«Tα έθιμα του Πάσχα στην ελληνική πεζογραφία» της Αντιγόνης Καρύτσα

Το Πάσχα αποτελεί τη μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης και είναι  άρρηκτα συνδεδεμένο με την άνοιξη, τον οργασμό της φύσης,  το θρησκευτικό συναίσθημα και τα κατά τόπους ήθη και έθιμα που το συνοδεύουν. Γιορτάζεται με μεγαλοπρέπεια σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας με ιδιαίτερο παραδοσιακό χρώμα. Οι πιστοί βιώνουν την πορεία του Χριστού από τα Πάθη στην Ανάσταση και εξαγνίζονται με την προσευχή και την Θεία Μετάληψη από τις αμαρτίες τους, ενώ η Ανάσταση συμβολίζει τη νίκη του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο.

Πολλοί έλληνες λογοτέχνες εμπνευσμένοι τόσο από τη θυσία του Θεανθρώπου όσο και από την εαρινή μαγεία γράφουν διηγήματα που αντλούν τη θεματολογία τους από τη Λαμπρή. Στην ελληνική πεζογραφία,  στον τομέα της ηθογραφίας κυριαρχούν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ενώ ο Γρηγόριος Ξενόπουλος συνδυάζει στοιχεία ηθογραφικά μεταφερμένα στο αστικό μυθιστόρημα και στο διήγημα.

Ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού, Ανδρέας Καρκαβίτσας, σε ένα από τα «Διηγήματα του γυλιού» με τίτλο «Πάσχα στα πέλαγα», με το οποίο κέρδισε το Α΄ βραβείο στο διαγωνισμό της «Εστίας» το 1898, περιγράφει την Ανάσταση εν πλω, σ’ ένα καράβι με τα συνήθη έθιμά της :το χαρμόσυνο χτύπημα της καμπάνας της γέφυρας και της πλώρης, το φωτισμένο πλοίο, τις σαΐτες (πυροτεχνήματα), τα κόκκινα αβγά, τα λαμπροκούλουρα, το ψάλσιμο του «Χριστός Ανέστη», τη μαγειρίτσα. Και  βέβαια, την καλύτερη ευχή για τους ναυτικούς, του χρόνου να κάνουν Ανάσταση στο σπίτι τους.

 Το «Χωρίς στεφάνι», ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1896 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάσση Γαβριηλίδη παρόλο το κοινωνικό του περιεχόμενο (παρουσιάζει μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες και τάσσεται υπέρ του πολιτικού γάμου καθώς η ηρωίδα, η Χριστίνα είναι αστεφάνωτη) καταγράφει και τα πασχαλινά έθιμα που διατηρούνται μέχρι σήμερα: τη Μεγάλη Πέμπτη γίνεται το βάψιμο των αβγών , το ζύμωμα των κουλούρων και στην εκκλησία διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια. Η Μεγάλη Παρασκευή με το προσκύνημα και την περιφορά του Επιταφίου, το Μέγα Σάββατο με το άγιο φως της Αναστάσεως, ενώ η δεύτερη Ανάσταση γίνεται το απόγευμα της Λαμπρής όπου ακούγεται ο ύμνος «Αναστάσεως ημέρα» στη στολισμένη εκκλησία.

Ο Παπαδιαμάντης γράφει πολλά διηγήματα με αντίστοιχο περιεχόμενο:  «Εξοχική Λαμπρή» (1890),  «Παιδική Πασχαλιά» (1891), «Πάσχα Ρωμέικο» (1891), «Βλαχοπούλα» (1892), «Στην Αγι᾽Αναστασά» (1892), «Λαμπριάτικος Ψάλτης» (1893), «Ο Αλιβάνιστος» (1903, ) «Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη» (1914), «Τραγούδια του Θεού» και «Ταξίδι-Βαπόρι-Ρωμέικο».

Σε ένα από τα ωραιότερα διηγήματα, την «Παιδική Πασχαλιά», δύο ορφανά από μητέρα αδέλφια, μεγαλώνουν με τη φροντίδα της γιαγιάς τους, ενώ ο πατέρας τους με το μεγαλύτερο αδελφό είναι στα καράβια. Ο Παπαδιαμάντης κάνει μια αναδρομή στο  ευτυχισμένο Πάσχα που είχαν περάσει τα παιδιά, όταν ζούσε ακόμη η μητέρα, συγκρίνοντας το παρελθόν με το παρόν.

