«Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού» της Αντιγόνης Καρύτσα«Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού»

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στην περιοχή του Πόντου ζούσαν Έλληνες οι οποίοι κατοικούσαν σε μεγάλες πόλεις όπως η Τραπεζούντα, η Σαμψούντα, η Κερασούντα, η Σινώπη κ.α. αλλά και σε μικρά ορεινά χωριά, έχοντας έντονο το ελληνικό συναίσθημα (μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και ήταν χριστιανοί) .Οι Έλληνες είχαν δραστηριοποιηθεί στον τομέα της οικονομίας και ασχολούνταν τόσο με το εμπόριο και τη βιομηχανία όσο και με τη γεωργοκτηνοτροφία. Η οικονομική ευμάρεια των πόλεων συμβάδιζε με την πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη  και συνάμα  προκαλούσε τη ζηλοφθονία  των Τούρκων σε μια περίοδο που  σταδιακά κορυφωνόταν ο τουρκικός εθνικισμός, ιδιαίτερα μετά το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον των Ελλήνων της Μικράς Ασίας αλλά και  του Πόντου. Σε πρώτη φάση αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να συνεργάζονται με τους Έλληνες απειλώντας τους με  τιμωρία από τις στρατιωτικές αρχές.

Στη συνέχεια συνέχισαν την εχθρική συμπεριφορά εναντίον των Ελλήνων. Σε απομονωμένα ελληνικά χωριά σημειώνονταν επιθέσεις από άτακτες τουρκικές ομάδες, οι οποίες έκλεβαν, λεηλατούσαν τα σπίτια και τις περιουσίες,   κακοποιούσαν και φόνευαν τους κατοίκους ενώ δε δίσταζαν ακόμη και να πυρπολούν τους οικισμούς.

Τα σποραδικά αυτά κρούσματα βίας συνεχίστηκαν και πήραν τη μορφή συστηματικών καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών μέσα στα πλαίσια ενός γενικότερου διωγμού που υπέστησαν οι Έλληνες της περιοχής. Οι Τούρκοι  περνούν στην «ανοικτή επίθεση»: με διαταγή του τότε υπουργού Εσωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του Μεχμέτ Ταλαάτ εξαπολύθηκαν άγριοι διωγμοί κατά των ξένων εθνοτήτων που συμβίωναν με τους Τούρκους και ειδικότερα εναντίον των Ελλήνων και των Αρμενίων που στα χέρια τους είχαν συγκεντρώσει τις οικονομικές – εμπορικές δραστηριότητες, καλώντας τις αρχές να μη δείχνουν κανένα έλεος για τoυς χριστιανούς.

Ήδη από το 1914, που είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος,  το Οικουμενικό  Πατριαρχείο κήρυξε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό και αναγκάστηκε να κλείσει όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία και να καταγγείλει στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς.
Οι Τούρκοι με το πρόσχημα του πολέμου αποφασίζουν να εκκενώσουν περιοχές για στρατιωτικούς λόγους και  με στόχο την ασφάλεια αρχίζουν τις εκτοπίσεις των πληθυσμών στα ενδότερα της Μικράς Ασίας, ενώ παράλληλα κηρύσσεται στην Τουρκία κηρύσσεται γενική επιστράτευση μουσουλμάνων και αλλόθρησκων. Οι Πόντιοι αρνούνται να καταταχτούν στον τουρκικό στρατό, λιποτακτούν και βγαίνουν στα βουνά.

Ακόμη εξαναγκάζουν τους χριστιανούς στη στράτευση στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) όπου αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό αρχικά ηλικίας άνω των 45 ετών. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων. Οι στρατευμένοι και οι συλληφθέντες- λιποτάκτες ήταν υποχρεωμένοι να σπάζουν πέτρες, να κόβουν ξύλα, να καθαρίζουν χιόνια, να πεζοπορούν χιλιάδες χιλιόμετρα. Τους έβγαζαν από θερμό λουτρό και τους υποχρέωναν να πεζοπορούν γυμνοί μέσα στο δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος. Οι εξοντωτικές συνθήκες οδηγούσαν στο θάνατο από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Τον Δεκέμβριο του 1916  οι  Τούρκοι στρατηγοί Εμβέρ πασάς και Ταλαάτ μπέης κατέθεσαν σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικοπαίδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης», το οποίο εφαρμόστηκε λίγες μέρες αργότερα στην περιοχή της Σινώπης και της Μπάφρας. Η Τραπεζούντα γλίτωσε καθώς για 2 χρόνια, από το 1916 ως το 1918 βρισκόταν υπό ρωσική κατοχή. Μετά τη φυγή του ρωσικού στρατού, το 1918 πολλοί  Πόντιοι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς τη Ρωσία για να ξεφύγουν από τις διώξεις.

Σκοπός των Τούρκων ήταν να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των περιοχών και να εξαναγκάσουν όσους έμεναν σε εκτουρκισμό. Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, την τρομοκρατία, τις δολοφονίες, τις εκτοπίσεις και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Πόντιοι αντιστάθηκαν και ανέβηκαν ξανά ως αντάρτες στα βουνά. Υπολογίζεται πως περίπου το 1921 οι Πόντιοι αντάρτες ήταν πάνω από 12.000 άνδρες.

Στις 19 Μαΐου 1919, ο  Μουσταφά Κεμάλ φτάνει  στη Σαμψούντα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα  «έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας», που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 15 Μαΐου 1919 ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη μέσα σε κλίμα εθνικού πανηγυρισμού των  Ελλήνων, ενώ κορυφώνεται το ανθελληνικό μένος των Τούρκων.

Οι Πόντιοι αγωνίστηκαν για τη δημιουργία μιας αυτόνομης Ποντιακής Δημοκρατίας με πρωτεργάτες το μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο και το μητροπολίτη Αμασείας Γερμανό Καραβαγγέλη. Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν μία Ποντοαρμενική  Ομοσπονδία. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους και οι Πόντιοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα εκφράζοντας την αντίθεσή τους με συνέδρια ενώ η ελληνική κυβέρνηση δε μπόρεσε να ανταποκριθεί στα δίκαια αιτήματα των Ποντίων καθώς στροβιλιζόταν στη δίνη του μικρασιατικού πολέμου.

Την ίδια συμπεριφορά επέδειξαν οι Τούρκοι και εναντίον των Αρμενίων με αποτέλεσμα το 1915 να μιλάμε για γενοκτονία. Ο όρος γενοκτονία αναφέρεται στη συστηματική προσπάθεια εξόντωσης ενός λαού ή τη μεθοδευμένη εξολόθρευση μιας εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας – όπως συνέβη κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο εναντίον των Εβραίων. Οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον των Ποντίων καθώς ήθελαν να εκκαθαρίσουν την περιοχή από το ελληνικό στοιχείο. Οι νεκροί Πόντιοι ξεπέρασαν τους 350.000, ποσοστό πάνω από το 50% του ποντιακού πληθυσμού στα έτη 1913-1923 .Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ άλλοι ήλθαν στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα οι Πόντιοι εγκαταστάθηκαν, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας αλλά και στην  Αθήνα, τον  Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.

Άμεση συνέπεια της εχθρικής συμπεριφοράς των Τούρκων ήταν η εξαφάνιση του ποντιακού ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες και ο τερματισμός της μακραίωνης ελληνική παρουσίας στη Μικρά Ασία.

Η 19η Μαΐου έχει ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή το 1994 ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων, ενώ η ίδια μέρα,  η επέτειος της άφιξης του Κεμάλ στη Σαμψούντα,  θεωρείται εορτή και αργία για τους Τούρκους.