«Η Εισβολή στην ποίηση του Κώστα Μόντη» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Η Εισβολή στην ποίηση του Κώστα Μόντη»

horizontal-bar-posts-small
Γιώτα Ιωακειμίδου 

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 
horizontal-bar-posts-small

Μεσούντος του Ιουλίου  του 1974 ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της Κύπρου  με την εισβολή των Τούρκων στο ματωμένο νησί  και την  κατοχή  μέχρι σήμερα μεγάλου μέρους του νησιού. Πολλοί κύπριοι ποιητές έγραψαν ποίηση  κυρίως, αλλά και πεζά αναφερόμενοι στα γεγονότα. Περισσότερο από όλους ο πιο σωκρατικός ποιητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας , ο Κώστας  Μόντης. Το πρώτο της συλλογής αναφέρεται στην ματωμένη εισβολή:

Προς Τούρκους εισβολείς 

Κι αυτή η σελήνη η ματωμένη και μισή 
που μας την κουβαλήσατε! 
Αλήθεια πέστε μου, μετρήσατε 
πόσοι άλλοι πέρασαν απ΄ το νησί 
πριν από εσάς πανίσχυροι κ’ επιφανείς 
κι ούτε για δείγμα καν δεν έμεινε κανείς

Ο Κώστας Μοντης  απευθύνετε στους εισβολείς και τους θυμίζει ότι πολλοι πιο ισχυρό πέρασαν από΄το νησί και δεν έμεινε ούτε δείγμα από αυτούς..δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν δικαιώθηκε στις προβλέψεις του  για τον νεόκοπο εισβολέα.

Σε ένα άλλο ποίημα  γράφει:

Θάλασσα που τους έφερες 
πάρ’ τους και γύρνα πίσω 
κι όσο και να σε μίσησα 
θα σε ξαναγαπήσω

Δεν τους έφερε βέβαια η θάλασσα ,αλλά ελληνικά χέρια με τις αστοχίες τους  και τις παραλείψεις τους.

Σε άλλο ποίημα του  επανέρχεται στην θάλασσα και πονάει που η αγαπημενη θαλασσα της Κερύνειας τους έφερα ,όσο και αν αυτό «ποναει»….

Είναι δύσκολο να πιστέψω

πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,

είναι δύσκολο να πιστέψω

πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας

Αλλά πιο πολύ πονά η στάση της Ελλάδας που δεν βοήθησε, δεν «μπόρεσε», δεν ήθελε, αυτό ναι πονά και ματώνει τον ποιητή.Πονάνε  τα τόσα ψέματα, η αδιαφορία 

η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.

Τα ποιήματα του είναι αληθινά, χωρίς λυρισμούς και ποιητικές εξάρσεις, περιγράφουν μια πραγματικότητα, πιστεύει πάντα στην α «εξ Ελλάδος βοήθεια» , έστω και αργά θα έρθει…

Κ’ η Ελλάδα τελευταίος θάμνος στον κρεμνό
να τον αρπάζει η λευτεριά να κρατιέται

 Η Κοινή γνώμη συγκινείται από δράμα των Κυπρίων, αλλά  κανείς δεν είναι διατεθειμένος για ουσιαστική βοήθεια στο νησί:

Υπάρχει μεγάλη ζήτηση στίχων

για την Τουρκική εισβολή.

Η κυρία Μ τους θέλει επειγόντως

για μια ραδιοφωνική εκπομπή στο Παρίσι,

δυο Ελληνικά κι ένα Αγγλικό περιοδικό

τους χρειάζονται για τα ειδικά αφιερώματά τους,

στην Camden Town και στην Νέα Υόρκη

οργανώνονται δύο φιλανθρωπικές χοροεσπερίδες

που θα τις ποικίλλει απαγγελία επίκαιρων ποιημάτων.

Είναι θέμα προβολής της Κύπρου

που πολύ θα βοηθήσει τον έρανο για τους πρόσφυγες.

Πώς να τους πεις πως έπηξε το μελάνι στην πέννα σου,

πώς να τους πεις πως έπηξε το αίμα στην καρδιά σου,

πώς να τους πεις να μας αφήσουν ήσυχους;

Οι τελευταίοι  στίχοι ειρωνικοί, αλλά και αληθινοί, τον ενδιαφέρον είναι επιφανειακό,  ο ποιητής αγανακτεί και ζητεί το αυτονόητο «να μας αφήσουν ήσυχους»