Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης

Τονικό σημάδι λαμβάνει κάθε λέξη που αποτελείται από δύο ή περισσότερες συλλαβές. Αυτό ισχύει, βέβαια, και στην περίπτωση που η λέξη παρουσιάζεται ως μονοσύλλαβη, ύστερα από έκθλιψη ή αποκοπή ( όχι όμως όταν έχει χάσει το τονισμένο φωνήεν από αφαίρεση).

Οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν παίρνουν τονικό σημάδι. Θεωρούνται μονοσύλλαβοι και μένουν άτονοι οι συνιζημένοι τύποι, δηλαδή δύο φωνήεντα που προφέρονται μαζί σε μία συλλαβή  π.χ., μιαγιαγειαπια, ποιοςποια, ποιονιος κτλ. Προσοχή στη διαφορά: δυο – δύομια – μίατο βιος – ο βίος κτλ.

Οι μονοσύλλαβες προστακτικές, ακόμα κι όταν ακολουθούνται από δύο εγκλιτικά, δεν παίρνουν τονικό σημάδι,  π.χ., πες μου το,  δες του τα κτλ.

Εξαιρούνται και παίρνουν τονικό σημάδι:

  • Ο διαζευκτικός σύνδεσμος ή, π.χ.,  Ο Γιώργος ή ο Νίκος
  • Τα ερωτηματικά πού και πώς, είτε βρίσκονται σε ευθεία ερώτηση είτε σε πλάγια, π.χ., Πού πήγες; [ευθεία] Δε μας είπες πού πήγες. [πλάγια]
  • Τα πού και πώς παίρνουν τονικό σημάδι και στις ακόλουθες περιπτώσεις: Πού να σου τα λέω. Από πού κι ως πού. Πού και πού. Αραιά και πού. Πώς βαριέμαι! Κοιτάζω πώς και πώς να τα βολέψω.

Το που (όταν είναι επίρρημα, αντωνυμία ή σύνδεσμος) και το πως (όταν είναι σύνδεσμος) δεν παίρνουν τονικό σημάδι, π.χ.: Αυτό που σου είπα. Μας είπε πως τον λένε Απόστολο.

  • Οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (μου, σου, του, της, τον, την, το, μας, σας, τους, τα), όταν στην ανάγνωση υπάρχει περίπτωση να θεωρηθούν εγκλιτικές, π.χ., ο πατέρας μού είπε (= ο πατέρας είπε σε μένα), αλλά, ο πατέρας μου είπε (= ο δικός μου πατέρας είπε).
  • Οι μονοσύλλαβες λέξεις, όταν προφέρονται μαζί με τους ρηματικούς τύπους μπω, βγω, βρω, ‘ρθω, σ’ όλα τα πρόσωπα και τους αριθμούς, δέχονται τον τόνο τους, π.χ., θά μπω (προφέρεται δυνατότερα το θά), ενώ θα μπω (προφέρεται δυνατότερα το μπω), θά μπεις – θα μπεις κτλ.
  •   Μονοσύλλαβες λέξεις μετά από αποκοπή: φέρ’ τοκόψ’ το  κτλ.
  •  Μονοσύλλαβες λέξεις μετά από έκθλιψη: πάντ’ ανοιχτάείν’ ανάγκημήτ’ εσύ κτλ.

Ένας ρηματικός τύπος που έμεινε άτονος από αφαίρεση δεν ανεβάζει το τονικό σημάδι στην προηγούμενη λέξη, π.χ.· μου ‘φερετα ‘δειξετα ΄ριξεθα ΄θελαπου ΄ναι (αλλά, πού ‘ναι;), μου ‘πε  κτλ.

Ο τόνος του εγκλιτικού ο οποίος ακούγεται στη λήγουσα των προπαροξύτονων λέξεων σημειώνεται, π.χ.: ο μέντοράς μας, κράτησέ μου το κτλ.

Το ίδιο γίνεται στο πρώτο από δύο εγκλιτικά, όταν προηγείται παροξύτονη λέξη, π.χ.: δώσε μού τοφέρε μάς τους κτλ.

Βιβλιογραφία:

  1. Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1985 (σελ. 38, 39 § 47, 48).
  2.  Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου
  3. Χρ. Κλαίρης & Γ. Μπαμπινιώτης, Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2005: Ελληνικά Γράμματα.

______________________________________________________

*Δείτε περισσότερα στην ενότητα: Γραμματική-Συντακτικό της Νεοελληνικής Γλώσσας