Ο Δημήτρης Ν. Σαραντάκος«Τα θαύματα της Καινής Διαθήκης – Απόπειρα ορθολογικής προσέγγισής τους»

Του Δημήτρη Ν. Σαραντάκου

Εισαγωγικά

Θαύμα λέμε σήμερα κάθε τι το υπερφυσικό, το εκπληκτικό, το παράδοξο, το άξιο θαυμασμού. Την ίδια σημασία είχε η λέξη και στην αρχαία ελληνική (πρβλ. «τα επτά θαύματα του κόσμου»). Σήμαινε όμως και το τέχνασμα ταχυδακτυλουργού ή μιαν εξαιρετική επίνοια. Το θρησκευτικό θαύμα, δηλαδή η θεραπεία μιας ανίατης πάθησης, η ανάσταση ενός νεκρού και γενικά κάποια παραβίαση των φυσικών νόμων, που γίνεται με την άμεση ενέργεια ή με τη επίκληση θείων δυνάμεων, στην αρχαία ελληνική οριζόταν με τις λέξεις τέρας ή σημείον. Λέξεις που κατά κανόνα συναντούμε στην Καινή Διαθήκη.

Θαυματοποιοί, μάγοι και εξορκιστές

Οι άνθρωποι της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα πίστευαν ακράδαντα στην ικανότητα κάποιων προσώπων να θαυματουργούν. Η ιστορία είναι γεμάτη από θαύματα και θαυματοποιούς. Οι Έλληνες είναι αλήθεια ότι πολύ γρήγορα, από την αρχαϊκή ήδη εποχή, εκδηλώσαν μεγάλο σκεπτικισμό αναφορικά με τα θαύματα. Οι λαοί όμως της αρχαίας Ανατολής ήταν περισσότερο επιρρεπείς στην αποδοχή τους. Σπουδαίοι θαυματοποιοί εθεωρούντο οι Αιγύπτιοι, κατά δε τον Ιώσηπο, οι Ιουδαίοι, έχοντας κληρονομήσει τη σοφία του Σολομώντα, ήταν σε θέση, περισσότερο από άλλους λαούς, να θεραπεύουν παθήσεις με θαυμαστό τρόπο. Έναν αιώνα πριν από την εποχή του Ιησού του Ναζωραίου διάσημος θαυματοποιός στην Ιουδαία ήταν ο Ονίας ο κυκλοποιός, ο οποίος σε εποχή ανομβρίας με την προσευχή του προκάλεσε καταρρακτώδη βροχή. Ο Άννινος ο γιος του Ντοζά εξ άλλου, που έζησε στη Γαλιλαία έναν αιώνα μετά τον Ιησού, θεράπευσε τον γιο του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ του Γ’ κατά τρόπο που θυμίζει έντονα τη θεραπεία του γιου του εκατόνταρχου από τον Ναζωραίο. Αλλά και σε σύγχρονες με τον Ιησού και τον Παύλο προσωπικότητες, όπως ήταν ο καίσαρας Βεσπασιανός και ο διδάσκαλος Απολλώνιος ο Τυανέας αποδόθηκαν θαυματουργές ιάσεις τυφλών, κουτσών και κουλών, (φύσει ή τέχνη), μαρτυρημένες από αρκετά πρόσωπα. Στον Απολλώνιο επίσης αποδίδεται και η ανάσταση μιας γυναίκας, που πέθανε την ημέρα του γάμου της.

