πως είχε αδικηθεί  κατά τη διανομή των εδαφών έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποκινούσε διάφορα επεισόδια  εναντίον των Σέρβων και των Ελλήνων στη Μακεδονία, ενώ παράλληλα αμφισβητούσε την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας και αρνούνταν κάθε προσπάθεια  «φιλικής» ρύθμισης των διαφορών της με τις δύο χώρες, βρισκόμενη υπό την «σκέπη» της Αυστροουγγαρίας.

Η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στη Θεσσαλονίκη, στις 19 Μαΐου 1913, Συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης».

Η Βουλγαρία μετά την υπογραφή της συνθήκης  μετακίνησε τον όγκο του στρατού της προς την Μακεδονία και προς τα σερβοβουλγαρικά σύνορα. Στο διπλωματικό πεδίο, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ.Βενιζέλος,  αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Αυστροουγγαρίας αλλά και της Ρωσίας τόσο προς την Ελλάδα όσο και προς τη Σερβία. Oι Βούλγαροι υποστήριζαν πως η Θράκη και η Μακεδονία, μέχρι το Μοναστήρι, έπρεπε να περιέλθουν στην κυριαρχία τους, ενώ η Ελλάδα όφειλε να αρκεστεί στην Κρήτη και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Στις 21 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη, υπογράφτηκε με τη σύμφωνη γνώμη του Βούλγαρου πρωθυπουργού Γκέσωφ, πρωτόκολλο διαχωριστικής γραμμής μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, η γραμμή άρχιζε βορειοδυτικά της λίμνης Δοϊράνης, διερχόταν από το χωριό Ακρίτας, τις αποξηραμένες σήμερα λίμνες Αρτζάν και Αματόβου, τα χωριά Νικόπολη και Κυδωνιά, το χωριό Δημητρίτσι, τη λίμνη Αχινού, την κορυφογραμμή του Παγγαίου όρους και κατέληγε στη θάλασσα βόρεια του λιμένα των Ελευθερών. Oι Βούλγαροι όμως δεν τήρησαν το πρωτόκολλο και συνέχισαν τις επιθετικές τους ενέργειες τόσο εναντίον του ελληνικού και  σερβικού στρατού αλλά όσο και κατά των ελληνικών πληθυσμών, όπου ξεσπούσαν την οργή τους με απίστευτες βιαιότητες. Τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό  με τις  συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε διάφορα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913.

Η Βουλγαρία στις 16 Ιουνίου επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά των ελληνικών δυνάμεων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και κατά των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ χωρίς όμως να κηρύξει επίσημα τον πόλεμο. Στις 17 Ιουνίου οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν τη Γευγελή στην κοιλάδα του Αξιού. Είχε πλέον ξεκινήσει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος.

Μετά την ανασύνταξη των ελληνικών δυνάμεων με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρατάχθηκαν 117.861 Έλληνες στρατιώτες ενώ οι Σέρβοι παρέταξαν 260.000 άνδρες, ανάμεσά τους και 12.000 Μαυροβούνιοι απέναντι στους πολυάριθμους Βούλγαρους  (ο στρατός τους αποτελούνταν από 576.000 άνδρες).

Εναντίον του ελληνικού στρατού παρατάχθηκε η 2η βουλγαρική Στρατιά, (με πάνω από 40.000 στρατιώτες) υπό τον Στρατηγό Ιβάνωφ, αναπτυγμένη στην γραμμή Δοϊράνη – Κιλκίς – Λαχανάς – βόρεια πλευρά Παγγαίου όρους – Ελευθερούπολη και εναντίον των Σέρβων αναπτύχθηκε η 4η βουλγαρική Στρατιά στην περιοχή Ιστίπ – Ραδοβίτσα – Στρώμνιτσα.

Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο να πραγματοποιηθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο στόχο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις υπάρχουσες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η 2η μεραρχία πεζικού με τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου.

Ο κύριος όμως στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της γραμμής Κιλκίς – Λαχανά – Δοϊράνης. H 2η βουλγαρική στρατιά ήταν παρατεταγμένη σε ένα μέτωπο περίπου 200 χιλιομέτρων και κάλυπτε την περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα. Ο γενικότερος χώρος Κιλκίς-Λαχανά ορίζεται προς τα δυτικά από το ποτάμι του Αξιού, προς τα βόρεια από τη λίμνη Δοϊράνη και το βουνό Δύσωρο, προς τα ανατολικά από το όρος Βερτίσκος και προς τα νότια από τις λίμνες Βόλβη και Λαγκαδά και την περιοχή της Θεσσαλονίκης. Δημιουργήθηκαν έτσι δύο πεδία μάχης: του Κιλκίς και του Λαχανά, ενός χωριού του σημερινού νομού Θεσσαλονίκης. Οι Βούλγαροι είχαν καταλάβει τις περιοχές αυτές στις 26 Οκτωβρίου του 1912 και είχαν οχυρωθεί αμυντικά, κατασκευάζοντας πυροβολεία, ορύγματα και άλλα οχυρωματικά έργα. Η επιλογή των περιοχών αυτών είχε γίνει με βάση το ανάγλυφο της περιοχής και με σκοπό να αναχαιτίσουν την κίνηση των ελληνικών στρατευμάτων προς τα βόρεια.

