Το άναρθρο απαρέμφατο: Συντακτικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσαςΤο άναρθρο απαρέμφατο: Συντακτικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης

Στα αρχαία ελληνικά συναντάμε το απαρέμφατο: α) ως έναρθρο, β) ως άναρθρο.

Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό

Το άναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό και ως ρήμα

Άναρθρο απαρέμφατο λέγεται το απαρέμφατο που χρησιμοποιείται χωρίς άρθρο.

 

 

Η χρήση του άναρθρου απαρεμφάτου

 

1. υποκείμενο των απρόσωπων ρημάτων και εκφράσεων

Χρὴ τοῦ βάρους μεταδιδόναι τοῖς φίλοις.

2. αντικείμενο

Ἐκήρυξεν τοῖς Ἕλλησι συσκευάζεσθαι.

3. κατηγορούμενο  σε συνδετικά ρήματα, ιδιαίτερα σε άλλο έναρθρο απαρέμφατο:

Τὸ κακῶς ποιεῖν ἐστιν ἀδικεῖν.

4. επεξήγηση σε προηγούμενη λέξη, συνηθέστερα επίρρημα, ή ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας:

Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.

5. προσδιορισμός του κατά τι ή της αναφοράς.

(Στην περίπτωση αυτή το  απαρέμφατο συνοδεύεταιόταν εξαρτάται από επίθετα που δηλώνουν ικανότητα, δυνατότητα, αναγκαιότητα, προθυμία, καταλληλότητα, όπως: ἄξιος, δεινός, ἐπιτήδειος, ἡδύς, ἱκανός, καλός, πικρός, ῥᾴδιος, στυγνός, χαλεπός.)

Δημοσθένης ἦν δεινότατος λέγειν.

6. του σκοπού ή του αποτελέσματος.

(Το απαρέμφατο ως προσδιορισμός του σκοπού ή του αποτελέσματος εξαρτάται από ρήματα που δηλώνουν σκόπιμη ενέργεια (ποιῶ, πράττω), κίνηση (φέρω, ἔρχομαι), παροχή, εκλογή, καθώς και τα ρήματα φύομαι και εἰμί. Αναλύεται σε τελική ή συμπερασματική πρόταση και μεταφράζεται με το «για να» ή «ώστε να» .

Λακεδαιμόνιοι ἔδοσαν Αἰγηνήταις Θυρέαν οἰκεῖν.

 7.  απόλυτα (δεν εξαρτάται από κάποιο ρήμα).

Στην περίπτωση αυτή είναι προσδιορισμός της αναφοράς ή του σκοπού.

Μερικά από τα πιο εύχρηστα απόλυτα απαρέμφατα είναι τα ακόλουθα:

τὸ ἐπ’ ἐκείνῳ / ἐκείνοις εἶναι (όσο εξαρτάται από εκείνον/εκείνους),

τὸ ἐπὶ τούτῳ / τούτοις / σφᾶς εἶναι (όσο εξαρτάται από αυτόν/αυτούς),

τὸ κατὰ τοῦτον εἶναι (όσο εξαρτάται από αυτόν),

τὸ νῦν εἶναι (όσο για τώρα),

τὸ ξύμπαν εἰπεῖν (και γενικά),

ἑκὼν εἶναι (θεληματικά),

ὡς συντόμως / ὡς συνελόντι / ὡς διὰ βραχέων εἰπεῖν (για να μιλήσω σύντομα),

ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν (για να μιλήσω περιληπτικά),

ὡς ἔπος εἰπεῖν, ὡς εἰπεῖν (για να μιλήσω έτσι),

ὡς εἰκάσαι (όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς),

ὡς τἀληθὲς εἰπεῖν (για να πω την αλήθεια),

οὕτως εἰπεῖν (για να το πω έτσι),

ὀλίγου / μικροῦ / οὐ πολλοῦ δεῖν (λίγο έλειψε),

ὡς ἐμοὶ δοκεῖν (κατά τη γνώμη μου),

σὺν θεῷ εἰπεῖν (για να πω με τη βοήθεια του Θεού).

π.χ. Ἀληθὲς γε, ὡς ἔπος εἰπεῖν, οὐδὲν εἰρήκασιν.

Ἑκὼν εἶναι οὐδὲν ψεύσομαι.

8.  αντί προστακτικής.

Χρησιμοποιείται συνήθως από τους ποιητές.

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις.

9. στις αναφωνήσεις.

Χρησιμοποιείται σπανίως από τους ποιητές.

Ἐμὲ τάδε παθεῖν; Φεῦ! (= Εγώ να τα πάθω αυτά; Αλίμονο!)

10. Β’ όρος σύγκρισης, μόνο στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν ο α΄ όρος είναι επίσης απαρέμφατο.

 Πότερον βούλει μένειν ἢ ἀπιέναι;

β) όταν ο α΄ όρος είναι δυσανάλογα ανώτερος από τον β΄ όρο σύγκρισης (ἢ ὥστε + απαρέμφατο).

ᾜσθοντο αὐτὸν ἐλάττω ἔχοντα δύναμιν ἢ ὥστε τοὺς φίλους ὠφελεῖν.

11. Απαρέμφατο σε θέση ρήματος (χρησιμοποιείται ως έγκλιση) σε:

α) Κύριες προτάσεις επιθυμίας που δηλώνουν:

προσταγή ή απαγόρευση: Θαρσῶν νῦν, Διόμηδες, μάχεσθαι. [αντί της προστακτικής μάχου]

ευχή που αναφέρεται στο μέλλον ή κάποιο συναίσθημα (επιφωνηματικό απαρέμφατο): Θεοὶ πολῖται, μή με δουλείας τυχεῖν. [αντί της ευχετικής ευκτικής μὴ τύχοιμι]

Εἴθε δέ με καὶ κωφὸν γεγονέναι, ἵνα μηδὲ ἀκούοιμι αἰσχρῶν λόγων.

