Oι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ιερούς τους νεκρούς και γι’αυτό τους τιμούσαν με μεγαλοπρεπείς τελετές γιατί αλλιώς οι ψυχές των πεθαμένων δε θα γινόταν δεκτές στα Ηλύσια Πεδία. Πίστευαν ότι η ζωή γεννιέται με το θάνατο και πως μετά από αυτόν το σώμα πρέπει να αναπαύεται για να βρίσκει ηρεμία και η ψυχή. Η ταφή και η καύση αποτελούσαν διαδικασίες με συγκεκριμένο τελετουργικό για να βρει «ανάπαυση» το σώμα και να οδηγηθεί η ψυχή στον κόσμο των αθανάτων. Η ταφή των νεκρών από τους οικείους τους ήταν θρησκευτικό καθήκον και προβλεπόταν από τον νόμο. Η ψυχή του νεκρού έβρισκε ανάπαυση στον Άδη μόνο όταν οι ζωντανοί έθαβαν το σώμα του. Ατιμωτικό ήταν επίσης να μείνει άταφο το σώμα και να γίνει τροφή για τα σκυλιά . Η αμέλεια από τους οικείους των νεκρών θεωρούνταν βαρύ έγκλημα με επιπτώσεις τόσο στους ίδιους όσο και στο νεκρό. Συνήθως άταφοι έμεναν οι προδότες της πατρίδας, οι λιποτάκτες, οι ιερόσυλοι και οι αυτόχειρες.

Την ψυχή του νεκρού τη μετέφερε ο ψυχοπομπός Ερμής στην Αχερουσία λίμνη, απ’ όπου την παραλάμβανε ο βαρκάρης Χάροντας και τη μετέφερε στον Άδη, όπου γινόταν δεκτή μόνο με την προϋπόθεση πως το σώμα του νεκρού είχε ταφεί. Εκεί βρισκόταν με τις άλλες ψυχές, χωρίς όμως να θυμάται τίποτα από την επίγεια ζωή, σε μια κατάσταση λήθης.

Στον κυκλαδικό πολιτισμό ως το 1200-1100 π.Χ. οι Έλληνες εφάρμοζαν τον ενταφιασμό ως αποκλειστική πρακτική κήδευσης. Στη συνέχεια εφαρμόζουν την καύση των νεκρών, επηρεασμένοι ίσως από την Ανατολή, η οποία διατηρείται ως τα πρώτα χριστιανικά χρόνια.

Ο Όμηρος στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας μας αφηγείται την καύση του νεκρού Πατρόκλου μετά το θάνατό του από τον Έκτορα: αφού κάνανε μια πυρά με κορμούς βάλανε πάνω το νεκρό. Στη φωτιά ρίξανε στάμνες με μέλι, αρνιά, βόδια, τέσσερα γενναία άλογα , δύο από τα σκυλιά του αποκεφαλισμένα και δώδεκα αγόρια , Τρώες.

Στην Οδύσσεια, στην ραψωδία Ω αναφέρεται στην καύση του νεκρού Αχιλλέα μετά το θάνατό του από τον Πάρη: γύρω από το νεκρό σφάζανε παχιά αρνιά και τραχήλατα βόδια και στη φωτιά ρίχνανε άρματα. Όταν πλέον κάηκε το σώμα του, πήρανε τα οστά και τα βάλανε μέσα σε λάδι και κρασί. Έπειτα η Θέτιδα, έφερε ένα χρυσό αμφορέα, φτιαγμένο από τον Ήφαιστο και εκεί τοποθέτησαν τα οστά του Αχιλλέα.

Αλλά και οι Τρώες καίγανε τους νεκρούς τους. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Ω περιγράφει την καύση του Έκτορα: για εννιά μέρες συγκέντρωναν ξύλα και τη δέκατη ανάψανε την πυρά και αφού κάηκε το σώμα έριξαν κρασί για να σβήσουν τη φωτιά. Στη συνέχεια έβαλαν τα οστά πάνω σε πορφυρά σεντόνια μέσα σε μια χρυσή λάρνακα την οποία τοποθέτησαν σε τάφο. Αλλά και σε άλλα σημεία στα ομηρικά έπη γίνεται αναφορά στην καύση των νεκρών, την οποία θεωρούσαν πολύ σημαντική οι αρχαίοι Έλληνες καθώς πίστευαν ότι η φωτιά έδινε τη λύτρωση στα πτώματα των νεκρών. Βέβαια αυτό αποτελεί στοιχείο αναχρονισμού, καθώς η καύση των νεκρών ήταν έθιμο της εποχής του Ομήρου τον 8ο αιώνα π.Χ, ενώ την εποχή του Τρωικού πολέμου , 13ος αιώνας π.Χ., οι ήρωες ενταφιάζονταν είτε σε σκαπτούς , τα «υπόγαια» ή σε θολωτούς τάφους.