Κρατώντας αυτή τη γραμμή, οι Βούλγαροι, ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν τις Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο, τη Δοϊράνη και τον έλεγχο των γεφυρών του ποταμού Στρυμόνα που θα τους διασφάλιζε τόσο τον ανεφοδιασμό όσο και τη δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση κινδύνου. Στο Κιλκίς οι Βούλγαροι διέθεσαν  8 τάγματα,  ενώ στο Λαχανά και στην περιοχή του Στρυμονικού άλλα 20 τάγματα.

Το πρωί της 19ης Ιουνίου 4 ελληνικές μεραρχίες ξεκίνησαν με κατεύθυνση το  Κιλκίς, 2 μεραρχίες κατευθύνθηκαν προς το Λαχανά, ενώ η 7η μεραρχία κινήθηκε προς τη Νιγρίτα και η 10η μεραρχία προς τη λίμνη Αρτζάν. Ξεκίνησε έτσι η μάχη Κιλκίς – Λαχανά με ταυτόχρονη επίθεση ολοκλήρου του ελληνικού στρατού σε  ένα μέτωπο  80 χιλιομέτρων με 8 μεραρχίες. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 19ης Ιουνίου 1913, 4 ελληνικές μεραρχίες  και η ταξιαρχία ιππικού κινήθηκαν για να καταλάβουν την πόλη του Κιλκίς. Η μάχη διήρκεσε τρεις ημέρες καθώς οι Έλληνες συνάντησαν σθεναρή βουλγαρική αντίσταση. Αν και οι ελληνικές μεραρχίες γρήγορα κατέλαβαν γειτονικές θέσεις η πόλη του Κιλκίς παρέμενε ακόμη στα χέρια των Βουλγάρων. Ο διοικητής του ελληνικού στρατού αποστέλλει σε όλα τα τμήματα τη διαταγή: «Αξιώ όπως μέχρι της νυκτός αλωθή τούτο (Κιλκίς)». Στις 03:30 π.μ. της 21ης Ιουνίου ξεκινά η επίθεση του ελληνικού στρατού. Στις 11 το πρωί πραγματοποιείται η απελευθέρωση της πόλης, ενώ λίγο μετά η ελληνική σημαία κυματίζει στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Στην περιοχή του Λαχανά η 1η μεραρχία κινήθηκε και αυτή επιθετικά καταλαμβάνοντας σημαντικές θέσεις. Οι Βούλγαροι υποχώρησαν έχοντας πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Στις 20 Ιουνίου οι Έλληνες κατέλαβαν τη Νιγρίτα, ενώ οι Βούλγαροι φεύγοντας έβαλαν φωτιά στην πόλη. Οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν επίσης το Καλίνοβο. Στις 21 Ιουνίου  το Γενικό Στρατηγείο έδωσε την πληροφορία  ότι τα βουλγαρικά στρατεύματα συμπτύχθηκαν προς το Λαχανά (όπου αμύνονταν) και ότι υπήρχε η πιθανότητα  υποχώρησης των Βουλγάρων προς το Στρυμονικό. Λίγο αργότερα,  στις 16:00 μ.μ. κατελήφθη ο Λαχανάς.

Οι Έλληνες, παρά τη σημαντική νίκη,  υπέστησαν βαρύτατες απώλειες: 8.828 νεκροί και τραυματίες. Οι Βούλγαροι είχαν 4227 νεκρούς, 1977 τραυματίες και 767 αγνοούμενους. Η 2η βουλγαρική στρατιά διασπάσθηκε και ένα τμήμα της κατευθύνθηκε προς τη Δοϊράνη ενώ το μεγαλύτερο μέρος της διέφυγε πανικόβλητο προς τις Σέρρες. Οι Βούλγαροι αιφνιδιάσθηκαν, το ηθικό τους καταρρακώθηκε και πανικόβλητοι υποχώρησαν  βαθιά προς τα στενά της Κρέσνας.

H μάχη του Κιλκίς – Λαχανά υπήρξε η σημαντικότερη μεταξύ των ελληνικών και των βουλγαρικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του B’ Βαλκανικού Πολέμου και έκρινε τη μετέπειτα πορεία του πολέμου. H ελληνική νίκη είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη διάσωση της Θεσσαλονίκης και την κατάρρευση των βουλγαρικών σχεδίων για τη δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας», ενώ παράλληλα άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση και άλλων ελληνικών περιοχών στην κεντρική και την ανατολική Μακεδονία.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων