Ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της δεκαετίας του 1960 είναι η ανέγερση του τείχους του Βερολίνου, μέσα στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου. Ήδη, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το 1945, η Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής τις οποίες διοικούσαν οι σύμμαχοι : οι Η.Π.Α., η Σοβιετική Ένωση, η Γαλλία και η Βρετανία. Και η ίδια ή πόλη του Βερολίνου διαιρέθηκε σε δύο μέρη (Οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν το 40% της πόλης, το Ανατολικό Βερολίνο, επιβάλλοντας τον κομμουνισμό ενώ οι υπόλοιποι σύμμαχοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Αμερικανοί το Δυτικό, το οποίο εντάχθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Δυτικής Γερμανίας).

Από το 1948, οι Σοβιετικοί επέβαλαν αποκλεισμό στο Δυτικό Βερολίνο για να οδηγήσουν τους υπόλοιπους συμμάχους σε λιμοκτονία. Το σχέδιο τους όμως δεν υλοποιήθηκε, γιατί οι Αμερικανοί μετέφεραν εφόδια αεροπορικώς για 11 μήνες. Από το 1952 τα σύνορα διαχωρισμού της Δυτικής με την Ανατολική Γερμανία προστατευόταν από συρματοπλέγματα και φυλασσόταν από στρατιώτες. Οι δύο περιοχές διατηρούσαν όμως καλές σχέσεις ως το 1961.

Η ανέγερση του Τείχους, η επιχείρηση «κινέζικο τείχος» , όπως ονομάστηκε, ήταν απόφαση του Βάλτερ Ούλμπριχτ, γ.γ. του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ενότητας της Ανατολικής Γερμανίας. Τον Αύγουστο του 1961 η Σοβιετική Ένωση και η Ανατολική Γερμανία ανήγειραν το Τείχος για να εμποδίσουν την επικοινωνία και τη διαρροή του πληθυσμού, κυρίως των νέων στη Δύση . Ο πρόεδρος της Ανατολικής Γερμανίας Έρικ Χόνεκερ δήλωνε: «το αντιφασιστικό προστατευτικό τείχος έχει ως σκοπό την προστασία της ειρήνης». Παρόλα αυτά, η οποιαδήποτε επικοινωνία διακόπηκε και κανείς δε μπορούσε να περάσει τα σύνορα χωρίς ειδική άδεια. Το Τείχος είχε μήκος 155 χιλιόμετρα, ήταν διπλό και περιελάμβανε και τη λεγόμενη ζώνη θανάτου. Πολλοί Ανατολικογερμανοί έχασαν τη ζωή τους εκεί προσπαθώντας να διαφύγουν στο Δυτικό Βερολίνο.

 Οι συνθήκες στο Ανατολικό Βερολίνο ήταν πολύ δύσκολες. Υπήρχαν μόνο απαγορεύσεις και περιορισμοί. Το κομμουνιστικό κόμμα έκοψε κάθε είδους επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο και επέβαλε αυστηρότατη λογοκρισία. Χτίστηκαν ακόμη και τα παράθυρα των σπιτιών που έβλεπαν προς το δυτικό τομέα ενώ τα τηλέφωνα ήταν λίγα και παρακολουθούνταν. Το κράτος παρακολουθούσε στενά τους πολίτες του.

Η Δύση κατήγγειλε την προσπάθεια αυτή ως εκδήλωση βαρβαρότητας και όπως είχε επισημάνει πολύ εύστοχα και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ νωρίτερα, ένα «σιδηρούν παραπέτασμα» χώριζε την Ευρώπη. Από τη μια μεριά η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της, το λεγόμενο Ανατολικό Μπλοκ και από την άλλη ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος. Στην ουσία, το ίδιο το Τείχος αποτέλεσε την υλοποίηση του γεωγραφικού διαχωρισμού δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης, με διαφορετική κοσμοθεωρία και ιδεολογία, τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό.

Το Τείχος διατηρήθηκε για 28 ολόκληρα χρόνια μέχρι την πτώση του στις 9 Νοεμβρίου 1989. Ο ανατολικογερμανός ηγέτης Έγκον Κρενζ την ίδια ημέρα, ακύρωσε τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς για τους ανατολικογερμανούς, επέτρεψε σε όλους να κινηθούν δυτικά έχοντας βίζα και το βράδυ εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς ξεχύθηκαν σε όλα τα σημεία ελέγχου του Τείχους, ζητώντας την είσοδο για τη Δύση. Χιλιάδες πολίτες βρέθηκαν και στις δύο πλευρές, γκρεμίζοντάς το Τείχος με σφυριά, κλαίγανε , αγκαλιάζονταν και τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας. «Ήταν το πιο θορυβώδες πάρτι που έγινε ποτέ τη νύχτα» έγραψε μια εφημερίδα. «το μεγαλύτερο με συμμετοχή 3,5 εκατομμυρίων Βερολινέζων από Ανατολή και Δύση». Το κυρίαρχο σύνθημα εκείνο το βράδυ ήταν « όποιος κοιμάται απόψε είναι νεκρός». Όλοι πανηγύριζαν για την κατεδάφιση του Τείχους του Βερολίνου. Βέβαια, ακόμη και σήμερα διατηρούνται κάποια τμήματά του, όπως η λεγόμενη Γκαλερί του Ανατολικού τομέα, όπου έχουν ζωγραφιστεί γκράφιτι από καλλιτέχνες απ’όλο τον κόσμο.

Στην ουσία η πτώση του Τείχους άνοιξε το δρόμο για την ένωση της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας και προοιώνισε την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων τόσο στην ΕΣΣΔ, όσο και στις υπόλοιπες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr