«Τα μαστόρικα: Μια χαμένη επαγγελματική αργκό» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Τα μαστόρικα: Μια χαμένη επαγγελματική αργκό»

horizontal-bar-posts-small
Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

 

Του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή
horizontal-bar-posts-small

Είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο σε κλειστές ομάδες (υποκοσμιακές ή συντεχνιακές) οι λεγόμενες «συνθηματικές γλώσσες» (argot). Οι ομάδες των ανθρώπων αυτών έχουν πλάσει τη δική τους γλώσσα αποκλειστικά για την ανάγκη της δικής τους επικοινωνίας, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τους υπόλοιπους γύρω τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και οι παλιοί μάστορες είχαν τη δική τους συνθηματική γλώσσα. Δουλεύοντας σε ανοιχτό περιβάλλον, είχαν την ανάγκη να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Η διάλεκτος αυτή, τα κουδαρέικα (κούδας = μάστορας) έχει κάποιες παραλλαγές ανάμεσα Ήπειρο και Θεσσαλία και φυσικά δεν είναι γραπτή.

Σαν φόρο τιμής στην μνήμη του πατέρα μου που ήταν ένας απ’ τους παλιούς μαστόρους, αποθησαύρισα όσες λέξεις μπόρεσα να συγκεντρώσω απ’ αυτή τη θεσσαλική παραλλαγή της διαλέκτου, την οποία κάποτε την είχα μάθει (εν μέρει) και ο ίδιος από τα λίγα παλιά μαστόρια που είχαν απομείνει, και η οποία σβήνει με το χρόνο, μαζί με εκείνους που την επινόησαν.

 

αγκίδα = κορίτσι

αγωγιάτες = πόδια

αηδόνι = αιδοίο

αόρματος = ωραίος (φυσάει αόρματος = είναι όμορφος, καλός)

αστάρος = παππούς

 

γάβρος = τυρί

γκαμπέτσω = πέος

γκιούληδες = φασόλια

γυαλίζομαι = φαίνομαι

γυαλίζω = βλέπω

γυαλιστερό = παράθυρο

 

ζαπεύω = κάθομαι

ζούμπενα = πίττα (μελαχρινή ζούμπενα = λαχανόπιττα)

 

καλόγηρος = νύχτα

καστανάρας = καφές (κουλουριάζω τον καστανάρα = φτιάχνω καφέ)

καψαλάω = φεύγω

κούδας = μάστορας

κουδαρέϊκα = μαστόρικα

κουδαρούλι = μαστοράκι

κούρκουλας = παπάς

κούφιο = σπίτι

 

λαγός = αγόρι

λαμπερό = παράθυρο

λαμπίρος = τσίπουρο (φυσάει λαμπίρος; = έχει τσίπουρο;)

λιγκρόβα = φαγητό

 

νταλαμάγκο = γάλα

 

μανάβηδες = καρφιά

μανεύω = τρώω

μάνο = ψωμί

μαράτος = άρρωστος

ματσεύω = αφοδεύω

μαυρομάτες = ελιές

μέκος = χαζός, ανόητος  (φυσάει μέκος = είναι ανόητος)

μέτσινα = ψέμματα

μουχός = αφεντικό

μουχούσα = η γυναίκα του αφεντικού

μπραχάλα = δουλειά

 

ντένα = ώρα  (Τι ντένα φ’σάει; = τι ώρα είναι;)

 

ξεσέρνω = φέρνω (ξεσέρνομαι = έρχομαι)

ξεφυλλιάζω = λέω, συζητώ (ξεφύλιασε τον μουχό να ξεσύρει φλούδες = πες στο αφεντικό να φέρει λεφτά)

 

οξιά = νερό

πέρδικα = κρεμμύδι

πισπίλι = πρωκτός

 

σιόρος = κρασί

στάμος = τεμπέλης  (φυσάει στάμος)

στουρνάρια = γυναικείο στήθος (φυσάει αόρματα η ακίδα τα στουρνάρια)

συντρόφι = βρακί

 

τζιαμάλω = φωτιά

τρικαλινός = πορδή

τσέτσος = κρέας

τσιουλίζω = ακούω, καταλαβαίνω  (τα τσιουλίζεις τα κουδαρέϊκα; = καταλαβαίνεις μαστόρικα;)

 

φλούδες = χρήματα

φοράδια = ξύλα

φυσάω = είμαι, υπάρχω (φυσάει λαμπίρο; = υπάρχει τσίπουρο;)