Εξ άλλου μεγάλη διάδοση κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους γνώρισαν η μαγεία και οι συναφείς με αυτές τεχνικές (αστρολογία, οιωνοσκοπία, μαντική κ.ά.) που επίσης σχετίζονται στενά με την θαυματουργία. Σχεδόν κάθε ηγεμόνας και δημόσιος άνδρας είχε στο πλευρό του τον μάγο ή αστρολόγο του. Η διαφορά μεταξύ μαγείας και θρησκείας βρίσκεται στο ότι στην μεν θρησκεία ο πιστός επιδιώκει την ικανοποίηση των προσδοκιών του με τη βοήθεια των θείων δυνάμεων, στις οποίες πιστεύει, ενώ στη μαγεία επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτή με τη βοήθεια μαγικών διαδικασιών, οι οποίες κρύβουν μέσα τους τις δυνάμεις αυτές. Η μαγεία δηλαδή στηρίζεται στις ίδιες δυνάμεις του ανθρώπου, τις οποίες ενεργοποιούν οι μαγικές τελετουργίες, χωρίς καμιά θεία επέμβαση. Αυτό εξηγεί την ασυμβίβαστη αντίθεση και την απροκάλυπτη εχθρότητα που έδειξαν και δείχνουν οι ιερείς κάθε θρησκείας κατά των μάγων , καθώς και το διωγμό των τελευταίων από τους πρώτους, τον τρόμο που ενέπνεαν οι μάγοι στους πιστούς και την ευκολία με την οποία πολλοί εκπρόσωποι, οποιασδήποτε θρησκείας, κατηγορούν τους αντιπάλους τους σαν μάγους. Ήδη ο Ιησούς κατηγορήθηκε από τους Φαρισαίους σαν μάγος1, κατηγορία που επαναλαμβάνει το Ταλμούδ, ενώ ο Παύλος με τον Βαρνάβα είχαν καταγγελθεί στις μεν αρχές σαν ανατρεπτικά στοιχεία στον δε αμόρφωτο πλήθος σαν επικίνδυνοι μάγοι2. Πολύ αργότερα η νικήτρια χριστιανική εκκλησία θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον την κατηγορία της μαγείας για να εξοντώσει τους αντιπάλους της3.

Κοινό σημείο συνάντησης μαγείας και θρησκείας είναι η μαντική. Ο αυθεντικός μάγος υποτίθεται ότι έχει την ικανότητα να προλέγει το μέλλον, αλλά την ίδιαν ικανότητα διεκδικεί και η θρησκεία. Οι μάντεις της ηρωικής και αρχαϊκής εποχής ήταν ταυτοχρόνως και ιερείς και αργότερα σημαντικά και σεπτά κέντρα της ελληνικής θρησκείας ήταν ταυτοχρόνως και Μαντεία, όπως των Δελφών και της Δωδώνης, ενώ στην στη διαμόρφωση της ιουδαϊκής θρησκείας έπαιξαν σημαντικό ρόλο μάντεις, με την ονομασία Προφήτες.

Βεβαίως οι εγκυρότεροι φιλόσοφοι της αρχαιότητας, ιδίως οι σοφιστές, οι κυνικοί, οι επικούρειοι και οι σκεπτικοί, απέρριπταν και γελοιοποιούσαν μάντεις και μαντική και την ίδια στάση κρατά σήμερα το σύνολο των επιστημόνων, αλλά παρ’ όλα αυτά οι πάσης φύσεως μάντεις και προφήτες έκαναν και κάνουν την τύχη τους προλέγοντας το μέλλον, ιδίως δε σε εποχές μεταβατικές, σε χρόνους αστάθειας και ανασφάλειας, όπως είναι και οι μέρες τις οποίες ζούμε.

Η άποψη των Ελλήνων φιλοσόφων

Ανάλογη, αρνητική, στάση τηρούσαν οι Έλληνες διανοητές αναφορικά με τα θαύματα. Οι περισσότεροι Έλληνες φιλόσοφοι απέρριπταν τα θαύματα, διότι πίστευαν ότι κανένα πράγμα δε γίνεται άσκοπα αλλά όλα έχουν κάποιαν αιτία και υπαγορεύονται από την ανάγκη. Όπως έλεγε ο Λεύκιππος ο Αβδηρίτης: ουδέν χρήμα μάτην γίγνεται αλλά πάντα εκ λόγου τε και υπ’ ανάγκην4.

