«Οι δυσκολίες του αδίδακτου κειμένου» του Άρη Ιωαννίδη«Οι δυσκολίες του αδίδακτου κειμένου»

horizontal-bar-posts-small
Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης
horizontal-bar-posts-small

Για τους περισσότερους μαθητές τα αδίδακτο –κατά κόσμον άγνωστο – κείμενο (θεματογραφία), αποτελεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ο λόγος είναι ότι απαιτεί μια καθαρά διαφορετική προσέγγιση και βέβαια γνώσεις από την Α’  κιόλας τάξη του Γυμνασίου. Η έλλειψη βασικών γνώσεων γραμματικής, συντακτικού, λεξιλογίου αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα. Δεν αντιμετωπίζεται, λοιπόν,  από τους περισσότερους μαθητές, όπως θα έπρεπε. Απαραίτητη προϋπόθεση, λοιπόν,  για την επιτυχή προσέγγισή του αποτελεί η άριστη γνώση της γραμματικής, η σωστή εφαρμογή των συντακτικών κανόνων και οπωσδήποτε ικανοποιητική γνώση λεξιλογίου. Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και τον παράγοντα εμπειρία, η οποία αποκτάται μέσα από τη συνεχή ενασχόληση με αδίδακτα κείμενα.

Οι δυσκολίες όμως… πολλές και δυστυχώς αρκετές φορές ανυπέρβλητες. Ο λόγος; Η λανθασμένη προσέγγιση του κειμένου από το μαθητή, ίσως και η λανθασμένη – μερικές φορές  – καθοδήγησή του. Tο αδίδακτο κείμενο αποτελεί ένα απόσπασμα ενός ευρύτερου κειμένου, με ολοκληρωμένη σχετικά νοηματική αυτοτέλεια. Ο τρόπος προσέγγισής του: παραγωγικός. Από τη γενική θεώρηση του αποσπάσματος προχωράμε στα επιμέρους τμήματά του, τις περιόδους, τις ημιπεριόδους, τις προτάσεις, τους όρους. Αν δεν προηγηθεί κάτι τέτοιο, τα αποτελέσματα αβέβαια…

Ως προς τα κριτήρια επιλογής των αδίδακτων κειμένων, οι σχετικές οδηγίες καθορίζουν ότι τα υπό διδασκαλία και εξέταση αδίδακτα κείμενα επιβάλλεται να έχουν σχετική νοηματική αυτοτέλεια,  να παρουσιάζουν σχετικό  ενδιαφέρον ως προς το περιεχόμενο, να ανταποκρίνονται στις αντιληπτικές και μεταφραστικές δυνατότητες του μέσου μαθητή,  να περιέχουν παραδειγματικά γραμματικο-συντακτικά φαινόμενα,  να μην απαιτούν χρονοβόρα πραγματολογική θεώρηση.

Ο μαθητής οφείλει να καταλάβει ότι η μεταφραστική απόδοση του αδίδακτου κειμένου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελέσει «συρραφή» άσχετων μεταξύ τους όρων, χωρίς νοηματική και συντακτική συνάφεια. Το αποτέλεσμα είναι το άκουσμα – τις περισσότερες φορές – της μετάφρασης του μαθητή να είναι  κακόηχο, ασαφές κι άσχετο με το πρωτότυπο κείμενο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανάπτυξη της αναγνωστικής και μεταφραστικής του ικανότητας σε βαθμό που να μπορεί ο μαθητής μόνος  του να επιχειρήσει  την ανάγνωση και μετάφραση ενός κειμένου της αττικής πεζογραφίας. Και φυσικά η ανάγνωση και η μετάφραση ενός κειμένου δεν εξαρτάται μόνο από τη γλωσσική του κατανόηση, αλλά οφείλει να συνεκτιμά το γραμματειακό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο, την εποχή στην οποία αναφέρεται , καθώς και την επικοινωνιακή λειτουργία που επιτελούσε, γιατί από αυτά εξαρτάται τόσο η επιλογή του λεξιλογίου του, όσο και η συντακτική δομή του. Βέβαια, δεν κάνουν κακό και λίγες ιστορικές γνώσεις, που ίσως βοηθήσουν…

Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι το πρόγραμμα σπουδών μέσω της διδασκαλίας του αδίδακτου κειμένου ουσιαστικά προσανατολίζεται σ’ έναν τύπο μεταγλωσσικού φορμαλισμού, που απαιτεί πολλές γνώσεις πάνω σε θέματα μορφικά, όσον αφορά βέβαια το επίπεδο της γλώσσας. Μάλλον, δείχνει να έχει υποκατασταθεί η «κειμενοκεντρική» από μία «γλωσσοκεντρική» θεώρηση και προοπτική, στο πλαίσιο πάντα των εξεταστικών προδιαγραφών, με αποτέλεσμα την αλλοίωση των μεθόδων φιλολογικής ανάγνωσης ενός αρχαιοελληνικού κειμένου…

Επομένως μέσω ενός αδίδακτου κειμένου προσδοκάται εν μέρει από τη μία ανθρωπιστική μόρφωση των μαθητών μέσω της επαφής τους με το νοηματικό περιεχόμενο του κι από την άλλη  ουσιαστική ανάπτυξη της αναγνωστικής και μεταφραστικής του ικανότητας.  Απώτερος σκοπός  είναι σταδιακά ο μαθητής να ασκηθεί στους τομείς λεξιλογίου, μορφολογίας και σύνταξης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (συγκεκριμένα της αττικής διαλέκτου) και παράλληλα να συσχετίζει στοιχεία της αττικής διαλέκτου με τα αντίστοιχα της νέας ελληνικής, στο πλαίσιο πάντα μιας διαχρονικής θεώρησης της ελληνικής γλώσσας μας…