Θα έχουμε δει ή θα έχουμε διαβάσει φράσεις όπως: «απαγορεύεται το καπνίζειν, το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, κατά το δοκούν, φερ’ειπείν» κτλ. Έχουμε αναρωτηθεί τι είναι οι λέξεις «καπνίζειν, λακωνίζειν, φιλοσοφείν, δοκούν, ειπείν»; Μα φυσικά απαρέμφατα.

Τι είναι όμως το απαρέμφατο; Στην αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν ένας άκλιτος ρηματικός τύπος που δεν φανέρωνε [α- στερητικό + παρεμφαίνω (=φανερώνω)] το πρόσωπο του υποκειμένου του. Η χρήση του ήταν πολύ συχνή. Σιγά σιγά όμως άρχισε να εκλείπει από τη γλώσσα μας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Αλεξανδρινών χρόνων, όπου και αυξήθηκαν οι περιφραστικές εκφράσεις.  

Στη νέα ελληνική έχουμε απαρέμφατο; Σαφώς και έχουμε, αλλά με άλλη μορφή. Περιφραστικά. Συγκεκριμένα σχηματίζεται με το βοηθητικό ρήμα «έχω», για την απόδοση των συντελεσμένων ρηματικών χρόνων, όπως για παράδειγμα: έχω γράψει, έχει διαβάσει… Απαρέμφατο έχει και η ενεργητική φωνή, αλλά και η παθητική, π.χ. έχω δέσει, έχω δεθεί…

Βέβαια, μην ξεχνάμε τον τύπο «είναι» που τόσο συχνά συναντάμε στην καθημερινότητά μας. Πρόκειται για απαρέμφατο και μάλιστα του ρήματος «ειμί».

_________________________________________

Βιβλιογραφία: 

Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1985 (σελ. 38, 39 § 47, 48).
Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου
Χρ. Κλαίρης & Γ. Μπαμπινιώτης, Γραμματική τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2005: Ελληνικά Γράμματα.

Άρης Ιωαννίδης*
Φιλόλογος

© schooltime.gr