Ο συγγραφέας, αναφερόμενος στο περασμένο Πάσχα της οικογένειας μας παραθέτει λεπτομερή περιγραφή των εθίμων της Μεγάλης Εβδομάδας: τη Μεγάλη Πέμπτη γινόταν το βάψιμο των αβγών με ριζάρι, κιννάβαρι και ξύδι. Έπειτα έρχονταν τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα, κρατώντας ένα καλαμένιο σταυρό στολισμένο με τριαντάφυλλα, δενδρολίβανο, κόκκινες παπαρούνες  και αγριολούλουδα και στη μέση ένα χάρτινο Εσταυρωμένο, κουνώντας ένα κόκκινο μαντήλι και τραγουδούσαν: «Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα; Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.[…] Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα, κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ· ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες, τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες». Η μητέρα έδινε δύο κόκκινα αβγά σε κάθε παιδί και καταπιανόταν με το ζύμωμα των κουλούρων και μικρών «κοκκώνων» (μικρές κουλούρες) για τα παιδιά και τα βαπτιστήρια.

Τη Μεγάλη Παρασκευή προσκυνούσαν τον ανθοστολισμένο Επιτάφιο στην εκκλησία και περνούσαν τρεις φορές κάτω από το κουβούκλιο. Ενώ μετά τα μεσάνυκτα, όταν χτυπούσαν πένθιμα οι καμπάνες, ξαναπήγαιναν στην εκκλησία όπου έψελναν το «Ω γλυκύ μου έαρ» και άλλα θρηνητικά άσματα, ενώ οι πιστοί ακολουθούσαν με αναμμένα κεριά την περιφορά του Επιταφίου.

Το Μέγα Σάββατο γινόταν το σφάξιμο του αρνιού, ενώ το απόγευμα ο πατέρας έφερνε τις περίτεχνα στολισμένες λαμπάδες, με ψεύτικα λουλούδια και χρυσόχαρτα, που θα έπαιρναν μαζί τους στην εκκλησία. Μετά τα μεσάνυχτα, αφού γινόταν η Ανάσταση, άστραφτε ο ναός και η πλατεία από το φως των κεριών και από πυροκρόταλα ή από καψούλια ενώ τα παιδιά τσούγκριζαν κόκκινα αβγά. Το απόγευμα της Λαμπρής αφού γινόταν η δεύτερη Ανάσταση, έκαιγαν το ομοίωμα του Ιούδα και έπειτα κάθονταν στο πασχαλινό τραπέζι.

Την ίδια χρονιά, το 1891, δημοσιεύεται το διήγημα «Άρατε πύλας» του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη. Εδώ περιγράφεται το πάθημα του μπάρμπα -Κώστα κατά την είσοδο του Επιταφίου στην εκκλησία μετά την περιφορά του αργά το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Κατά την επιστροφή του Επιταφίου γίνεται η αναπαράσταση της καθόδου του Σωτήρος Χριστού στον Άδη, μια «συνήθεια αρχαιοτάτη», η οποία γίνεται και σήμερα σε κάποιες εκκλησίες.  Η λιτανεία σταματά έξω από την είσοδο του ναού, την οποία κρατά κλειστή αυτός που αναπαριστά τον Άδη. Οι ιερείς βαστώντας στους ώμους το Σώμα του Χριστού, σηκώνοντας από το κουβούκλιο τον Επιτάφιο, πλησιάζουν στην κλειστή θύρα. Ακολουθεί ο διάλογος μεταξύ του θριαμβευτή Σωτήρος Χριστού και του Άδη:  «– Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης!». Αυτός που βρίσκεται μέσα στο ναό και υποκρίνεται τον Άδη, ρωτάει τρεις φορές: «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;»  Την τρίτη φορὰ ο ιερέας σπρώχνοντας με το πόδι και τα χέρια του τις πύλες αναφωνεί: «– Κύριος τῶν Δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς Δόξης!» Και έτσι ανοίγουν οι πύλες και μπαίνει  μέσα ο Επιτάφιος. Ο μπάρμπα – Κώστας που υποκρίνονταν τον Άδη ξέχασε να παραμερίσει και τα φύλλα της πόρτας τον έριξαν  κάτω με αποτέλεσμα να χάσει τα δόντια του από το χτύπημα.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος,  σε μία από τις επιστολές του στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων», του οποίου ο ίδιος ήταν εκδότης,  με τίτλο  «Το Πρώτο μου Πάσχα», αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, ανασύροντας  ευχάριστες μνήμες  από την ομορφιά της φύσης και ενθυμούμενος το πρώτο Πάσχα που παρακολούθησε τα Πάθη του Χριστού τη Μεγάλη Εβδομάδα στην εκκλησία. Στο τέλος γράφει χαρακτηριστικά: « Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· […] Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα».

Η θυσία του Ιησού Χριστού προσφέρει σε όλους τη συμφιλίωση  και το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης φέρει στις ψυχές των ανθρώπων την αγάπη. Όλη η φύση και οι άνθρωποι συμμετέχουν στην Ανάσταση του Κυρίου, καθώς και στη μετάδοση του χαρμόσυνου γεγονότος σ’ όλη τη οικουμένη.