Ομόηχες λέξεις (ομόηχα ή ομώνυμα): Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας

Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης*

Στη γλώσσα μας – λόγω του πλούτου που  τη διακρίνει – παρατηρούνται πολλές ομόηχες λέξεις (ομόηχα  ή ομώνυμα). Έτσι  ονομάζονται οι λέξεις που προφέρονται όμοια αλλά έχουν διαφορετική σημασία και συχνά ορθογραφία.

αίτημα  –  έτοιμα

ακόλλητος   ( < κολλώ ) – ακώλυτος ( < κωλύω )

άφιλος ( < φίλος )  – άφυλλος ( < φύλλο )

 βάζο – βάζω

(ο) βόλος (μπίλια) – Βόλος (η πόλη)

γλείφω ( με τη γλώσσα )  – γλύφω ( με εργαλείο )

δανεικός  ( < δανείζω ) – δανικός ( < Δανία )

διάλειμμα (< διαλείπω )   –  διάλυμα ( < διαλύω )

δῆμος – δεῖμος ( < η προσωποποίηση του τρόμου)

δίνει ( δίνω )  – δίνη ( στρόβιλος )

δίστιχο ( δύο στίχοι ) –  δύστυχο ( το ) (κακότυχο )

(το) δράμα (θεατρικό έργο) – Δράμα (πόλη)

έγγειος  – έγκυος

έκκληση  – έκλυση ( ηθών )

εξάρτηση ( < εξαρτώμαι ) – εξάρτιση ( πλοίου )  – εξάρτυση ( στρατιώτη )

ετοιμολογία  –  ετυμολογία ( της λέξης )

ευφορία  – εφορία

εύηχα-έβηχα

ήρα ( του σιταριού )   – Ήρα ( θεά )

ήττα  – ήτα ( το γράμμα )

θαλάμη ( όπλου )  – θαλάμι ( φωλιά χταποδιού )

θύρα ( πόρτα ) – θήρα ( κυνήγι )  – Θήρα ( το νησί Σαντορίνη )

ίλη ( λόχος ιππικού )  – ύλη

ιός  ( γρίπης )  – υιός ( γιός )

Ιωνικός ( < Ιωνία )  – Ιονικός ( < Ιόνιο )

καινός ( καινούριος)  – κενός

κάλλος  – κάλος

κάππα ( το ) γράμμα – κάπα ( η ) πανωφόρι

(το) κερί – (οι) καιροί

κήτος ( θαλάσσιο )  – κύτος ( πλοίου , αμπάρι )

κλίνει-κλείνει-κλίνη

κλήση-κλίση-κλείσει

κλήμα  –  κλίμα

κόλλημα  – κώλυμα

κόμη ( μαλλιά )  – κώμη ( κωμόπολη )

κόμμα ( πολιτικό, σημείο στίξης )   – κώμα

Κρητικός – κριτικός

κρήνη – κρίνοι – κρίνει

Κρητικὸς –  κριτικὸς

κινώ – κοινό

λήμμα ( λέξη )  – λύμα ( απόβλητο )  – λίμα ( < λιμάρω )

λιμός ( πείνα )  – λοιμός ( ασθένεια)

λήθη – λίθοι

λίπη ( τα ) – λύπη ( η ) – λείπει ( ρήμα )

λίρα ( νόμισμα )  λύρα ( μουσικό όργανο )

λιτός – λυτός ( < λύνω )

μέλι-μέλη-μέλλει-μέλει ( ενδιαφέρει ) 

(τα) μέρη (τοποθεσίες) – Μαίρη (όνομα)

Μήλος ( το νησί )  – μύλος ( ο )

μήτρα ( γυναίκας )  – μίτρα ( δεσποτική )

μοιχός ( άπιστος σύζυγος ) – μυχός ( κόλπου )

μηλιά  – μιλιά ( < μιλώ )

νίκη – νοίκι

νότα  – νώτα ( τα )

ξηρός – ξυρός ( το ξυράφι ) βλ. επί ξυρού ακμής

όμως (σύνδεσμος) – (ο) ώμος (σώμα)

όρος ( βουνό)  – όρος ( συμφωνία )

οι πότες – ιππότες

πάλι, πάλη, πάλλει

πήρα (παίρνω) – πείρα (γνώσεις που έχει αποκτήσει κάποιος από μια δραστηριότητα που ασκεί)

πύθων,  πείθων

Πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί

πιάνο – πιάνω ( ρήμα )

πείρα – πήρα ( παίρνω )

ποιά (αντων .)    –  πιά ( επίρρ. )

(ο) πόρος (του δέρματος) –  Πόρος (νησί)

(ο) πύργος (κτίριο) – Πύργος (πόλη)

παράλειψη ( < παραλέιπω) – παράληψη (  < παραλαμβάνω )

ρήμα ( το ) – ρίμα ( η )

σατυρικός ( που ταιριάζει σε Σάτυρο )  – σατιρικός ( <σατιρίζω )

σήκω – σύκο

σκηνή -σκοινί

σορός ( η )  – σωρός ( ο )

στίχος ( ποιήματος) – στοίχος (σειρά , αράδα)

(η) στήλη (μνημείο) – (οι) στύλοι (στηρίγματα)

ταινία (κινηματογραφικό έργο) – ταινία (παράσιτο που ζει στα έντερα των θηλαστικών) – ταινία (μακρόστενη λωρίδα από χαρτί, πλαστικό ή άλλο υλικό/κορδέλα)

τείχος ( το ) – τοίχος ( ο )

τόπι ( το )  – τόποι ( οι )

τόνος ( ψάρι )  – τόνος ( οξεία )  – τόνος ( 1000 κιλά )

τύχη  –  τοίχοι  – τείχη  – τύχει ( ρήμα )

τυρί  – τηρεί ( τηρώ ) 

φύλλο ( δέντρου ) – φύλο – φίλο

φυτό  – φοιτώ

φυλὴ –  φιλὶ

χήρος  –  χοίρος

χορικός ( < χορός ) – χωρικός ( < χωριό )

χοίρων, χήρων, χείρον, χείρων, Χείρων (ο κένταυρος, όνομα)

ψηλός (ύψος) – ψιλός (λεπτός)

ωράριο-οράριο (λειτουργικό άμφιο του διακόνου)

*Δείτε περισσότερα στην ενότητα: Γραμματική-Συντακτικό της Νεοελληνικής Γλώσσας

© schooltime.gr