Οι Έλληνες διανοητές πολύ νωρίς κατανόησαν πως όλα τα γεγονότα και όλα τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα κάποιας αλληλουχίας, που πολλές φορές δεν είναι αμέσως αντιληπτή αλλά όταν κατανοηθεί και ερμηνευτεί σωστά αποδεικνύεται πως είναι αιτιολογημένη και όχι αυθαίρετη. Ήδη οι πρώτοι ‘Έλληνες φιλόσοφοι δίδαξαν ότι ο φυσικός κόσμος, μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος, δεν είναι η σκηνή στην οποία διαδραματίζονται ακατανόητα, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα γεγονότα. Δεν κυριαρχείται δηλαδή από σκοτεινές, υπερφυσικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, αλλά αντίθετα είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί, μόλις εξακριβωθεί η αιτία, ο λόγος που γεννά τα φαινόμενα αυτά.

Ο Κικέρων αποδεχόμενος την ορθολογική αυτή θέση γράφει5: Τίποτα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς αιτία. Τίποτα δεν συμβαίνει που να μην μπορεί να συμβεί και εφ’ όσον συμβαίνει αυτό που είναι δυνατόν να συμβεί, τότε δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως θαύμα. Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν θαύματα.

Η σημασία που δίνουν τα Ευαγγέλια στα θαύματα

Η σημασία που δίνουν τα Ευαγγέλια στα θαύματα του Ιησού του Ναζωραίου δεν είναι η ίδια για όλα. Ενώ το κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν προβάλλουν περισσότερο το ηθικό δίδαγμα των κηρυγμάτων του Ιησού, το κατά Μάρκον τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση τα θαύματα που έκανε. Όπως φαίνεται μετά τη σταύρωση του Ιησού του Ναζωραίου, οι Απόστολοι και ιδιαίτερα ο Πέτρος έδωσαν μεγάλη σημασία στα θαύματα του Ιησού, θεωρώντας τα σαν απόδειξη πως ήταν Χριστός του Θεού6.

Όπως διαφαίνεται από τη μελέτη των βιβλίων της Καινής Διαθήκης ο τονισμός της σημασίας των θαυμάτων του Ιησού του Ναζωραίου, πρέπει να είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στα Απόκρυφα, (που τα περισσότερα έχουν γραφεί τον 2ον ή και τον 3ον αιώνα) αποδίδονται στον Ιησού πολύ περισσότερα, πολύ πιο αλλόκοτα και σε ορισμένες περιπτώσεις και κακεντρεχή θαύματα. Όπως προανέφερα στα κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν Ευαγγέλια τα θαύματα δεν παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Αλλά και σε πολλές περικοπές του κατά Μάρκον7 αναφέρεται ότι ο Ιησούς απέφευγε να δίνει δημοσιότητα στα θαύματα που έκανε και απαγόρευε στους μαθητές του να τα κοινολογούν.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι πολλοί Εθνικοί (εκατόνταρχος, Συροφοινίκισσα γυναίκα κ.ά.) παρουσιάζονται να δείχνουν στις θαυματουργές ικανότητες του Ναζωραίου μεγαλύτερη πίστη από τους Ιουδαίους. Ίσως και αυτό να είναι μεταγενέστερη προσθήκη όταν ο Χριστιανισμός άρχισε να αποχωρίζεται από τον Ιουδαϊσμό και να εισχωρεί στον κόσμο των Εθνικών. Περίεργο είναι επίσης το ότι οι μαθητές του Ιησού δεν αποδέχονταν πάντα και με την ίδια προθυμία τα θαύματα που έκανε. Θαύματα πρωτάκουστα και σημαντικά, όπως ο πρώτος και ο δεύτερος πολλαπλασιασμός των άρτων8 περνούν σχεδόν ασχολίαστα. Το περπάτημα του Ιησού πάνω στα νερά9 τους ξάφνιασε και δεν το κατανόησαν «επειδή η καρδία αυτών ήτο πεπορωμένη».

Αργότερα οι Εθνικοί στις αντιπαραθέσεις που είχαν με τους Χριστιανούς, όχι μόνο αμφισβητούσαν τη σημασία των θαυμάτων του Ιησού αλλά τα θεωρούσαν πολύ υποδεέστερα των αντιστοίχων του Ηρακλή, του Ασκληπιού, των Διοσκούρων ή του Διονύσου10.

Οι αντιφάσεις των Ευαγγελίων αναφορικά με τα θαύματα

Εκτός από τη διαφορετική αποτίμηση της σημασίας των θαυμάτων του Ιησού του Ναζωραίου (ή ίσως εξ αιτίας αυτής), τα Ευαγγέλια παρουσιάζουν μεταξύ τους σημαντικές ασυμφωνίες. Πράγματι, μελετώντας τα Ευαγγέλια παρατηρούμε ότι δεν αναφέρουν όλα τα ίδια θαύματα. Στο κατά Ματθαίον αναφέρονται συνολικά 18 θαύματα, στο κατά Μάρκον 17, στο κατά Λουκάν 19 και στο κατά Ιωάννην μόνον 7. Δεν πρόκειται όμως για τα ίδια περιστατικά. Στην πραγματικότητα το μόνο θαύμα που μνημονεύουν και τα τέσσερα [Ματθ. ιδ’ 13-21, Μαρκ. ς’30-44 Λουκ. θ’10-17 Ιωαν. ς’ 1-15] είναι αυτό του πρώτου πολλαπλασιασμού των άρτων.

Τα θαύματα που αναφέρονται και στα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια είναι μόνο δέκα: ο τυφλός της Ιεριχούς [Ματθ κ’ 29-34, Μαρκ ι’46-52, Λουκ.ιη’35-43], η πεθερά του Σίμωνα-Πέτρου [Ματθ η’14-15, Μαρκ α’ 20-23, Λουκ.δ’ 31-37], το επιληπτικό παιδί [Ματθ ιζ’14-27, Μαρκ θ’14-19, Λουκ.θ’37-43], η αιμορροούσα γυναίκα [Ματθ θ’ 20-22, Μαρκ ε’24-34, Λουκ.η’43-48], η κόρη του Ιαείρου [Ματθ θ’ 18-19, Μαρκ ε’ 21-24, Λουκ.η’40-42], η θεραπεία του λεπρού [Ματθ η’ 1-4, Μαρκ α’40-45, Λουκ.ε’12-16], η θεραπεία του ξεραμένου χεριού [Ματθ.ιβ’ 9-14, Μαρκ.γ’1-5, Λουκ.ς’ 6-11], ο παράλυτος της Καπερναούμ [Ματθ.θ’ 1-8, Μαρκ. β’ 1-3, Λουκ.ε’ 17-18], , ο δαιμονιζόμενος των Γεργεσηνών [Ματθ.η’ 28-31, Μαρκ.ε’ 1-6, Λουκ.η’ 26-29], και η γαλήνευση της θάλασσας [Ματθ. ιδ’ 22-33, Μαρκ. ς’ 45-52, Λουκ.η’ 22-25].

Ανά δύο Ευαγγέλια μνημονεύουν ακόμα πέντε θαύματα: τη Συροφοινίκισσα γυναίκα [Ματθ. ιζ’18, Μαρκ.θ’ 25], τον (δεύτερο) πολλαπλασιασμό των άρτων [Ματθ. ιε’ 32-39, Μαρκ. η’ 1-10], τον δαιμονιζόμενο τυφλό και κουφό [Ματθ. κ’29-34, Μαρκ. ι’ 46] και τον περίπατο πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας[Ματθ. ιδ’ 24-27, Μαρκ. ς’ 48-51].

Δώδεκα τέλος θαύματα αναφέρονται μόνο σε ένα Ευαγγέλιο. Δύο στο κατά Ματθαίον (οι δύο τυφλοί και ο δαιμονιζόμενος κωφάλαλος ), δύο στο κατά Μάρκον (ο κωφάλαλος [ζ’ 32-33] και ο τυφλός της Βηθσαϊδά [η’ 22-26]), τέσσερα στο κατά Λουκάν (ο γιος της χήρας της Ναϊν [ζ’ 11-15] η συγκύπτουσα γυνή [ιγ’ 10-17], ο υδρωπικός [ιδ’ 1-4] και οι δέκα λεπροί [ιζ’ 11-15]) και τέσσερα στο κατά Ιωάννην (οι γάμοι της Κανά [β’ 1-11], ο ανήμπορος της Βηθεσδά [ε’ 1-16], ο εκ γενετής τυφλός [θ’ 1-7] και η ανάσταση του Λαζάρου[ια’ 1-44]).

Για το μεγαλύτερο από τα θαύματα του Ιησού: να αναστήσει τον φίλο του, τεταρταίον ήδη, [Ιωαν.ια’ 43-44] η σιωπή των λοιπών Ευαγγελίων είναι ανεξήγητη. Η ανάσταση έγινε στη Βηθανία, όπου έμενε ο Λάζαρος και οι αδελφές του, Μάρθα και Μαρία. Λίγο αργότερα, εξ ήμέρες πριν από το τελευταίο Πάσχα της ζωής του, ο Ιησούς δείπνησε στη Βηθανία με τον αναστηθέντα Λάζαρο και τις αδελφές του και η Μαρία έπλυνε τα πόδια του και τον άλειψε με μύρο [Ιωαν ιβ’1-11]. Τα άλλα Ευαγγέλια παραλείπουν αυτό το μεγαλύτερο θαύμα και αντιθέτως, τα μεν πρώτο και δεύτερο [Ματθ. κς’6-16 και Μαρκ. ιδ’ 1-9] αναφέρουν ότι πράγματι έγινε το δείπνο στη Βηθανία, αλλά στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού και τα πόδια του τα άλειψε με μύρο κάποια μη κατονομαζόμενη γυναίκα, προκαλώντας την οργή του Ιούδα του Ισκαριώτη για την άσκοπη σπατάλη, το δε κατά Λουκάν [ζ’36-38] παραλείπει και τη Βηθανία και το δείπνο και μνημονεύει το επεισόδιο με το μύρο στο σπίτι κάποιου Σίμωνα, πλούσιου Φαρισαίου φίλου του Ιησού, με πρωταγωνίστρια μιαν αμαρτωλή γυναίκα. Αλλά και στις Πράξεις [κς’ 22-23], αμφισβητείται η ανάσταση του Λαζάρου εφ’ όσον ρητά αναφέρεται ότι ο πρώτος που ανεστήθη εκ νεκρών υπήρξε ο Ιησούς.

Αναφορικά με τον Σίμωνα τον λεπρό παραμένει ανεξήγητο γιατί ο Ιησούς που θεράπευσε μία δωδεκάδα περίπου πάσχοντες από τη φοβερή αρρώστια δεν απήλλαξε από τα βάσανά της τον αγαπητό φίλο του.

Εξ άλλου τα Ευαγγέλια δε συμφωνούν μεταξύ τους για το ποιο υπήρξε το πρώτο θαύμα, με το οποίο άρχισε ο Ιησούς Χριστός τα σημεία του. Στο κατά Ματθαίον [δ’24] άρχισε με τη θεραπεία στη Γαλιλαία διαφόρων δαιμονιζομένων, σεληνιαζομένων και παραλυτικών, στο κατά Μάρκον [α’21-27] μέσα στη Συναγωγή της Καπερναούμ, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο, στο κατά Λουκάν [δ’31-34] τα πρώτα θαύματα έγιναν την ίδια μέρα στην Καπερναούμ, όταν μέσα στη συναγωγή θεράπευσε το δαιμονισμένο και στο σπίτι του Σίμωνα-Πέτρου την πεθερά του και τέλος στο κατά Ιωάννην [β’1-11] το πρώτο θαύμα έγινε σε ένα γάμο, στην Κανά, όπου με προτροπή της μητέρας του μετέτρεψε το νερό σε κρασί.

Κατηγορίες θαυμάτων

α) Θεραπείες

Τα περισσότερα, ίσως πάνω από τα μισά, από τα θαύματα του Ιησού του Ναζωραίου αφορούν θεραπείες. Μια ορθολογική ερμηνεία των θαυμάτων αυτών είναι ότι πολλά αφορούν ψυχοσωματικές παθήσεις (αιμορροούσα γυναίκα, σεληνιαζόμενος νέος, συγκύπτουσα γυναίκα κ.ά.) και αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ιησούς βεβαίωνε τους θεραπευμένους ότι «η πίστη σου σε έσωσε». Οι αναστάσεις της κόρης του Ιαείρου ή του γιου της χήρας της Ναϊν, ενδεχομένως να αφορούν νεκροφάνειες. Ο ίδιος άλλωστε στην πρώτη περίπτωση βεβαίωνε «δεν πέθανε το κοριτσάκι αλλά κοιμάται»

β) Εξορκισμοί

Ειδική κατηγορία θαυματουργών θεραπειών (ο δαιμονισμένος της Καπερναούμ, ο δαιμονισμένος των Γαδαρηνών – Γερασηνών, ο κωφάλαλος δαιμονισμένος, το επιληπτικό παιδί, η Συροφοινίκισσα γυναίκα κ.ά.) έγιναν με κάποια διαδικασία εξορκισμού, κατά την οποία ο Ιησούς έβγαλε από τους πάσχοντες τα δαιμόνια που τους βασάνιζαν.

γ) Επεμβάσεις στη φυσική κατάσταση των πραγμάτων

Εδώ έχουμε τους πολλαπλασιασμούς των άρτων, τη γαλήνευση της θάλασσας, τη βάδιση στην επιφάνεια του νερού κ.α. Είναι ίσως τα μόνα αυθεντικά θαύματα, εφ’ όσον δε μπορούν να ερμηνευτούν ορθολογικά και παραλλήλως εκείνα στα οποία οι μαθητές έδωσαν τη μικρότερη προσοχή και σημασία.

Το θαύμα της Ανάστασης

Όσον αφορά την ίδια την ανάσταση του Ιησού, προκαλεί κάποια αμηχανία το ότι σε κανένα Ευαγγέλιο δεν αναφέρονται αυτόπτες μάρτυρες που να παρακολούθησαν αυτό το καθοριστικής σημασίας γεγονός. Στο 1ο [Ματθ.κη’ 1-9] δύο γυναίκες (η Μαρία η Μαγδαληνή και μια άλλη Μαρία) πήγαν στον τάφο, όπου δεν είδαν τον Ιησού αλλά έναν Άγγελο, που τους είπε ότι ο Ιησούς ανέστη. Στο 2ο [Μαρκ. ις’ 1-8] οι γυναίκες ήταν τρεις ( η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου και η Σαλώμη), που επίσης είδαν τον τάφο κενό και πληροφορήθηκαν τα περί αναστάσεως από τον Άγγελο. Στο 3ο [Λουκ. κδ’ 1-12] αρκετές γυναίκες από τη Γαλιλαία (μεταξύ των οποίων και η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία του Ιακώβου και κάποια Ιωάννα) πήγαν στον τάφο, τον βρήκαν άδειο και δύο Άγγελοι τους είπαν τα καθέκαστα. Ο Πέτρος, τον οποίον πληροφόρησαν σχετικά δεν το πίστεψε και πήγε κι αυτός στον τάφο και είδε τους επιδέσμους που είχαν τυλίξει το νεκρό. Στο 4ο τέλος [Ιωαν. Κ’ 1-7] μόνη η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον τάφο, τον βρήκε άδειο και έτρεξε να ειδοποιήσει τον Πέτρο, που με άλλον ένα μαθητή (προφανώς τον Ιωάννη) πήγαν και βρήκαν μόνο τους επιδέσμους.

