«Η μελωδικότητα της ελληνικής γλώσσας» του Άρη Ιωαννίδη«Η μελωδικότητα της ελληνικής γλώσσας»

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική». Κάπως έτσι ο Νικηφόρος Βρεττάκος κάποτε, με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, οριοθετούσε τη σχέση μουσικής κι ελληνικής γλώσσας. Μία σχέση στενά συνυφασμένη, άρρηκτη, αμφίδρομη. Μία σχέση που χαρακτήριζε  κάθε Έλληνα, καθώς θεωρούσε ότι η μουσική είχε ουράνια προέλευση, αποδίδοντάς της ακόμη και εξωπραγματικές ή και θεραπευτικές ιδιότητες, όπως βλέπουμε και στον Όμηρο, όπου ο Έλληνας ψάλλει άσμα για να σταματήσει το αίμα στην πληγή του. Μήπως οι προγονοί μας υπήρξαν οι θεμελιωτές της σύγχρονης επιστήμης της «μουσικοθεραπείας»; Διόλου απίθανο…

Λένε ότι ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από το φυσικό περιβάλλον και τους ήχους που αυτό παρήγαγε, δέχτηκε τα πρώτα  ερεθίσματα ώστε να αρθρώσει λόγο. Η φύση ουσιαστικά ήταν αυτή που του γέννησε  την ιδέα του ήχου. Κι αυτός, εκμεταλλευόμενος όλα αυτά τα ερεθίσματα που αφειδώς του παρείχε η ίδια η φύση – και δη η ελληνική –   αναπαρήγαγε δημιουργικά ό,τι άκουγε. Το πρώτο μουσικό όργανο υπήρξε η ίδια η φωνή του ανθρώπου.  Μέσα από μία γόνιμη πορεία στο χρόνο δημιούργησε κατόπιν  όλα εκείνα τα αξιοθαύμαστα κι απαράμιλλα γραπτά έργα τέχνης, που μόνο ένα έλλογο ον θα είχε τη δυνατότητα να πραγματώσει. 

Στο πλαίσιο αυτών των επιτευγμάτων του ανθρώπου ήρθε και η ελληνική γλώσσα, ως επιστέγασμα ενός περίλαμπρου πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι στην αρχαιότητα  ονομαζόταν  και «αυδή», προερχόμενη από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ, που παραπέμπει εκ νέου σε μία βασική της ιδιότητα, τον προσωδιακό της χαρακτήρα. Κάτι ανάμεσα σε ομιλία και τραγούδι θα λέγαμε. Μέσα από τους στίχους του Ομήρου αναδύεται μουσική.   Ο αρχαίος Έλληνας μέσω της ομιλίας του «μάγευε» το κοινό του. Κάποτε στη Ρώμη πλήθος κόσμου συνέρρεε να ακούσει και να θαυμάσει Έλληνες ρήτορες που «ελάλουν ως αηδόνες» και οι οποίοι κρατούσαν εκστασιασμένους όλους όσοι ήταν τυχεροί να τους ακούσουν .

Βέβαια, οι πρόγονοί μας, όπως μιλούσαν έτσι κι  έγραφαν. Δεν είχαν ανάγκη τόνους, πνεύματα, για να  να εκφράσουν αυτό που ήθελαν. Όλοι ήξεραν πώς να προφέρουν σωστά τη γλώσσα. Όλα αυτά (τόνοι, πνεύματα, υπογεγραμμένες…)  ήταν κατοπινές «εφευρέσεις», προκειμένου να κρατηθεί ζωντανή η προφορά της ελληνικής γλώσσας, που στο διάβα των αιώνων αλλοιώθηκε και ξεχάστηκε. Αλήθεια, πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι οι τόνοι, τα πνεύματα, η υπογεγραμμένη, ακόμη και τα εισαγωγικά και οι παρενθέσεις και τόσα άλλα δεν είναι παρά «βοηθήματα» απαραίτητα για τη διατήρηση του προσωδιακού χαρακτήρα της γλώσσας μας; Δυστυχώς κανένας δε φρόντισε να μας εξηγήσει το ρόλο τους, παρά μόνο αναλωθήκαμε όλοι μας σε μία στείρα απομνημόνευση κανόνων, ώστε να γνωρίζουμε πότε θα βάλουμε οξεία, πότε περισπωμένη, πότε βαρεία…χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουμε το βαθύτερο λόγο ύπαρξής τους. Άλλωστε σύμφωνα με τη  φιλόλογο και συγγραφεύ Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου, «Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες». Μάλιστα,  οι αρχαίοι Έλληνες ποτέ δε χρησιμοποίησαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες. Τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου ήταν και νότες και αριθμοί.

Σήμερα, άραγε, πως χάθηκε αυτή η μελωδία από τη γλώσσα μας; Μήπως κάπου στη μακραίωνη πορεία της φυλής μας υπήρξαν κάποιοι ανασταλτικοί παράγοντες της συνέχισής της, όπως η Τουρκοκρατία; Ίσως μάλιστα οι «χωριάτες», όπως συνηθίζουν κάποιοι να αποκαλούν  τους ανθρώπους της επαρχίας και τους οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την «περίεργη» προφορά τους, να είναι πιο κοντά στην αρχαιοελληνική προφορά, από πολλούς άλλους των μεγάλων πόλεων.

 Βασικά, δε γνωρίζουμε καν πως ήταν η προφορά της αρχαίας ελληνικής. Φροντίσαμε να γεμίσουμε το μυαλό μας με κανόνες, αγνοώντας ίσως το σημαντικότερο: τη ζωντανή, ολοζώντανη προφορά της. Μόνο γραπτώς φροντίσαμε – μάλλον φρόντισαν πολλοί στο παρελθόν και συνεχίζουμε να το τηρούμε –  να  διατηρήσουμε τη γλώσσα μας, διασώζοντας το επιστημονικό μέρος της, αγνοώντας ίσως το καλύτερο,  το προσωδιακό. 

Διδαχθήκαμε και διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά με την προφορά της νεοελληνικής. Λάθος. Να φανταστείτε ότι στα πανεπιστήμια του εξωτερικού διδάσκονται με την «αυθεντική» προφορά της, όπως τουλάχιστον την προσέγγισε πριν από πολλούς αιώνες ο Έρασμος και σήμερα, αποκαλείται τιμής ένεκεν ερασμική (ή ερασμιακή). Εδώ, τι γίνεται; Δίνουμε όλο μας το «είναι» να μάθουμε ξένες γλώσσες, ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, για να μάθουμε τη σωστή προφορά τους και να εντυπωσιάσουμε τους συνομιλητές μας , αλλά με την προφορά της μητέρας όλων των γλωσσών, της αρχαίας ελληνικής, ποιος ενδιαφέρθηκε;

Κάποτε ο Βάγκνερ είχε πει ότι αν δεν υπήρχαν τα συγγράμματα των αρχαίων  Ελλήνων συγγραφέων, δε θα υπήρχε η ανάλογη εξέλιξη της μουσικής.  Ο Ρωμαίος Οράτιος κάποιους αιώνες πριν διαπίστωνε ότι  η ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα. Ο Ιάνης Ξενάκης, διεθνούς φήμης μουσικός, πολύ αργότερα συμπλήρωσε ότι η μουσικότητα που συνοδεύει την ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να είναι εφάμιλλη μόνο της συμπαντικής. Και κλείνουμε με την Έλεν Κέλλερ που εκθείασε τη γλώσσα μας, λέγοντας ότι «αν το βιολί είναι το τελειότερο μουσικό όργανο, τότε η ελληνική γλώσσα είναι το βιολί του ανθρώπινου στοχασμού»…