«Λέξεις που διχάζουν… ορθογραφικά» Μέρος 4ο. Του Άρη Ιωαννίδη«Λέξεις που διχάζουν … ορθογραφικά» Μέρος 4ο  Βρώμικος ή βρόμικος; Βρωμιά ή βρομιά; Βρώμα ή βρόμα;»

Πραγματικά μεγάλο το δίλλημα. «Βρώμικος ή βρόμικος; Βρωμιά ή βρομιά; Βρώμα ή βρόμα;»  Ας προσεγγίσουμε όσο γίνεται πιο διεξοδικά  το θέμα, βασιζόμενοι σε απόψεις γλωσσολόγων, προσπαθώντας να βρούμε κάποιες απαντήσεις.

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, λοιπόν, η λέξη  «βρόμα», που ουσιαστικά σχετίζεται με την έλλειψη καθαριότητας, προέρχεται ετυμολογικά  από το ρήμα «βρομῶ», το οποίο με τη σειρά του παράγεται από το  «βρόμος», που παράγεται από το αρχαίο ρήμα «βρέμω» ( βρόμα  < βρομῶ < βρόμος <βρέμω). Και τα τρία (βρέμω-βρόμος-βρομώ) δήλωναν κρότο, θόρυβο και είναι ομόρριζα των «βροντή-βροντώ». Το γεγονός, μάλιστα,  ότι ορισμένοι κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία ενέτεινε κάπως την έννοια της λέξης «βρόμα», ώστε να σημαίνει δυσοσμία και στην συνέχεια ακαθαρσία, όπως σήμερα. Επομένως – σύμφωνα πάντα με τον Μπαμπινιώτη – όπως φαίνεται από την ετυμολογική προέλευση των λέξεων (βρέμω-βρόμος-βρομώ), η σωστή γραφή της λέξης «βρόμα» όταν εννοούμε την έλλειψη καθαριότητας είναι η γραφή είναι με -ο- (βρόμα, βρομώ). Συνεχίζοντας, τονίζει ότι  το -ω- εμφανίστηκε από παρετυμολογική σύγχυση της λέξης «βρόμα» με το ουσιαστικό « βρώμα» που σημαίνει «φάγωμα,  βρώση», το οποίο προέρχεται από το ρήμα  «βιβρώσκω». Η σύγχυση αυτή προέκυψε από την εκκλησιαστική φράση «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία» (νεκρώσιμη ακολουθία) που προκάλεσε μία σύγχυση μεταξὺ των λέξεων αλλὰ και στην έννοια τους. Από το «βρώμα» κατόπιν γράφτηκε και το «βρωμώ». Την ίδια άποψη, ότι δηλαδή η λέξη γράφεται με –ο, έχει και ο Τριανταφυλλίδης στο λεξικό του.

Ο Χατζιδάκις με τη σειρά του   διευκρίνισε  ποια είναι η επιστημονική ετυμολογία της λ. «βρόμα»: «τὴν λέξιν βρόμα παργον πολλο κ το γνωστο τροπαρίου “σκωλήκων βρῶμα κα δυσωδία”. Ἀλλ’ οδείς ρώτα, πς συμβαίνει ν σχηματίζηται ξ αυτο τ ῥῆμα βρωμεν, φο κ τν ες -μα νομάτων δν παράγονται ήματα ες -έω · πῶς ἦτο δυνατν ν παράγωνται ξ αυτο τόσον πλθος παραγώγων κα συνθέτων, φο α κ τς κκλησιαστικς γλώσσης εσαχθεσαι ες τν συνήθειαν λλαι λέξεις [οι άλλες λέξεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα και μπήκαν στην καθομιλουμένη] δν χρησιμεύουσι συνήθως εἰς παραγωγν κα σύνθεσιν· κα τ σπουδαιότατον, πς συμβαίνει ν ερίσκηται λέξις δη πρ Χριστο ν τ Π. Δ. κα βραδύτερον παρ Φρυνίχ π τς δυσωδίας. Πάντα τατα τ πορήματα ξαφανίζονται, ταν γνωσθ τι δη π. Χ. τ νομα βρόμος (ἐκ το βρέμειν) δήλωσε πρς τ ψόφ, κρότ [εκτός από τον θόρυβο, κρότο] κα τν κ τινων ψόφων προερχομένην κακήν σμήν· πρβλ. Ησυχ. βρομήσει, φυσήσει, ψοφήσει καὶ τ πασίγνωστον οὐχ μοιος ψόφος. Ὅτι δ ῥῆμά τι δύναται πρς τ κυρία σημασία [εκτός από τη βασική σημασία] νὰ δηλώσ κα τν εθς μετ τν πρώτην συνήθη πομένην, δλον κ τε λλων πολλν κα κ τοῦ πίπτειν ἐν τ μάχῃ δηλοῦντος ο μόνον τν πτσιν λλ κα τν περχόμενον θάνατον· πρβλ. καὶψοφεῖν = κροτεῖν, πίπτειν μετ κρότου (π τῶν υποζυγίων), ἀποθνσκειν. μοιον τ ψοφεν εναι τ μ. δουπεῖν, τῷ δὲβρομεῖν (= κροτεῖν κα πειτα ζειν) εναι τ ν Κεφαλληνίᾳκρούειν ὁμοίως π το πέρδεσθαι»…

Μήπως, λοιπόν, πρόκειται απλώς  για ομώνυμες / ομόηχες λέξεις ; Στην πραγματικότητα η λέξη «βρώμα» δεν έχει καμία σημασιολογική σχέση με τη λέξη «βρόμα». Η «βρόμα» σημαίνει έλλειψη καθαριότητας, ενώ «βρώμα (το)» σημαίνει φάγωμα.

Ας δούμε όμως και μία άλλη, αντίθετη άποψη. Η  Άννα  Τζιροπούλου  υποστηρίζει τη γραφή με –ω-, καθώς εμφανίζει  ως πιθανή την προέλευση της από το εκκλησιαστικό «βρώμα και δυσωδία».  Από την άλλη , παραθέτει αποσπάσματα από το λεξικό του Δημητράκου («τεμάχιον κρέατος που έχει προσαρτηθή σε παγίδα ζώων», «καρκινώδης πληγή», «διάβρωσις οδόντων»), που σύμφωνα με την ίδια αποδεικνύουν τα λεγόμενά της.