Ἐμὲ παθεῖν τάδε, φεῦ!

β) Δευτερεύουσες χρονικές , συμπερασματικές  ή αναφορικές συμπερασματικές προτάσεις που εισάγονται με τα οἷος, ὅσος : Κἀκεῖνος ἀποθνῄσκει, πρὶν αὑτῷ γενέσθαι παῖδας. [χρονική]

Ὁ ποταμὸς τοσοῦτος βάθος ὡς μηδὲ τὰ δόρατα ὑπερέχειν. [συμπερασματική]

Ὁ μὲν γὰρ φύσει τοιοῦτος οἷος δεδιέναι πάντα. [αναφορική συμπερασματική]

Το άναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται ευρύτατα στον αρχαίο ελληνικό λόγο. Διακρίνεται σε:

α) Ειδικό· απαντά σε κάθε χρόνο, δέχεται άρνηση οὐ, ισοδυναμεί με δευτερεύουσα ειδική πρόταση και μεταφράζεται με «ότι» + οριστική του χρόνου στον οποίο βρίσκεται.Μπορεί να συνοδεύεται από το δυνητικό «ἄν».  Όταν όμως είναι απαρέμφατο ενεστώτα ή παρακειμένου που εξαρτάται από ιστορικό χρόνο, μεταφράζεται με οριστική παρατατικού ή υπερσυντελίκου αντίστοιχα:

Ἐγὼ δὲ οὔθ’ ὑμᾶς ταύτην ἔχειν τὴν γνώμην ἡγοῦμαι. (ότι ούτε εσείς έχετε)

Αἰγινῆται ἔλεγον οὐκ εἶναι αὐτόνομοι κατὰ τὰς σπονδάς. (ότι δεν ήταν)

Το ειδικό απαρέμφατο συντάσσεται με τις εξής κατηγορίες ρημάτων:

Λεκτικά: λέγω, φημί, ὁμολογῶ κ.ά.

Δοξαστικά: δοκῶ, ἐλπίζω, ἡγοῦμαι, κ.ά.

Γνωστικά και αισθητικά: γιγνώσκω, πυνθάνομαι (= πληροφορούμαι)

Απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις παρόμοιας σημασίας: δοκεῖ, λέγεται, νομίζεται κ.ά.

β) Τελικό· δεν απαντά σε χρόνο μέλλοντα (με εξαίρεση το απαρέμφατο που εξαρτάται από το ρήμα μέλλω), δέχεται άρνηση μή, ισοδυναμεί με δευτερεύουσα τελική πρόταση και μεταφράζεται με «να» + υποτακτική του χρόνου στον οποίο βρίσκεται:

Νῦν δέ μοι δοκεῖ αἰσχρὸν εἶναι μὴ βοηθῆσαι Καλλίᾳ τὰ δίκαια. (να μη βοηθήσω)

Εὐρυμέδοντα ἐπὶ τῶν πλειόνων νεῶν ἀποπέμψειν ἔμελλον. (να στείλουν)

Το τελικό απαρέμφατο συντάσσεται με τις εξής κατηγορίες ρημάτων:

Βουλητικά: βούλομαι, ἐπιθυμῶ, εὔχομαι κ.ά.

Προτρεπτικά και παραχωρητικά: κελεύω, κηρύττω, παραινῶ, κ.ά.

Απαγορευτικά: ἀπαγορεύω, ἀποτρέπω, κ.ά.

Αποπειρατικά και δυνητικά: δύναμαι, πειρῶμαι κ.ά.

Ρήματα που σημαίνουν συνήθεια, σκέψη, απόφαση, απαίτηση, παράκληση ή δισταγμό: ἐθίζω, βουλεύομαι, διανοοῦμαι, μέλλω, σκοπῶ κ.ά.

Απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις παρόμοιας σημασίας: ἀνάγκη ἐστί, δεινόν ἐστι, καλῶς ἔχει, οἷόν τ’ ἐστι κ.ά.

___________________________________________

Βιβλιογραφία:

  1. Συντακτικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας Α’, Β’, Γ” Γυμνασίου, Πολυξένη Μπίλλα, ΟΕΔΒ, Αθήνα, Έκδοση Α 2007
  2. Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής, Α. Β. Μουμτζάκης, ΟΕΔΒ, Αθήνα, Έκδοση 2006
  3. Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Λιναρδής Ιωάννης, εκδ. Χατζηθωμά, Θεσσαλονίκη, 2009
  4. Εγχειρίδιο γλωσσικής διδασκαλίας, ΟΕΔΒ
  5. Συντακτικό της Αρχαίας ελληνικής, Aναγνωστόπουλος Δ. Βασίλης, Εκδόσεις Αναστασάκη
  6. Ψηφιακά Εκπαιδευτικά Βοηθήματα, Υπουργείο Παιδείας
  7. Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (σε 66 ενότητες), Ν.Σπ. Ασωνίτη, Β.Δ. Αναγνωστόπουλου, Αθήνα χ.χ.
  8. Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Καραδήμος Ιωάννης, εκδ. Φίλιππος, Θεσσαλονίκη, 1992
  9. Συντακτικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Κωνσταντίνος Σ. Κατεβαίνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1978

  Δείτε: Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας