«Ο Δικτάτορας» διήγημα της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα«Ο Δικτάτορας» διήγημα

Μεγάλη μέρα ξημέρωσε για την Αντίστα. Σήμερα, ανήμερα της Παπαντής*, θα περάσει απ’ το χωριό μας ο Μεγάλος ο Δικτάτορας. Θα βγει από την κουρσάρα του, και ενώ η Νούλα η κόρη του νωματάρχη θα του προσφέρει μια ανθοδέσμη ίσα με το μπόι της, εγώ θα απαγγέλω με δυνατή φωνή το ποίημα, που έγραψε ο δάσκαλος για την Αφεντιά του και θα το διάβαζε η Νούλα, αλλά παρά τις εικοσαήμερες προσπάθειες της μάνας της και του ποιητή να της το μάθουν, δεν τα κατάφερε. Έτσι το πήρα εγώ το ποίημα, που με μια ματιά το είπα νεράκι.

«Δεν πειράζει, ας το πει η Ιφιγένεια» είχε πει η κα νωματάρχου, όταν με άκουσε στο γραφείο του δασκάλου με το μαύρο τηλέφωνο και τις φωτογραφίες του βασιλιά και της Άννας Μαρίας στον τοίχο. Έπειτα με κοίταξε με κείνο το ξινισμένο ύφος, που παίρνει όταν συγκρίνει το ύψος μου με το μπόι της Νούλας για να διαπιστώσει γι’ άλλη μια φορά πως την περνάω ένα κεφάλι, και είπε στον δάσκαλο.

«Όποιος κρατάει τα άνθη κλέβει την παράσταση κι όχι όποιος έχει καλό μνημονικό. Έτσι κι εγώ άχνα δεν έβγαλα κείνη την παγωμένη νύχτα του εξήντα στην Θεσσαλονίκη, όταν με ακόμα εννιά κόρες αξιωματικών επιστρατευθήκαμε για να σώσουμε την πατρίδα. Αμίλητες γδυθήκαμε και σιωπηλά γλιστρήσαμε κάτω από το πάπλωμα του γέρου της δημοκρατίας, που είχε πάθει υποθερμία για να τον ζεστάνουμε και τον αναστήσαμε, μαζί με αυτόν και την δημοκρατία. Την άλλη μέρα, ο Γέρος από το μπαλκόνι, αντί να ευχαριστήσει την Ουρανία την κόρη εκείνου του κομμουνιστή, που τον καλωσόρισε με ένα κάρο λόγια όμορφα, κοίταξε προς το μέρος μας και είπε το γνωστό: “θερμοφόρες εσείς της Βορείου Ελλάδος”. Τα λόγια δασκαλάκο μου φεύγουν. Εκείνο που μένει στο μυαλό, είναι η ολόθερμη παρουσία, τα λουλούδια και τέλος-τέλος η καταγωγή». Έκανε αέρα με την βεντάλια της η κα νωματάρχου, που παρά την χαμηλή θερμοκρασία κοκκίνισε σαν την παπαρούνα, και εκμυστηρεύτηκε στον δάσκαλο το όνειρο, που είχε δει την προηγούμενη νύχτα. Καθόταν, είπε, στο μαγαζί του Μπάρα- Μπάρα με τον δικτάτορα και τσούγκριζαν τα γεμάτα με κόκκινο κρασί ποτήρια τους στην υγειά τους και στη υγειά της επανάστασης και των ηρωικών εκείνων βαθμοφόρων, που μέσα στη νύχτα κατέβασαν τα τανκ στους δρόμους και έκλεισαν όλους τους κομμουνιστές στις φυλακές μαζί και την Ουρανία και τον πατέρα της. Και κάθε φορά που τσούγκριζαν, χυνόταν έξω το κρασί κι έσταζε πάνω στην η άσπρη φούστα της, που από τα πολλά τσουγκρίσματα είχε ματώσει. «Το κόκκινο είναι γρήγορο. Ποιος ξέρει…» χαμογέλασε η θερμοφόρα, «Μπορεί, μπορεί, να έρθει και στο σπίτι μου ο Δικτάτορας και κει θα καταλάβει με ποια έχει να κάνει και θα λάβει γνώση της αγωγής και της ανατροφής της κόρης ενός εθνικόφρονα αξιωματικού!».

Ο δάσκαλος βλέποντας πως είχα στήσει αυτί και κατάπινα, ότι έβγαζε από τα κατακκόκινα χείλια της η κα ενωματάρχου, μου έδωσε το χαρτί με το ποίημα και μου είπε να ξεκουμπιστώ, αφού με προειδοποίησε, πως αν έκανα κάποιο λάθος, την είχα βαμμένη.

Απ’ τις οκτώ και τέταρτο παραταχθήκαμε στην πλατεία φορώντας τα καλά μας, άσπρη μπλούζα ζιβάγκο με μπλε φούστα και άσπρη κορδέλα στα μαλλιά τα κορίτσια, άσπρο πουκάμισο και μπλε παντελόνι τα αγόρια.

 Όσο περνούσε η ώρα στριμωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο και ξεφεύγαμε από τη γραμμή, πού είχε χαράξει ο δάσκαλος στο χώμα, και όλο εκείνος μας αγριοκοίταζε και δαγκώνοντας την γλώσσα του μας ευθυγράμμιζε προς τα πίσω και στην θέση μας με την βέργα, που έπεφτε αδιακρίτως πάνω μας, χωρίς όμως να πετυχαίνει τον στόχο της, αφού σε λίγο βρισκόμαστε πάλι πιο μπρος από την συμφωνημένη θέση. Και όλο πατούσε ο ένας τον άλλον και είχανε γίνει αφανέρωτα τα ρούχα και οι άσπρες μας κάλτσες από το χώμα, και όλο προσπαθούσαμε να μαντέψουμε στον ορίζοντα τη μαύρη κούρσα του αφέντη, γιατί παντού στον κόσμο οι δικτάτορες με μαύρες νεκροφόρες ταξιδεύουν. Ώσπου ακούστηκε η φωνή του Σπύρου, που κρυφά από τον δάσκαλο είχε σκαρφαλώσει σε μια μουριά και αποσπούσε μέχρι τότε επιφωνήματα θαυμασμού από τα αγόρια με τις ακροβασίες του:

«Νάτος, νάτος έστριψε. Νάτος πέρασε τη γέφυρα. Έρχεται, έρχεται».

«Επιτέλους» ανασάναμε και στυλώσαμε τα μάτια  στο ανάχωμα

«Μα αυτό δεν είναι κούρσα. Είναι μεγάλο. Είναι μάλλον τανκ! Ήρθε με το τανκ από την Αθήνα! Πλησιάζει κι είναι κόκκινο!»

Πέντε ατέλειωτα λεπτά αργότερα το τρακτέρ του Παπή ακολουθούμενο από σύννεφα σκόνης, από την Πρωτοχρονιά είχε να βρέξει, κοκαλώνει μπροστά στον όγκο του νωματάρχη, που περιμένει αφρίζοντας .

«Τι κάνεις μωρέ, δεν είδες την ανακοίνωση της αστυνομίας, πως σήμερα έρχεται ο δικτάτορας και απαγορεύεται η κυκλοφορία των οχημάτων στους δημόσιους δρόμους;»

«Κι απαγορέψανε την κυκλοφορία;» Πήδηξε από το τρακτέρ ο Παπής. «Εγώ άνθρωπος αγράμματος είμαι, αλλά άκουσα πως αυτά, μόνο στην Κίνα γίνονται. Εκεί, είπαν, πως κλείνει ο σιδηρόδρομος, κάθε φορά που ταξιδεύει ο Μάο» .

«Το μυριζόμουν πάντοτε, πως είσαι κομμούνι Παπή και τώρα έχω την απόδειξη». Ακούμπησε ο νωματάρχης στον ώμο του Παπή το ραβδί του.

«Ποια απόδειξη κυρ καπετάνιο μου; Δεν ξέρω ο έρμος γράμματα. Δεν διάβασα κανένα ραπόρτο. Εγώ το χωράφι μου όργωσα. Έρχεται ο Μάρτης και θα σπείρουμε».

«Τέτοια μέρα κι όργωνες; Αναρχικό στοιχείο, τρομοκράτη. Τσακίσου, πάρε το καρούλι σου κι εξαφανίσου από δω κι αύριο να ‘σαι στο τμήμα στις δέκα με την ταυτότητά σου και μην με αναγκάσεις να στείλω χωροφύλακα να σε μαζέψει». Τον διέταξε ο νωματάρχης.

 «Μα κυρ νωματάρχη αύριο έχω τον μπαξέ. Θα πέσουν τα μανταρίνια»

«Στο διάβολο τα μανταρίνια σου, στο διάβολο όλα. Αύριο στις δέκα να είσαι στο τμήμα». Χτύπησε τις μαύρες του μπότες ο νωματάρχης και υποκλίθηκε προς την μεριά της κυράς του.

Ο ήλιος είχε ανέβει τρεις οργιές και ζεμάταγε, εμείς είχαμε ήδη κουραστεί και είχαμε αποτραβηχτεί προς την πλατεία και ο δάσκαλος συζητούσε άκεφα με το νωματαρχιακό ζεύγος, όταν έφτασε  ο γραμματέας κουτσαίνοντας με το τηλεγράφημα.

Ο δικτάτορας μας χαιρετούσε και μας ευλογούσε, αλλά είχε προτιμήσει να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Θα μας έβλεπε όμως την επόμενη φορά, είχε χρόνια μπροστά του….

 * Υπαπαντής