«Ένας επιτάφιος λόγος για τον Επιτάφιο του Περικλή» του Άρη Ιωαννίδη«Ένας επιτάφιος λόγος για τον Επιτάφιο του Περικλή»

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

Χρόνια τώρα ακούμε βαρύγδουπες υποσχέσεις για αναβάθμιση των μαθημάτων Γενικής Παιδείας, για παροχή σφαιρικών γνώσεων μέσω του σχολείου, για ενίσχυση κάποιων «υποβαθμισμένων» μαθημάτων και άλλα πολλά παρόμοια, που καταντούν ενίοτε γραφικά.  Μάλλον ξεχνάμε ότι ζούμε στην Ελλάδα, τη χώρα που το παράλογο  κατέχει περίοπτη θέση σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας μας. 

Καθημερινά γύρω μας τα πάντα αμφισβητούνται. Θεσμοί, αξίες, ιδανικά, η ίδια η δημοκρατία. Ο φασισμός δείχνει να αναζωπυρώνεται, ο ρατσισμός θεριεύει, η ξενοφοβία κυριαρχεί. Κάτι πρέπει να γίνει και μάλιστα άμεσα.  Τι  πιο   λογικό, λοιπόν, απ’ το  να εξυμνήσουμε μέσω του εκπαιδευτικού μας συστήματος το ιδανικότερο πολίτευμα όλων, τη δημοκρατία, δημιουργώντας πολίτες με κριτική σκέψη, βαθύτατα συνειδητοποιημένους, ευαισθητοποιημένους και πάνω απ’ όλα πολιτικοποιημένους. Πολίτες με αίσθηση του χρέους, με σεβασμό για το συνάνθρωπο, με ανεκτικότητα απέναντι σε καθετί το ξένο. Πολίτες για τους οποίους η υπακοή στους νόμους αποτελεί υποχρέωση που πηγάζει από εσωτερικούς παράγοντες κι όχι από κάποιον εξωτερικό καταναγκασμό.  Και κάτι τέτοιο θα μπορούσε εν μέρει να γίνει με τον «Επιτάφιο» του Περικλή, ένα απαράμιλλο μνημείο του πολιτισμού μας. Ένα έργο εγνωσμένης αξίας παγκοσμίως, αλλά μάλλον όχι στον τόπο του. Γι’ αυτό και κρίθηκε «ακατάλληλο» να διδαχθεί στα σχολεία μας, έστω και για μία ώρα…

Η αλήθεια είναι ότι και ως μάθημα Γενικής Παιδείας δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εξυπηρετούσε. Κάποτε όταν εξεταζόταν σε εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο των Πανελληνίων, όλο και κάτι προσέφερε, ίσως μάλιστα και λόγω  των ξεχωριστών απαιτήσεων.  Γνωρίζουμε καλά τι εστί όμως μάθημα Γενικής Παιδείας στα σχολεία μας. Η απόλυτη απαξίωση. Για πολλούς «η ώρα του παιδιού».  Σε καμία περίπτωση δεν επικροτούμε αυτή την κατάσταση, όμως ελέω εξετάσεων δυστυχώς θυσιάζονται μαθήματα που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα ήταν κάτι περισσότερο από βασικά για τη διαπαιδαγώγηση ενός νέου. Και μιλάμε για την πολιτική ή και ακόμη ηθική διαπαιδαγώγησή του, καθώς τα μηνύματα που θα μπορούσε να λάβει μέσα από τέτοια κείμενα είναι πράγματι εντυπωσιακά.

Πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να αναλωθούμε στη μεγάλη προσφορά της ελληνικής γλώσσας, που αποτελεί τη βάση θα λέγαμε ολόκληρου σχεδόν του δυτικού κόσμου. Ούτε βέβαια να ανοίξουμε συζήτηση για το αν τελικά πρόκειται για «νεκρή» γλώσσα. Άλλωστε, θα ήταν περιττό να ασχοληθούμε με κάτι που μόνο κάποιος ελαφρόμυαλος θα μπορούσε να υποστηρίξει.  Το ζητούμενο είναι ότι δε θα ήταν δα και τόσο καταστροφικό – έστω και για μία ώρα – να υπήρχε μια κάποια επαφή των παιδιών με ένα αντικείμενο που στο κάτω κάτω είναι και η γλώσσα των προγόνων του – για να μην αναφέρω μητρική και υπάρξουν αντιδράσεις από κάποιους.

Τα αρχαία ελληνικά, λοιπόν, εξοβελίστηκαν παντελώς από το πρόγραμμα Γενικής Παιδείας  του σχολείου μας, την ώρα που σε ολόκληρο τον κόσμο εκατοντάδες έδρες ελληνικών σπουδών δεσπόζουν σε ξένα πανεπιστήμια. Ίσως να αφορούν πλέον  μόνο παιδιά της πάλαι Θεωρητικής και νυν ομάδας ανθρωπιστικών σπουδών, ενώ για τους υπολοίπους το χάος… Είπαμε είμαστε η χώρα του παραλόγου. Ήρθε τελικά  η ώρα, μετά από πολλούς αιώνες εμείς οι νεοέλληνες, οι απόγονοι του Περικλή, του Σωκράτη, του Αριστοτέλη να συνθέσουμε τον δικό μας επιτάφιο για τον «Επιτάφιο» του Περικλή. Διακριτικά και αθόρυβα. Όχι όμως προς τιμήν των νεκρών Αθηναίων μιας μάχης, αλλά προς τιμήν ίσως της γλώσσας μας, που σταδιακά συρρικνώνεται με διάφορους τρόπους και μεθοδεύσεις, σε κάθε πτυχή της ενιαίας πάντα μορφής της. Είτε μιλάμε για Λογοτεχνία, είτε για Αρχαία Ελληνικά, είτε ακόμη και για Ιστορία. 

«Διπλουν ὁρῶσιν οἱ μαθόντες γράμματα», γράφει στην είσοδο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου της Σκωτίας. Άραγε οι νέοι μας τι γράμματα μαθαίνουν;