«Οι απαρχές της οικονομικής επιστήμης» του Γρηγόρη Σκάθαρου«Οι απαρχές της οικονομικής επιστήμης»

Στο σημερινό μας σημείωμα θα ασχοληθούμε με τις απαρχές τις οικονομικής επιστήμης ως αυτόνομης επιστήμης. Η νέα αυτή επιστήμη όπως και τόσες άλλες άλλωστε ξεπήδησε μέσα από την φιλοσοφία και την ηθική. Το δοχείο της φιλοσοφίας δεν άδειασε όταν από μέσα του ξέφυγαν κα χειραφετήθηκαν, η μια ύστερα από την άλλη, όλες οι ειδικές επιστήμες, αλλά συνέχισε να αγγίζει θέματα που καμιά ειδική επιστήμη δεν μπορεί και δεν θα μπορέσει ποτέ να αγγίξει.

Το πρώτο έργο του οικονομικού φιλελευθερισμού που είναι και προϋπόθεση  πολιτικού φιλελευθερισμού το έγραψε ο Άνταμ Σμιθ (Adam Smith, 1723-1790). Ο Άνταμ Σμιθ γεννήθηκε στη Σκωτία και μεγάλωσε με τη μητέρα του καθώς ο πατέρας του πέθανε πριν να γεννηθεί. Στα δεκατέσσερα του χρόνια, το 1737, μπήκε στο πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη το 1740. Τα έξι χρόνια που σπούδασε στο Αγγλικό πανεπιστήμιο, ηθικές επιστήμες καθώς και αρχαίες και νεώτερες γλώσσες γνώρισε την πικρία του παρείσακτου και του «ξένου» όπως έβλεπαν οι Άγγλοι συμφοιτητές του, τους Σκώτους. Μετά την επιστροφή του και εγκατάσταση στο Εδιμβούργο το 1748, ο Α. Σμιθ εκλέγεται καθηγητής Λογικής στο πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Εκεί θα γίνει και η γνωριμία του με τον Χιουμ που θα τον επηρεάσει στο μετέπειτα έργο του.

Το πρώτο αξιόλογο έργο του Α. Σμιθ είναι το «θεωρία των ηθικών αισθημάτων» (Theory of moral sentiments), που είναι ένα μέρος των παραδόσεων που έκανε στο πανεπιστήμιο. Ο Άνταμ Σμιθ δεν έμεινε για πολλά χρόνια καθηγητής στην Γλασκώβη. Το 1763, εγκαταλείπει την θέση του στο πανεπιστήμιο και μετά από μια σύντομη παραμονή του στην Γαλλία για δυο χρόνια ως καθηγητής ενός νεαρού ευγενούς επιστρέφει στην Σκωτία και εγκαθίσταται στην γενέτειρα του στο Kirkcaldy όπου για δέκα χρόνια θα αφοσιωθεί στο έργο που έμελε να τον κάνει διάσημο και να σημαδέψει την οικονομική επιστήμη, το μέγα αυτό έργο φέρει τον τίτλο «Μια έρευνα στη φύση και τα αίτια του πλούτου των εθνών» (An inquiry into the nature and causes of the wealth of nations). Αυτό είναι το έργο που αποτέλεσε την οριστική ληξιαρχική πράξη γέννησης της οικονομικής επιστήμης.

Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν είδε αρχικά ότι με το έργο αυτό θεμελίωνε μια νέα αυτόνομη επιστήμη, θεωρούσε την οικονομία ως κλάδο της ηθικής φιλοσοφίας και σαν τέτοιο ήθελε να τον μελετήσει. Η βασική σκέψη του ήταν ότι ο καθένας μπορεί να κυνηγάει το συμφέρον του με το δικό του τρόπο εφόσον δεν παραβιάζει τους νόμους της δικαιοσύνης. Ο Α. Σμιθ, και αυτή είναι η βασική του διαφορά από τους φυσιοκράτες, θεωρεί την εργασία ως την μεγάλη πηγή αγαθών που συντηρεί έναν λαό, αλλά η εργασία θα πρέπει να διαιρείται – κατανέμεται – με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε μέλος της κοινωνίας να εξαρτάται από κάποιο άλλο. Το κεφάλαιο της κατανομής της εργασίας στο έργο του είναι ένα από τα πιο όμορφα και προφητικά κεφάλαια στην ιστορία των οικονομικών αφού ο Σμιθ συμμεριζόταν την άποψη ότι η κατανομή της εργασίας με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας εφαρμοζόταν καλύτερα στα εργοστάσια παρά στην Γη. Έτσι ο μεγάλος αυτός οραματιστής έγινε προάγγελος της μεγάλης βιομηχανικής επανάστασης που σε λίγο θα άρχιζε στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ήταν χωρίς να το προμελετήσει ο θεωρητικός θεμελιωτής του καπιταλισμού.

