«Σύγχρονα… αρχαιοελληνικά έθιμα» της Αντιγόνης Καρύτσα

Πολλά από τα έθιμα που ακόμη και σήμερα διατηρούνται σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα. Ακόμη και αυτά που σχετίζονται με τη χριστιανική γιορτή των Χριστουγέννων και με την έλευση του νέου χρόνου. Εξάλλου τα ήθη, τα έθιμα αλλά και οι παραδόσεις μας προέρχονται από την αρχαιότητα και συνδέονται με το χριστιανισμό.

Στην αρχαιότητα εορταζόταν το «Τριέσπερον», που γενικεύτηκε τα ελληνιστικά χρόνια,  προς τιμήν του θεού Ηλίου. Η γιορτή του φωτός, ξεκινούσε με το χειμερινό ηλιοστάσιο (τη νύκτα της 21ης προς την 22α του Δεκεμβρίου) και κορυφωνόταν με την αναγέννηση του φωτοδότη Ηλίου (τη νύκτα της 24ης προς 25η). Με το χειμερινό ηλιοστάσιο ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και προοιωνίζεται ο ερχομός της άνοιξης. Στη Ρώμη, γιόρταζαν τα Σατουρνάλια προς τιμήν του Σατούρνους (Κρόνου) που ονομαζόταν και «DeusSolΙnvictus» (Αήττητος Θεός Ήλιος).

Την ίδια περίοδο οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου. Ο Διόνυσος αποκαλούνταν «σωτήρ» και θείο «βρέφος», το οποίο γεννήθηκε από τη Σεμέλη. Ήταν ο καλός «Ποιμήν», του οποίου οι ιερείς κρατούν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με την αιγυπτιακή θεότητα  Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του Διονύσου από τους Τιτάνες, αλλά στα τέλη Δεκεμβρίου εόρταζαν την αναγέννησή του. Οι γυναίκες-ιέρειες ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα νεογέννητο βρέφος φώναζαν «Ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε. Ο Διόνυσος ζει» καθώς η λατρεία του ήταν συνδεδεμένη με τη γονιμότητα και την αναγέννηση της φύσης.

Και το έθιμο της βασιλόπιτας όμως έχει αρχαιοελληνικές ρίζες. Οι πρόγονοί μας συνήθιζαν να προσφέρουν στους θεούς τους «εορταστικούς άρτους» σε διάφορες περιστάσεις: πχ. στον πόλεμο, για να γυρίσουν νικητές, στο κυνήγι για να σκοτώσουν πολλά θηράματα, σε εορτές όπως τα Θαλύσια προς τιμήν της θεάς Δήμητρας, που οι θεριστές έφτιαχναν «θαλύσια αρτίδια», στα Θεσμοφόρια που έφτιαχναν «πλακούντες» ή «άρτους», στους γάμους που έφτιαχναν «πλακούντες» με μέλι, νερό, αλεύρι και σουσάμι, «μελίπηκτους» προς τιμήν των νεκρών κ.α. Από τους αρχαίους Έλληνες υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι την κατασκευή «πλακούντων», ένα είδος ψωμιού με αρωματικά, στο οποίο έβαζαν μεταλλικό νόμισμα (στρίνα) για υγεία και καλή χρονιά. Πρόσθεταν μάλιστα και μικρό κομμάτι πάπυρο, που αν τύχαινε σε δούλο του σπιτιού, του χάριζαν την ελευθερία. Ειδικά την περίοδο του Βυζαντίου έφτιαχναν «πλακούντες» με γλυκιά γεύση,  «πίτες», που μέσα  έβαζαν φλουρί και τους στόλιζαν με ζυμαρένιο σταυρό στο κέντρο και με το μονόγραμμα της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά. Η χριστιανική θρησκεία συνέδεσε τη βασιλόπιτα και το φλουρί με το Μέγα Βασίλειο και την κοπή της την πρώτη μέρα του νέου έτους.

Το ρόδι από την αρχαιότητα θεωρούνταν σύμβολο ευφορίας, αφθονίας και καλής τύχης. Στην αρχαία Ελλάδα η νύφη έσπαγε ρόδι για γονιμότητα και ευημερία. Μετά την έλευση του νέου χρόνου ακόμη και σήμερα το πετάμε με δύναμη στο κατώφλι του σπιτιού για να σπάσει σε χίλια κομμάτια, ώστε ο καινούργιος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά, καλότυχα. Ο πιο φημισμένος μύθος που σχετίζεται με το ρόδι, είναι αυτός της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Άδης, αφού άρπαξε την  Περσεφόνη, της προσέφερε να φάει επτά σπόρους ροδιού, ώστε να την «δέσει» κοντά του. Έτσι, το ρόδι έγινε σύμβολο του ερχομού της Άνοιξης μετά τον κρύο Χειμώνα και έκανε έντονη την παρουσία του στα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια.

Αλλά και τα κάλαντα έχουν αρχαιοελληνικές ρίζες. Τα κάλαντα συμβόλιζαν την χαρά, τον πλούτο και την ειρήνη και τα τραγουδούσαν στα σπίτια των πλουσίων. Τα μικρά παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας κλαδί ελιάς ή αγριελιάς, την «ειρεσιώνη»  (έριον : μαλλί), στολισμένο με μαλλί κόκκινο και λευκό (σύμβολο υγείας και ομορφιάς) και φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά), κατά το μήνα Πυανεψιών (23 Σεπτεμβρίου – 22 Οκτωβρίου), τον τέταρτο μήνα του αθηναϊκού ημερολογίου, τραγουδώντας τις «καλένδες» για καλύτερη τύχη και γονιμότητα της γης: « εἰρεσιώνη σῦκα φέρει καὶ πίονας ἄρτους καὶ μέλι ἐν κοτύλῃ καὶ ἔλαιον ἀποψήσασθαι καὶ κύλικ’ εὔζωρον, ὅπως μεθύουσα καθεύδῃς» (η ειρεσιώνη φέρει σύκα και λιπαρούς άρτους και μέλι σε κοτύλη (κύπελο) και λάδι για μαγείρεμα και κούπα ζωηρό κρασί, για να μεθύσεις και να κοιμηθείς). Τα παιδιά που τραγουδούσαν τις καλένδες έπρεπε να είναι «αμφιθαλή», δηλαδή να  έχουν ζωντανούς και τους δύο γονείς τους και έπαιρναν φιλοδώρημα. Κατόπιν τοποθετούσαν την ειρεσιώνη στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα την ημέρα της γιορτής και στη συνέχεια την κρεμούσαν στην είσοδο του σπιτιού τους και μετά από ένα χρόνο την έκαιγαν. Η «ειρεσιώνη» λειτουργούσε ως ικεσία («ικετηρία») στον Απόλλωνα για την αποφυγή των λοιμών.

Η «ικετηρία» ήταν κλάδος ελιάς, από την οποία κρεμόταν τούφες μαλλιού. Την κρατούσαν όσοι ήθελαν να ικετεύσουν τους θεούς ομαδικώς για να απαλλαγεί η περιοχή τους από αρρώστιες, πανώλη,  χολέρα κ.α. ή  όποιος  άνθρωπος ήθελε να τεθεί υπό την προστασία θεού για να προβεί  σε αποκαλύψεις εναντίον ισχυρών ανθρώπων ή αρχόντων.

Η «ειρεσιώνη» και η «ικετηρία» θεωρούνται πρόγονοι του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Τη βυζαντινή εποχή, σε κάθε πόλη τοποθετούνταν στύλοι με δεντρολίβανα, μύρτο και άλλα εποχικά άνθη . Αλλά και η φάτνη έχει τις ρίζες της στο Βυζάντιο : οι Βυζαντινοί έφτιαχναν σπηλιές και μέσα έβαζαν το νεογέννητο Χριστό, ενώ τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα με συνοδεία μουσικών οργάνων.

Πανάρχαια καταγωγή έχουν  και  οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου, κυρίως την ημέρα των Θεοφανίων. Ανά την Ελλάδα και σήμερα αναβιώνουν τα λογκατσάρια, τα ρογκατσάρια ή ρουγκατσάρια στη Βόρεια Ελλάδα,  οι μωμόγεροι, ποντιακό δρώμενο  κ.α. Οι μεταμφιεσμένοι, με τομάρια ζώων και κουδούνια επιδιώκουν να εξευμενίσουν τις κακές δυνάμεις, καθώς και τις ψυχές των νεκρών οι οποίες, με τη μορφή των καλικάντζαρων, επιστρέφουν κατά καιρούς στους ζωντανούς, ενοχλώντας τους. Οι ρίζες τους βρίσκονται στα Διονύσια, όπου οι θιασώτες του θεού Διονύσου περιέπαιζαν τους πάντες, όπως ακριβώς σήμερα οι μεταμφιεσμένοι. Ίδια δαιμόνια με αυτά του Δωδεκαημέρου στη αρχαιότητα ήταν οι «κήρες», οι  ψυχές στον Άδη,  οι οποίες κατά την εορτή των Ανθεστηρίων, όταν ο Άδης ήταν ανοιχτός και επανέρχονταν στον κόσμο, ενοχλούσαν τους ανθρώπους και μίαιναν τις τροφές. Αποτρεπτική δύναμη για όλα τα δαιμόνια και τους καλικάντζαρους έχει η φωτιά καθώς τα εμποδίζει να πλησιάσουν το σπίτι και τους ανθρώπους και ο αγιασμός που εξαγνίζει το κακό.

Η διαχρονικότητα των εθίμων οφείλεται κατά κύριο λόγο στη διατήρησή τους από τη χριστιανική θρησκεία, παραλλάσσοντας κάποιες φορές το νόημά τους ή ακόμη και τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας τους.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων