Η «απαλλαγή» των μικρών επιχειρήσεων από τον ΦΠΑ. Του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή Η «απαλλαγή» των μικρών επιχειρήσεων από τον ΦΠΑ

horizontal-bar-posts-small
Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

 

Γράφει ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής
horizontal-bar-posts-small

Έως τη Δευτέρα, 12/1/2015, είναι η προθεσμία για την ένταξη των επιχειρήσεων με λιγότερα από 10.000 € ακαθάριστα έσοδα στο καθεστώς των «απαλλασσομένων», δηλαδή να πωλούν αγαθά ή υπηρεσίες χωρίς να επιβαρύνονται αυτές με το ΦΠΑ. Αυτό όμως τις στερεί το δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ των αγορών ή δαπανών τους, που σημαίνει ότι, από τη στιγμή που δεν εισπράττουν, άρα και δεν αποδίδουν ΦΠΑ, ο φόρος που καταβάλουν κατά την αγορά τις επιβαρύνει πλήρως.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Έστω ότι επιχείρηση έχει 10.000 € ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις ειδών του συντελεστή 23%. Η ίδια επιχείρηση αγόρασε αυτά τα είδη έστω 5.000 €. Επίσης, έχει δαπάνες (που είναι και στο 13%, όπως ΔΕΗ, ύδρευση και στο 23%, που είναι και το πιο συνηθισμένο). Για οικονομία της συζήτησης, ας πάρουμε για τις δαπάνες έναν μέσο όρο των δυο συντελεστών 18%.Η επιχείρηση, λοιπόν, αυτή, κατέβαλε για την αγορά των εμπορευμάτων της (4.000 X 23%) 920 € και για τις δαπάνες της (1.000 X18%) 180 €, σύνολο 1.100 €. Εισέπραξε δε από τους καταναλωτές 2.300 €  (10.000 Χ 23%). Καλείται λοιπόν να αποδώσει στο Δημόσιο τη διαφορά ( 2.300 – 1.100) των 1.200.

Θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι ο ΦΠΑ είναι φόρος επί της κατανάλωσης τον οποίο πληρώνει ο τελικός αγοραστής και σε καμία περίπτωση δεν επιβαρύνει τον πωλητή. Η επιχείρηση του παραδείγματός μας, λοιπόν, αποδίδει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν το φόρο που εισέπραξε από τον καταναλωτή και σε αυτόν που ήδη κατέβαλε στους προμηθευτές της ή σε διάφορους τρίτους. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η επιχείρηση δεν έχει, στην πραγματικότητα καμία απολύτως οικονομική επιβάρυνση από το κύκλωμα του ΦΠΑ. Το μόνο της «επιπλέον» έξοδο είναι το λεγόμενο «διαχειριστικό κόστος» της παρακολούθησης των βιβλίων και υποβολής των δηλώσεων ΦΠΑ, δηλαδή το λογιστικό κόστος. Εκ πείρας σας λέω ότι αυτό το κόστος κυμαίνεται (ανάλογα με την επιχείρηση) από 300 έως 700 € ετησίως.

   Ας δούμε, λοιπόν, τι αλλάζει στη επιχείρησή μας με το νέο καθεστώς:

–      Η επιχείρηση δεν εισπράττει από τους καταναλωτές, άρα και δεν αποδίδει τα 2.300 € που επιβάρυναν τις πωλήσεις της.

–      Η επιχείρηση, αντίθετα, επιβαρύνεται πλήρως με τα 1.100 € των αγορών και δαπανών της. Συνεπώς, έχει αυτόματα ήδη επιβαρυνθεί με ένα ποσό, το οποίο προηγουμένως είχε το δικαίωμα να συμψηφίσει, άρα και να μην αποδώσει στο Δημόσιο.

–      Τα 1.100 € αυτά, είναι φυσικά εκπιπτόμενη από τη φορολογία εισοδήματος δαπάνη, η οποία μειώνει τον αντίστοιχο φόρο κατά (1.100 Χ 26% ) 286 €.

–      Ήδη, όμως, η επιχείρηση επιβαρύνθηκε με 1.100 €. Αν αφαιρέσουμε τη μείωση του φόρου εισοδήματος κατά 286 €, μας προκύπτει μια επιβάρυνση (1.100 – 286) 814 €.

–      Το διαχειριστικό κόστος δεν πρόκειται να μειωθεί. Η απαλλαγή του ΦΠΑ δεν συνεπάγεται απαλλαγή από την έκδοση και λήψη στοιχείων, ούτε από την υποχρέωση τριμηνιαίων καταστάσεων (των περίφημων ΜΥΦ) στο Υπ. Οικονομικών. Οι επιχειρήσεις αυτές θα εξακολουθούν να εκδίδουν στοιχεία (αποδείξεις, τιμολόγια, κλπ) με την ένδειξη «χωρίς ΦΠΑ – απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων». Συνεπώς, η μη έκδοση στοιχείου (απόδειξη ή τιμολόγιο) εξακολουθεί να συνιστά παράβαση με τις σχετικές συνέπειες. Πέραν τούτου, οι λογιστές δεν αμείβονται για να στέλνουν δηλώσεις ΦΠΑ, αλλά για να παρακολουθούν λογιστικά βιβλία, ανεξαρτήτως φορολογίας που προκύπτει. Συνεπώς, η παρακολούθηση εσόδων και εξόδων και η καταχώρισή τους  σε λογιστικά βιβλία θα εξακολουθήσει να γίνεται, με το όποιο κόστος συνεπάγεται αυτό. Εξάλλου, καμία φορολογική δήλωση οικονομικής οντότητας δε γίνεται δεκτή χωρίς την υπογραφή και τα στοιχεία αδειούχου λογιστή.

Φυσικά, άλλα νούμερα μπορεί να δώσουν άλλα επιμέρους αποτελέσματα. Πρέπει, λοιπόν, η κάθε επιχείρηση που δεν ξεπερνάει το όριο των 10.000 € στα ακαθάριστά έσοδά της (τζίρο) να τα βάλει κάτω με χαρτί και με μολύβι και να δει αν την συμφέρει ή όχι να υπαχθεί στο νέο καθεστώς (Τους αμειβόμενους με «μπλοκάκια», π.χ., τους συμφέρει, μια και έχουν ελάχιστα έως καθόλου διαχειριστικά έξοδα).

Η σημαντικότερη, ίσως, αλλαγή είναι η δυνατότητα του απαλλασσόμενου από τον ΦΠΑ να διαπραγματευτεί μια τιμή πώλησης χωρίς φόρο. Το αν αυτό αποτελεί στρέβλωση του ανταγωνισμού ή όχι και τον αν ανθίσει κι άλλο το λουλούδι της φοροδιαφυγής (μια και όλοι όσοι ενταχθούν αναμένεται να προσπαθούν να μην ξεπεράσουν τα όρια των 10.000 €) είναι κάτι που θα το δείξει το άμεσο μέλλον και οι έλεγχοι του ΣΔΟΕ που αναμένεται να ενταθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

Φοροτεχνικός