«Κωστής Παλαμάς και Αθηναϊκή Σχολή» δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα«Κωστής Παλαμάς και Αθηναϊκή Σχολή»

(με αφορμή τη μελέτη των κριτικών σημειωμάτων του Αλέκου Βασιλείου [1])

(απόσπασμα από το βιβλίο της Ελευθερίας Μπέλμπα, «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», Δοκίμια,  Αθήνα, 2003)

horizontal-bar-posts-small
Ελευθερία Μπέλμπα

 

Δοκίμιο της Ελευθερία Μπέλμπα
horizontal-bar-posts-small

«Πριν από τον Παλαμά δεν  μπορούμε να μιλάμε για κριτική με την έννοια και την υπόσταση αλλά και τις διαστάσεις που έχει λάβει αυτή σήμερα» (με εξαίρεση τα «Προλεγόμενα» του Ι. Πολυλά, τις «Κριτικές παρατηρήσεις του Ε. Ροΐδη), υποστηρίζει ο Α. Βασιλείου («Ο Παλαμάς και η κριτική»). Η προσφορά του μεγάλου ποιητή στην κριτική αδιαμφισβήτητη ξεκίνησε από τις αναφορές του στο έργο των Σολωμού, Κάλβου, Βαλαωρίτη, Παπαρρηγόπουλου, Βερναρδάκη. Διέθετε γαλλική μόρφωση, πολυγνωσία, ευθυκρισία, αμεσότητα, αγάπη για τα πνευματικά εγχειρίδια, κατάληξε «στην κριτική σκέψη με την ανίχνευση, την έρευνα και τη σύγκριση της προσφοράς». Οι κριτικές αναλύσεις του με ποιητικό ύφος και ευγένεια γράφτηκαν στην καθαρεύουσα, μολονότι ήταν προασπιστής του δημοτικισμού (τον αποκαλούσαν και φιλόσοφο), εντούτοις δεν είχαν δοκιμιακό χαρακτήρα (έργα του: τα «Πρώτα κριτικά», τα «Γράμματα», οι «Πεζοί δρόμοι»). «Η πολύπλευρη θεώρηση» των λογοτεχνικών έργων που εξέταζε θεωρούνταν βασικό του μέλημα, συμπορευόταν όμως με την ευστροφία, το πάθος και ποτέ δεν αποδοκίμαζε, άμεσα τουλάχιστο, κάποιον νέο, αντίθετα τον ενθάρρυνε. «Οι θέσεις του αυτές δημιούργησαν ίσα-ίσα ολόκληρη σχολή, την Αθηναϊκή λεγόμενη Σχολή».

Ωστόσο σήμερα παρατηρείται η έλλειψη  διεισδυτικών, καίριων κριτικών ερευνών προερχόμενων από λογοτέχνες, που κατ’ ανάγκη διαπνέονται από την ενδοσκόπηση, την τριβή με συναφή απασχόληση, το ένστικτο, τη συναίσθηση των σημασιών κάθε λεκτικής μεταφοράς, της εσωτερικής ρυθμικότητας στον ελεύθερο στίχο, της αλληλουχίας ανάμεσα σε επιφανειακά ασύνδετα μέρη, της εμβάθυνσης στα ουσιώδη πιστεύω που διαγράφονται μέσα σ’ ένα έργο.

*

Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι είθισται ο διαχωρισμός της νεοελληνικής ποίησης σε περιόδους, που πιστοποιούν και την επικέντρωση σε σχολές και τη δημιουργία τεχνοτροπιών («Η Αθηναϊκή Σχολή» και η σύγχρονη ποίηση»). Μετά τη συγκρότηση του ελεύθερου  ελληνικού κράτους, επικράτησαν τα μεγάλα πνευματικά κέντρα, η Κων/πολη, η Σμύρνη, η Αλεξάνδρεια, τα Επτάνησα, η Πάτρα. Αυτές οι περιοχές με τη λογοτεχνική παραγωγή τους, επίσης και το δημοτικό τραγούδι και η Κρητική ποίηση, τροφοδότησαν τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις των διανοουμένων στην Αθήνα. Εκεί καταρχήν διαδίδεται το κλίμα του ρομαντισμού, ενός πεσιμισμού στη διάθεση, ενώ μετέπειτα εδραιώνεται η δημοτική έκφραση στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, επηρεασμένη από τον κύκλο του Παλαμά. Αυτός υπήρξε φορέας του ευρωπαϊκού ρεύματος, της εθνικής κληρονομιάς και το έργο του περιέχει τα θεμέλια διαμόρφωσης αργότερα της νεότερης ποίησης (οραματισμός, εικονοπλασία, διευρυμένοι πνευματικοί ορίζοντες, ποικιλία θεμάτων, συμβολισμοί), ωστόσο τώρα πια δεν υπερεκτιμάται η προσφορά του όσο στο παρελθόν, όμως θεωρείται αξιόλογη.