Βεβαίως ο Ιησούς εμφανίστηκε, λίγο αργότερα μεν στις δύο γυναίκες, αρκετές δε μέρες μετά, στη Γαλιλαία, στους μαθητές του [Ματθ. κη’9-10 και 16-18], ενώ κατά το 2ο Ευαγγέλιο κάποιοι τον είδαν οδοιπορούντα προς τους Εμμαούς, κατά το 3ο εμφανίστηκε ανάμεσα στους μαθητές του, ενώ στο 4ο όταν έφυγαν οι μαθητές και έμεινε κλαίγοντας η Μαρία εμφανίστηκε σ’ αυτήν ο Ιησούς μαζί με δύο Αγγέλους.

Η θαυματουργία των Αποστόλων

Οι Απόστολοι που ακολούθησαν τα βήματα του Ιησού έκαναν επίσης πολλά θαύματα. Αντιθέτως όμως με εκείνον, που απέφευγε να δίνει μεγάλη δημοσιότητα στις ιάσεις που έκανε, οι μαθητές του τις προέβαλαν συστηματικά, πράγμα που προκάλεσε αίσθηση στον κόσμο και τους έφερε νέους πιστούς, οι οποίοι μετέφεραν συχνά στις πλατείες τους ασθενείς πάνω σε φορεία και κρεβάτια για να τους θεραπεύσουν οι Απόστολοι, όταν θα περνούσαν από εκεί και ιδίως ο Πέτρος, για τον οποίο πίστευαν πως αρκούσε να πέσει η σκιά του στον άρρωστο για να θεραπευθεί. Αντιθέτως στον Απόστολο των Εθνών τον Παύλο αποδίδονται ελάχιστα θαύματα.

Προσθέτουν τίποτα τα θαύματα στο μεγαλείο των ιδεών του Ιησού;

Επανερχόμενος στα όσα προανέφερα, αναφορικά με τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζουν τα θαύματα του Ναζωραίου αφ΄ενός μεν τα κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν Ευαγγέλια, αφ΄ετέρου δε το κατά Μάρκον, πιστεύω ότι το ηθικό κήρυγμα του Ιησού δεν έχει να κερδίσει τίποτα από το αν έκανε ή όχι θαύματα.

Φυσικά δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα των θαυμάτων με τις σύγχρονες αντιλήψεις, τις οποίες ενστερνίζονται οι περισσότεροι σημερινοί άνθρωποι και οι οποίες απορρίπτουν τα θαύματα. Βεβαίως εξακολουθούν να υπάρχουν θρησκευόμενοι που πιστεύουν στα θαύματα ακόμη και στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες, πολλοί δε περισσότεροι στις αναπτυσσόμενες. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι υποκατέστησαν την πίστη στη θαυματουργό δύναμη του θεού ή των αγίων, με την πίστη στις δυνατότητες της επιστήμης.

Δεν πρέπει επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι και μεταξύ θρησκευομένων, έχει εμφανιστεί από τον 17ο ήδη αιώνα στην Αγγλία, κάποιος θρησκευτικός ορθολογισμός, ο οποίος συνέβαλε πολύ στη διαμόρφωση μιας θρησκείας του λόγου, στην οποία η αποκάλυψη έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο και για την οποίαν η ρήση «το πιστεύω γιατί είναι απίστευτο» (credo quia incredibile) ήταν απαράδεκτη11. Σε αυτό το πνεύμα ενδεχομένως εντάσσεται η πρόσφατη δήλωση του επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας, Πρωθιερέα της Καντερβουρίας, σύμφωνα με την οποία «η Ανάσταση δεν αποτελεί ιστορικά βεβαιωμένο γεγονός».