Γενικότερα η προετοιμασία του νεκρού για την καύση ήταν παραπλήσια με αυτή της ταφής. Οι συγγενείς καθάριζαν, έπλεναν , έλουζαν το νεκρό και τον άλειφαν με λάδι. Στη συνέχεια τον έντυναν και έριχναν πάνω του ένα λευκό λινό ύφασμα, το σάβανο. Έπειτα ακολουθούσε η πρόθεση, δηλαδή η τοποθέτηση του νεκρού στη νεκρική κλίνη με το πρόσωπο στραμμένο προς την ανατολή και έβαζαν έναν οβολό στο στόμα του νεκρού για τα ναύλα του Χάροντα και προσφέρονταν στεφάνια, δώρα, λουλούδια κ.α. για να ακολουθήσει ο αποχαιρετισμός από τους συγγενείς και ο παραδοσιακός θρήνος, το  μοιρολόι , συνήθως από γυναίκες , που τραβούσαν και έκοβαν τα μαλλιά τους, έριχναν χώματα, χτυπούσαν το στέρνο τους και σκέπαζαν το κεφάλι τους με μαύρη καλύπτρα και μέσω του ολοφυρμού τους εκθείαζαν τις χάρες και τις ικανότητες του πεθαμένου. Αν ο νεκρός ήταν πολεμιστής η έκθεση γινόταν στην αγορά, σε δημόσιο χώρο και ακολουθούσε η απαγγελία επιταφίου λόγου (όπως ο Επιτάφιος του Θουκυδίδη) και έπειτα η νεκρική πομπή, η εκφορά και η απόθεση του νεκρού στον τάφο, στον οποίον φύτευαν λουλούδια και πρόσφεραν χοές με γάλα και μέλι. Μετά ακολουθούσε η παράθεση γεύματος για τη συγχώρεση της ψυχής του εκλιπόντος, ο περίδειπνος ή νεκρόδειπνος και έπειτα αν ο νεκρός ήταν επιφανής πολεμιστής γινόταν αγώνες προς τιμήν του. Έπειτα από οχτώ μέρες συγκεντρώνονταν στον τάφο και τελούσαν τα «ένατα».

Η ταφή στα μυκηναϊκά χρόνια γινόταν σε θαλαμοειδείς τάφους , όπου είχαν ταφεί και άλλα μέλη της οικογένειάς τους είτε μέσα στην πόλη είτε σε νεκροταφείο έξω από την πόλη. Τοποθετούνταν και επιτάφιες στήλες για να θυμίζουν την ιερότητα του χώρου. Δίπλα στο νεκρό τοποθετούνταν τα αγαπημένα του αντικείμενα, όπλα, ασπίδες, ξίφη, κύπελλα, αγγεία, ειδώλια, κοσμήματα, παιχνίδια, τα λεγόμενα κτερίσματα. Ανάλογος με το νεκρό ήταν και τάφος. Όσο σπουδαιότερος ο νεκρός τόσο μεγαλύτερο και το ταφικό μνημείο. Βέβαια σε θαλαμοειδείς τάφους τοποθετούνταν η τέφρα σε υδρίες ή αμφορείς και τα οστά των νεκρών μετά την καύση μέσα σε λάρνακες όπως και στους μακεδονικούς τάφους της Βεργίνας.

Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού άρχισε να υποχωρεί η καύση των νεκρών και επικράτησε το έθιμο της ταφής και η πεποίθηση πως η ψυχή περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία. Βέβαια ακόμη και σήμερα διατηρούνται αναλλοίωτα πολλά στοιχεία από την τελετουργία της ταφής στην αρχαιότητα.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων