Η Δομή της ΈκθεσηςΗ Δομή της Έκθεσης

Η δομή είναι το υλικό που χρησιμοποιούμε για να οικοδομήσουμε μια έκθεση. Τη συνθέτουν δύο στοιχεία: η μορφή (γλώσσα) και το περιεχόμενο. Μολονότι η διάκριση δεν είναι εύκολη ανάμεσα στα δύο αυτά στοιχεία, ωστόσο γίνεται για μεθοδολογικούς σκοπούς.

α) Γλώσσα: Το κύτταρο της γλώσσας είναι η λέξη. Εδώ πρέπει να προσέξουμε τι να αποφεύγουμε και τι να επιδιώκουμε. Οι συχνές επαναλήψεις της ίδιας λέξης και η χρήση αδόκιμων λέξεων κι εκφράσεων πρέπει να αποφεύγονται. Να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη σωστή θέση των λέξεων, ώστε ο λόγος να ρέει άνετα. Να μη χρησιμοποιούνται λέξεις των οποίων αγνοείται η σημασία. Η ακυριολεξία είναι σοβαρό λάθος. Από τη λέξη μεταβαίνουμε στην περίοδο. Εδώ μια βασική παρατήρηση: να αποφεύγεται ο μακροπερίοδος λόγος. Γιατί οδηγεί σχεδόν πάντα σε συντακτικά σφάλματα κι ασάφειες.

β) Περιεχόμενο: Πολλοί μαθητές μόλις δοθεί το θέμα ξεκινούν το γράψιμο, άλλοι στο πρόχειρο κι άλλοι κατευθείαν στο «καλό». Δυσκολεύονται βέβαια να αρχίσουν. Αν βρεθεί ο πρόλογος, τα πράγματα είναι πλέον απλά. Το γράψιμο προχωρά με κανονικό ρυθμό, ρέει, αλλά πού, είναι άγνωστο. Η πρώτη εργασία που πρέπει να γίνει μόλις δοθεί το θέμα είναι η μελέτη και η κατανόησή του. Στη συνέχεια προσπαθούμε να βρούμε μια απάντηση στο θέμα. Αν π.χ. έχουμε το θέμα «Η εργασία και η σημασία της για την πρόοδο του ατόμου», σκεπτόμαστε και βρίσκουμε τι σημασία έχει η εργασία, πού και πότε προσφέρει αγαθά στον άνθρωπο κτλ. τις απόψεις και τα επιχειρήματά μας τα καταγράφουμε με συντομία, όπως μας έρχονται στο νου. Έτσι, έχουμε πετύχει κάτι πολύ σημαντικό κι απαραίτητο: συγκεντρώνουμε το υλικό μας για να οικοδομήσουμε την έκθεσή μας. Πολλοί ξεκινούν το «κτίσιμο» δίχως υλικό. «Κτίζουν» κάτι οπωσδήποτε, αλλά αυτό πολύ απέχει από το ζητούμενο. Είναι ανάγκη λοιπόν να βρούμε σε γενικέ γραμμές την απάντηση στο θέμα μας, πριν αρχίσουμε να γράφουμε κανονικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα έχουμε πάρει μια θέση πάνω στο θέμα μελετημένη απ’ όλες τις πλευρές και συνάμα θ’ αποφεύγουμε τις συμπληρώσεις με παραπομπές στο τέλος του γραπτού και τις παρεκβάσεις. Αν μάλιστα δεν έχουμε πρόχειρη και σαφή απάντηση στο θέμα μας, η εργασία αυτή θα μας βοηθήσει να σκεφτούμε και να βρούμε μια απάντηση εκείνη τη στιγμή. Όταν εμβαθύνουμε μέσα μας, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι οι γνώσεις μας είναι περισσότερες απ’  ό,τι νομίζουμε.

Μετά τη συγκέντρωση του υλικού γίνεται μια διάταξή του με μια λογική σειρά. Η σειρά αυτή μπορεί να βασίζεται στην προτεραιότητα, σπουδαιότητα κτλ των απόψεων και επιχειρημάτων μας. Στη διάταξη κατανέμουμε το υλικό μας σε ενότητες και παραγράφους. Μια ενότητα μπορεί να συγκροτείται από μια ή περισσότερες παραγράφους. Βασικό της γνώρισμα είναι ότι αναφέρεται σε μια όψη του θέματός μας. Είναι απαραίτητο να γίνεται σαφής χωρισμός των παραγράφων. Μια καλή παράγραφος δεν έχει ορισμένη έκταση, έχει όμως ενότητα. Δηλαδή αναφέρεται σ’ ένα θέμα, σ’ ένα στόχο. Πρέπει επίσης μια παράγραφος να έχει συνοχή. Όλες οι περίοδοι να είναι δεμένες λογικά μεταξύ τους και να σκοπεύουν το στόχο, την κεντρική ιδέα της παραγράφου. Η μετάβαση από τη μια περίοδο στην άλλη πρέπει να γίνεται με κάποια σειρά και σύνδεση. Είναι ανεπίτρεπτο να παραθέτουμε τη μια περίοδο δίπλα στην άλλη χωρίς καμιά σχέση μεταξύ τους. Συνοχή πρέπει να υπάρχει κι ανάμεσα στις παραγράφους. Η μετάβαση από παράγραφο σε παράγραφο γίνεται με κατάλληλη σύνδεση. Το τρίτο στοιχείο μιας σωστής παραγράφου είναι η πλήρης ανάπτυξη του θέματός της, της κεντρικής της ιδέας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με επαρκείς λεπτομέρειες κι επιχειρήματα. Η σαφής διάταξη του υλικού βοηθά τον αναγνώστη στην εύκολη παρακολούθηση της σκέψης μας, στην αξιολόγηση των επιχειρημάτων μας και τελικά στη διαμόρφωση ξεκάθαρης γνώμης για τις απόψεις μας. Παράλληλα, είναι ένδειξη μεθοδικής και συστηματικής εργασίας, που αποκαλύπτει την πνευματική μας ωριμότητα και το σεβασμό μας προς τον αναγνώστη.

(Απ. Κερκινέογλου, Εγκυκλοπαίδεια Εκθέσεων Ιδεών, Αθήνα , 1985)

Δείτε περισσότερα: «Οδηγός για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας», Άρης Ιωαννίδης