Ταυτόχρονα όμως συνέλαβε και την έννοια της «αξίας» – πρόδρομος της «περί αξίας» θεωρίας του Κάρλ Μαρξ – που τη διαχώρισε σε δυο έννοιες: τη χρησιμότητα και την αγοραστική ή ανταλλακτική. Στην πρώτη έννοια – χρησιμότητα – δεν στάθηκε ιδιαίτερα, ενώ στην δεύτερη αφιέρωσε μεγάλη προσοχή. Θεώρησε ότι μέτρο της ανταλλακτικής αξίας των αγαθών είναι η εργασία το οποίο είναι το τελικό και πραγματικό μέτρο που μπορεί σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους να παραβληθεί η αξία όλων των εμπορευμάτων. Αλλά η εξέλιξη της κοινωνίας έκανε την αξία – και την πραγματική τιμή – των αγαθών να είναι συνάρτηση περισσοτέρων εκτός της εργασίας παραγόντων. Εδώ είναι το σημείο που ο Α. Σμιθ εισάγει την έννοια του κεφαλαίου που το θεωρεί απαραίτητο για την προοδευμένη κοινωνία και θεμιτό το κέρδος που καρπώνεται ο κάτοχος του κεφαλαίου.

Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα που πραγματεύεται στο δεύτερο βιβλίο του έργου του, «το κεφάλαιο». Το οποίο κεφάλαιο δεν το αντιμετωπίζει μόνο ως ατομικό αλλά προπάντων ως κεφάλαιο μια ολόκληρης κοινωνίας ή έθνους. Θεμελιώνει τις έννοιες του εθνικού εισοδήματος και του εθνικού κεφαλαίου και κάνει διάκριση μεταξύ του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος και του καθαρού, εκθέτει πολύ πρωτότυπες σκέψεις πάνω στο νομισματικό πρόβλημα και στην σημασία του χαρτονομίσματος, δικαιώνει τον τόκο που διεκδικεί το χρήμα  – όχι όμως και την τοκογλυφία – και τάσσεται υπέρ της ανεμπόδιστης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Το τρίτο βιβλίο του έργου του είναι ιστορικό και μιλά για την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και στο τέταρτο βιβλίο ασκεί  κριτική στον Μερκαντιλισμό – του προστατευτισμού και περιορισμού του εμπορίου που ίσχυε στην χώρα του. Ο Α. Σμιθ πρότεινε μια σειρά από μέτρα που θα οδηγούσαν σε μια βαθμιαία αλλαγή των περιορισμών και απαγορεύσεων ορισμένων ειδών που κρατούσε ακόμη στις μέρες του.

Ο Α. Σμιθ δεν ήταν εχθρός του κράτους, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει καθόλου στην οικονομική του σκέψη, γνωρίζει τον ρόλο του κράτους στ δημόσια ασφάλεια, την δικαιοσύνη, την εθνική άμυνα και το θεωρεί αναπόφευκτο να ανήκουν στην κρατική δικαιοδοσία τομείς που το κόστος συντήρησής τους θα πρέπει να το αναλάβει η κοινωνία ως σύνολο. Ο Σμιθ προχώρησε την οικονομική σκέψη πολλά βήματα από το σημείο όπου την παράλαβε και ενέπνευσε μια σειρά ανθρώπων – είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν – με το έργο του να συνεχίσουν και να πάνε την νέα ακόμη εκείνο τον καιρό επιστήμη πιο μακριά.