«Πόντια Μάννα, η ρίζα και ο κορμός της οικογένειας» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Πόντια Μάννα, η ρίζα και ο κορμός της οικογένειας»

horizontal-bar-posts-small
Γιώτα Ιωακειμίδου 

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 
horizontal-bar-posts-small

Η μάννα είναι ιερό και αξιοσέβαστο πρόσωπο στην ποντιακή κουλτούρα. Στις ποντιακές πατριαρχικές οικογένειες με  τον πατέρα αφέντη, η μάννα  είναι η  γυναίκα που σέβονται όλοι.

Η πόντια μάννα ήταν μια τραγική μάννα, αναγκάστηκαν πολλές από αυτές μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης να θάψουν τα παιδιά τους  θύματα της τουρκικής βαρβαρότητας ή ακόμα και τα πνίξουν οι ίδιες να μην τους προδώσουν τα παιδικά τους κλάματα ,όταν τους κυνηγούσαν οι ορδές των τούρκων στα βουνά του πόντου, για να σωθεί η ομάδα πιέστηκαν να  πνίξουν τα μωρά. Αντέχεται αυτό;

Στις  δύσκολες μέρες των διωγμών και του θανάτου στάθηκαν βράχοι φροντίζοντας ηλικιωμένους, παιδιά και ανήμπορους. Στις πορείες θανάτου και της λευκής γενοκτονίας  κουβαλούσαν στην πλάτη τα παιδιά  τους που πολλές φορές  πέθαιναν από το κρύο και την πείνα. Αυτές όμως ολόρθες συνέχιζαν να αγωνίζονται για την επιβίωση.

Άλλοτε πάλι σαν αντάρτισσα πολεμούσε  στα βουνά σαν άντρας, ντυμένη αντρικά ,καπετάνισσα.  Ζώστηκε τα άρματα  και πολέμησε  τους τούρκους με γενναιότητα .Η Σοφία Καζεπίδου, αντάρτισσα στα βουνά του πόντου πολεμούσε  έχοντας στην πλάτη την μικρή Ιφιγένεια. Μια σφαίρα σκότωσε την μάννα και η τρίχρονη τότε  επέζησε ρουφώντας το αίμα της μάνας της. Έτσι  σώθηκε  η μικρή Ιφιγένεια και  τελείωσε τον βίο της στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη.

Εξορία, ανταλλαγή, προσφυγιά, νέα πατρίδα. Σε όλα παρούσα  αγωνιζόταν να κρατήσει την οικογένεια  με νύχια και με δόντια. Θλιμμένη, μαυροφορούσα, με σιωπηλό κλάμα  ήρθε χήρα, έχασε παιδιά, οικογένεια. Συνέχισε όμως  τον ρόλο της, να είναι μάνα. Ξαναγέννησε παιδιά, μεγάλωσε σαν πραγματική μάννα τα παιδιά που δεν γέννησε η ίδια. Θυσία  για όλους  με την μόνιμη επωδό στο στόμα της «κουρπαν να ίνουμε»(να γίνω θυσία). Και ήταν αλήθεια αυτό, γυναίκα από ατσάλι ,αγωνίστρια,  σε εποχές πολύ δύσκολες ανάστησε ανθρώπους και τόπους.

Η μάννα του  ξεριζωμού και της προσφυγιάς είναι  μια μάννα αλλιώτικη, αγωνίστρια και νικήτρια της ζωής. Η ρίζα και ο κορμός της ποντιακής οικογένειας.

Αυτές οι γυναίκες, οι γιαγιάδες μας, σήκωσαν στους ώμους τους όλο το βάρος της προσφυγιάς, όρθωσαν το ανάστημά τους, προσπάθησαν να επιβιώσουν και να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Ανάστησαν παιδιά, τα σπούδασαν, τα στήριξαν.

Η μάννα αυτή δούλευε συνεχώς  στο σπίτι ,στο χωράφι ,στα ζώα. Δεν ήξερε τίποτα άλλο παρά μόνον τον δρόμο της προσφοράς . Άνθρωποι φτωχοί, μάνες χαροκαμένες πουλούσαν μια αγελάδα και την σοδειά να σπουδάζουν τα παιδιά τους.

Η δεύτερη γενιά ποντίων, η δική μου μάνα, ήταν το ίδιο δυνατές γυναίκες, από ατσάλι και αυτές. Ήταν τότε τα πέτρινα χρόνια της μετανάστευσης, έφευγαν οι άντρες του χωριού και έμεναν πίσω οι μάνες να αναστήσουν τα παιδιά και να συνεχίσουν να δουλεύουν τα χωράφια. Μάνες ακούραστες, σύντροφοι μοναδικές, κράτησαν την οικογένεια ενωμένη, μεγάλωσαν παιδιά με αρχές και αγάπη για τον τόπο τους… Μάνες… Από όλους τους τίτλους αυτόν θέλω να κρατήσω της μάνας, μάνα και εγώ της τρίτης γενιάς ποντίων.