Προσωπικά, αναφορικά με τα θαύματα, συμμερίζομαι τις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, οι οποίοι τα απέρριπταν. Πιστεύω ότι η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική αλλά και μη ελληνική. Το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά12. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έλεγε ΣΟΦΙΗ ΑΘΑΜΒΟΣ ΑΞΙΗ ΠΑΝΤΩΝ13 και ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να. κατακτήσει την αθαμβία, να μη θαυμάζει ως υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν.

Αλλά και από καθαρά θρησκευτικής σκοπιάς εξεταζόμενη, η πίστη σε θαύματα είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, παράλογη και αντιφατική, γιατί βεβαίως το να δεχόμαστε ότι ο Θεός παραβιάζει τους νόμους, που ο ίδιος καθόρισε να διέπουν τη φύση, υποτιμούμε είτε το Θεό είτε την ισχύ των φυσικών νόμων (είτε τη νοημοσύνη μας). Δεν θα αναφερθώ δε στην προφανή αδυναμία να έγιναν ορισμένα θαύματα. Η κάλυψη, επί παραδείγματι, ολόκληρης της επιφάνειας του πλανήτη ακόμα και των υψηλότερων ορέων με τα νερά του Κατακλυσμού, είναι μαθηματικώς αδύνατο να συνέβη, κυρίως λόγω έλλειψης τόσων ποσοτήτων νερού. Εάν δε ο Ιησούς του Ναυί είχε κατορθώσει να σταματήσει τον Ήλιο και τη Σελήνη, ο πλανήτης μας, τουλάχιστον, θα είχε παύσει να υπάρχει από τότε.

__________________________________________

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ματθ. Ιβ’ 24-28

2 Πραξ. Ιγ’ 42-43 και Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ. 181

3 Εμ. Ροϊδης Αι μάγισσαι του Μεσαίωνος

4 Diels-Kranz Fragmente der Vorsokratiker D 321

5 M.T. Cicero De Divinatione 2 28

6 Πραξ. β’ 2

7 Μαρκ α’ 44-45, ζ’ 36, η’ 26

8 Μαρκ ς 42, η’ 8, Ματθ. ιε’ 37

9 Μαρκ ς’ 51

10 Κέλσος, Αληθής λόγος σ. 63

11 Σ. Αγουρίδης, Τα ανθρώπινα δικαιώματα στον δυτικό κόσμο

12 Μπονάρ, Ο ελληνικός πολιτισμός τομ. 1, σ.35

13 Diels-Kranz Fragmente der Vorsikratiker B216

* Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο sarantakos.com με την άδεια του Νίκου Σαραντάκου

____________________________________

Ο Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929 από πατέρα Μανιάτη και μητέρα Μυτιληνιά και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 2011 στην Αθήνα. Τελείωσε το 1ο Γυμνάσιο Μυτιλήνης και σπούδασε χημικός μηχανικός στο Ε.Μ.Πολυτεχνείο. Εργάστηκε στη βιομηχανία, στην τεχνική εκπαίδευση, στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού και στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία και συνταξιοδοτήθηκε. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: «Στοιχεία Χημείας», Αναξαγόρας, Πειραιάς 1958, «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά», Αθήνα 1964, «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», Αθήνα 1987, «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα», Αθήνα 1991, «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», Ερατώ, Αθήνα 1996, Οι εσταυρωμένοι σωτήρες: Ο ζηλωτής, ο πρίγκηπας και ο διδάσκαλος», Εντός 1999, «Τα έπη των Αριμασπών», Βιβλιοπέλαγος 2004, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον παράδεισο», Το Φιστίκι 2006, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους», 2008, «Μαθητές και δάσκαλοι», 2008, «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;», 2010, «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων», 2011. Υπήρξε βασικός συνεργάτης της τελευταίας έκδοσης (1975-1980) του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ηλίου». Από το 1989 άρχισε να εκδίδει στην Αίγινα τη μηνιαία σατιρική εφημερίδα «Το Φιστίκι».