«Ο κύριος μου ο Αλκιβιάδης»  του Άγγελου Βλάχου. Γράφει η Κατερίνα Φωτιάδου«Ο κύριος μου ο Αλκιβιάδης» του Άγγελου Βλάχου

horizontal-bar-posts-small
Κατερίνα Φωτιάδου 

Γράφει η Κατερίνα Φωτιάδου
horizontal-bar-posts-small

Δεινός μελετητής και μεταφραστής του Θουκυδίδη αλλά ταυτόχρονα και ικανότατος μυθιστοριογράφος, ο Άγγελος Σ. Bλάχος φωτίζει με χιούμορ και γνώση την πορεία της Αθήνας από τη δόξα στην παρακμή, από το 462 π.Χ., λίγο μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, έως το 404 π.Χ., οπότε έληξε ο Πελοποννησιακός πόλεμος με τη συντριβή της Αθήνας.

«Σιλύκος τ’ όνομά μου. Ο πατέρας μου Υφίων και η μητέρα μου Υπερείνα. Άλλοτε δημότης Κνίδου. Επομένως ολόκληρο τ’ όνομά μου: Σιλύκος ο Υφίωνος, Κνίδιος. Ίσως υπερβολικό ν’ αυτοπαρουσιάζομαι έτσι, εγώ, ο ανάπηρος απελεύθερος, που πέρασα τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου στο σπίτι του Περικλή του Ξανθίππου κάνοντας τα πιο παράξενα θελήματα και τρέχοντας οληνώρα για να ικανοποιήσω τις κακογνωμίες του κυρίου μου Αλκιβιάδη..»

Ο κύριος μου ο Αλκιβιάδης προσφέρει στον Έλληνα αναγνώστη μια νέα, πολύπλευρη οπτική και μια βαθύτερη κατανόηση της εποχής – ορόσημο για τον δυτικό πολιτισμό: του λαμπρού όσο και σκοτεινού 5ου αιώνα π.Χ.

«Ο Πείσανδρος επιτήδειος και πονηρός, μόλις έφτασε στην Αθήνα, μάζεψε τους φίλους του, και τους εξήγησε το σχέδιο του. Όλοι έμειναν σύμφωνοι πως ο καλύτερος τρόπος ήταν να φέρουν το ζήτημα στην εκκλησία. Κανείς έτσι δεν θα μπορούσε να τους πει πως σφετερίστηκαν την εξουσία.

Ο λαός της Αθήνας, κατάκοπος από τον πόλεμο, μη βλέποντας πια την άκρη των παθών του νιώθοντας την απειλή της καταστροφής να κρέμεται, απάνω του άκουγε σιωπηλός τον Πείσανδρο που ζητούσε με διάφορες περιστροφές την κατάργηση της δημοκρατίας.»

Είναι ένα από τα αγαπημένα ιστορικά μυθιστορήματα. Πλούσιο σε στοιχεία για την εποχή και την ιστορία της, συναρπαστικό στην αφήγηση και γεμάτο γοητευτικούς χαρακτήρες με κυρίαρχο τον χαρισματικό Αλκιβιάδη, τον άνθρωπο που έπαιξε στα δάχτυλά του τους Αθηναίους, τους Σπαρτιάτες, τους δασκάλους και την οικογένειά του. Δίνει ολοζώντανη την εικόνα ενός ανθρώπου που γνωρίζει (και προβάλλει) τη μοναδικότητά του τόσο στην προσωπική όσο και στη δημόσια ζωή, κερδίζοντας πότε την αγάπη και πότε την αντιπάθεια του πλήθους.

Για την αφήγηση που σε μαγεύει από την πρώτη στιγμή, για την γλώσσα που αν και νεοελληνική νιώθεις ότι έχει κάτι από το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής; Για τις απίστευτες λεπτομέρειες για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων; Και μέσα σε όλα αυτά κυριαρχούν οι μεγάλες προσωπικότητες του Περικλή και φυσικά του Αλκιβιάδη.

«Σαν ξημέρωσε πήραμε το νεκρό και τον ντύσαμε με τα ρούχα της Τιμάνδρας, τα μόνα που είχαν σωθεί από την πυρκαγιά. Ήταν ξαπλωμένος στο χώμα και από και η Τιμάνδρα καθισμένη κοντά του, με το κεφάλι του στα γόνατά της, έκλαιγε και έκλαιγε χαϊδεύοντας τα μαλλιά, το πρόσωπο, φιλώντας του τα μάτια.»

Πολιτισμικά, ο 5ος αιώνας θεωρείται η βάση της πνευματικής κληρονομιάς του δυτικού κόσμου. Η συμμετοχική δημοκρατία στην Αθήνα φτάνει στο απόγειό της με την ενδυνάμωση της εκκλησίας του δήμου έναντι των πιο «αριστοκρατικών θεσμών», η φιλοσοφία, το δράμα, η ιστοριογραφία, η αρχιτεκτονική και η γλυπτική γνωρίζουν μια ανυπέρβλητη ακμή, που αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς.

Στις αρχές του η περσική αυτοκρατορία επιδιώκοντας την απόλυτη εμπορική κυριαρχία στο χώρου του Αιγαίου και την επέκταση του κράτους της προς δυσμάς στρέφεται εναντίον των ιωνικών πόλεων κατ΄ αρχάς και στη συνέχεια εναντίον των πόλεων της Ελλάδας. Από το 492 έως το 479 π.Χ. οι Πέρσες πραγματοποιούν διαδοχικές εκστρατείες στην ελληνική χερσόνησο, όπου αποκρούονται από τις συνασπισμένες ελληνικές δυνάμεις.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Άγγελος  Σ. Βλάχος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1915. Κατάγεται από οικογένεια που έχει δώσει μια σειρά από δημόσιους λειτουργούς, ξεκινώντας από τον προπάππο του που ήταν Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων την εποχή του Όθωνα. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, μπήκε στο διπλωματικό σώμα το 1939, και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Το 1943 φυλακίστηκε από τους Γερμανούς αλλά κατόρθωσε να φύγει στη Μέση Ανατολή και πήρε μέρος στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο. Μετά την απελευθέρωση σταδιοδρόμησε ως διπλωμάτης έως το 1974, ενώ παράλληλα διακρίθηκε και στο χώρο της πολιτικής. Ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1945 και έχει τιμηθεί με πλήθος διακρίσεων. Το έργο του περιλαμβάνει μυθιστορήματα, διηγήματα με θεματολογία κυρίως ιστορική, καθώς επίσης και μεταφράσεις έργων του Αισχύλου, του Αριστοτέλη και του Θουκυδίδη.  Ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία γράφοντας σε αθηναϊκές εφημερίδες με το ψευδώνυμο Ανδρέας Βέλος. Πέθανε το 2003.