«Ας σταματήσουμε να δολοφονούμε τη φαντασία των παιδιών…» του Άρη Ιωαννίδη«Ας σταματήσουμε να δολοφονούμε τη φαντασία των παιδιών…» του Άρη Ιωαννίδη

Η ώρα της κρίσης, για μια ακόμη χρόνια  πλησιάζει. Τα παιδιά ήδη μετρούν αντίστροφα, αναμένοντας – με διαφορετικά συναισθήματα έκαστο  – τη στιγμή που θα λάβουν μέρος στην πιο κρίσιμη (τουλάχιστον μέχρι τώρα) πρόκληση της ζωής τους. Στις Πανελλήνιες εξετάσεις.

Ο δρόμος τραχύς. Οι δυσκολίες πολλές. Οι θυσίες αμέτρητες. Η πιο σημαντική ίσως αυτή της φαντασίας τους, η οποία στο βωμό της βαθμοθηρίας – που το ίδιο το σύστημα υποθάλπει –  θυσιάζεται ως άλλη Ιφιγένεια. Τι κι αν βροντοφωνάζουν οι ψυχολόγοι και οι πάσης φύσεως επαΐοντες  ότι η φαντασία έχει σημαίνοντα ρόλο στη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού; Εμείς όλοι μας την πυροβολούμε ανηλεώς. Όλοι μας χωρίς καμία εξαίρεση. Γιατί όλοι μας είμαστε υποχρεωμένοι να υπηρετούμε ένα σύστημα που κάθε άλλο παρά προάγει την ελεύθερη και δημιουργική σκέψη του νέου.  Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολύ απλά ότι θέτουμε φραγμούς στην ελεύθερη έκφραση του παιδιού, στην ελεύθερη προσέγγιση κι ερμηνεία.

Φανταστείτε για παράδειγμα γραπτά υποψηφίων σε μαθήματα όπως Λογοτεχνία, Νεοελληνική Γλώσσα, Διδαγμένο Αρχαίων Ελληνικών κ.α. Μαθήματα δηλαδή που απαιτούν ένα διαφορετικό από τα συνηθισμένα τρόπο προσέγγισης κι έναν ιδιαίτερο τρόπο διαβάσματος. Γραπτά, λοιπόν,    που να αντιβαίνουν κατά πολύ τα καθιερωμένα και να προσεγγίζουν με μία καθαρά προσωπική, δημιουργική ματιά το κείμενο, αφήνοντας το δικό τους στίγμα στην ερμηνεία του. Ποιο πιστεύετε θα ήταν το αποτέλεσμα; Θα επιβραβευτεί ή θα χαντακωθεί ένα τέτοιο γραπτό;

Βέβαια, το παιδί και περισσότερο όλοι οι υπόλοιποι γύρω του γνωρίζουν ότι  ένα τέτοιο ρίσκο ίσως και να κοστίσει ακριβά. Πολλές και διαφορετικές ερμηνείες από αυτές που «επιβάλλει» το βιβλίο του μαθητή, του εκπαιδευτικού, οι σημειώσεις, τα βοηθήματα  ίσως κριθούν «αιρετικές» και οδηγηθούν εις το πυρ το εξώτερον…

Το σίγουρο είναι ότι προσπαθούμε – λόγω του συστήματος – να περιορίσουμε τη σκέψη του παιδιού και να τη βάλουμε σε καλούπια. Το παιδί όμως διακρίνεται για την ικανότητά του να θεάται τα πράγματα μέσα από τη δική του οπτική, να φιλτράρει ό,τι του παραδίδουν ως αυθεντία και να δίνει πάντα τη δική του εκδοχή σε θέματα που εμείς οι μεγαλύτεροι θεωρούμε πολλές φορές δεδομένα. Διακρίνεται έντονα  από αυτό που ονομάζουμε γόνιμη αμφισβήτηση, στο πλαίσιο πάντα της λογικής. Ας μην του το στερούμε.

Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Ποια πρέπει να είναι η θέση μας; Να είμαστε συνεργοί στη δολοφονία της παιδικής φαντασίας; Να παρακινήσουμε τα παιδιά να αγνοήσουν την προσωπική τους θέση, αποδεχόμενοι κάτι που ίσως και να μην τους βρίσκει καθόλου σύμφωνους; Ποιος θα μας δώσει απαντήσεις;

Όταν το γραπτό ενός παιδιού είναι έτοιμο για βαθμολόγηση ποια δεδομένα θα ισχύσουν;  Θα αξιολογηθεί από ένα βαθμολογητή που θα κινηθεί αυστηρά στα όρια που του χαράζει κάποια επιτροπή ή  κάπως πιο ελεύθερα, με ανοχή στο διαφορετικό, έστω κι αν αυτό αντιβαίνει βασικές κατευθυντήριες γραμμές που ο ίδιος έχει λάβει; Και σε καμία βέβαια περίπτωση δεν πρέπει να ρίχνουμε πάντα το λίθο του αναθέματος στους βαθμολογητές. Δεν είναι μηχανές που καλούνται να διορθώσουν γραπτά «σωστού – λάθους» ή πολλαπλής επιλογής, αλλά γραπτά μαθητών με διαφορετικές προσωπικότητες, βιώματα και προσεγγίσεις και προπάντων με πολλές ανησυχίες. Φυσιολογικό είναι να υπάρξουν υποκειμενικά κριτήρια στη βαθμολόγηση, γεγονός που γίνεται κάθε χρόνο ορατό με τα μεγάλα ποσοστά αναβαθμολόγησης γραπτών συγκεκριμένων μαθημάτων.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, δεν μπορούμε παρά να προσεγγίσουμε το θέμα με την αλάνθαστη – κατά τον Αριστοτέλη – πρακτική της μεσότητας. Ίσως έτσι επιτύχουμε το σκοπό μας – που δεν είναι άλλος από την εισαγωγή του υποψηφίου στο πανεπιστήμιο – δολοφονώντας παράλληλα ό,τι πιο δημιουργικό μας έχει προικοδοτήσει η φύση μας, τη φαντασία.