Για τη σύγχρονη ποίηση λοιπόν πρεσβεύεται πως περισσότερο συγγενεύει με την αρχαία ελληνική λυρική ποίηση και ως ένα σημείο αφενός με το παλαμικό έργο, εφόσον καταγίνεται με την ονειροπόληση, τη διοχέτευση λογής τεχνικών, αφετέρου με τα κείμενα του Καβάφη που ξεπέρασαν την εποχή τους, εγκαινιάζοντας την εσωτερική αναφορά, τη διακειμενικότητα.  Η νεότερη παραγωγή διαθέτει το ονειρικό στοιχείο, εικόνες, μεταφορικότητα, σύμβολα, απεγκλωβισμένη από τον έμμετρο λόγο, θηρεύει το λυρισμό στο συνδυασμό των λέξεων. Κύρια χαρακτηριστικά της η πολυσημαντότητα των  νοημάτων, η καθοδήγηση του υποσυνείδητου, η σύνδεση φαινομενικά ετερόκλητων δεδομένων, η πολυπλοκότητα στη σύνταξη, που προϋποθέτουν τη συμμετοχή του αναγνώστη στην αποσαφήνισή τους.             

*

«Παλαμική σχολή και σύγχρονη ποίηση» είναι ο τίτλος του κεφαλαίου που τείνει   να εξαντλήσει το προηγούμενο θέμα. Ο Κ. Παλαμάς παρουσιάζει κοινά σημεία με τη μετέπειτα απ’ αυτόν ποίηση, πράγμα που φαίνεται στο «Δωδεκάλογο του γύφτου», ένα κείμενο εκτενές, διφορούμενο στη σημασία, αλληγορικό, προφητικό. Σ’ αυτό εδράζει το αφηρημένο, η απόσταση από τη μετρική, η φιλοσοφική ενατένιση, οι ιδεολογικές διαστάσεις, η εγκεφαλική σύλληψη. Σε άλλα έργα του πάλι αναφαίνεται πως «στάθηκε οδηγητής της πλαστικής λέξης…είχε αποθησαυρίσει με πολύ ευκινησία λεκτικό πλούτο μεσαιωνικό και νεοελληνικό άφθονο», με σκοπό να διαφύγει «από το καθιερωμένο και να μπει στο απόκοσμο, στο τελείως ελεύθερο, χωρίς σύνορα και δεσμεύσεις», με κίνητρο τον πειραματισμό σε διαφορετικούς τύπους έκφρασης. Αντίθετα η περίπτωση του Καβάφη σημειώνεται ως προσάρτηση περισσότερο στην «Αλεξανδρινή επιγραμματολογία». Τελοσπάντων η παλαμική σχολή διακρίνεται για την προσκόλληση στις ιδέες, τη φιλοσοφική συλλογιστική, τη γενίκευση στην ανάλυση των αντιλήψεων, συνεπώς για την αφαιρετικότητα, την ασάφεια που επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες, επίσης την έλλογη σημασία. Η σύγχρονη ποίηση από την άλλη πλευρά αποπνέει τη σύγχυση της εποχής, το αδιέξοδο, τις αγωνίες, το συμβολισμό στην επιλογή λεξιλογίου και στη διαμόρφωση παραστάσεων, το στοιχείο του παραλόγου, την ελευθερία στον τρόπο διατύπωσης των προσωπικών πιστεύω, στάσεων ζωής, τη συνειρμικότητα.

  Βέβαια είναι προφανής η σπουδαιότητα της συγκριτικής ανάλυσης των γενικών χαρακτηριστικών της παλαμικής και της νεότερης ποίησης, αλλά δεν πρέπει να παρεξηγήσουμε την αναφορά και να  επιμείνουμε σ’ αυτή τη μονολιθική συγγένεια ως μοναδική. Απλώς για άλλη μια φορά αντιλαμβανόμαστε την έννοια της συνέχειας στη ελληνική ποίηση  που σηματοδοτείται ως βάση για την ορθή και πολύπλευρη κατανόησής της.

_____________________________________________________

[1] Ο Αλέκος Βασιλείου (ψευδώνυμο του Βασίλη Ν. Αλεξίου) ασχολήθηκε με τον τομέα που, στη γραμματολογία μας, αποκαλούμε νεοελληνική κριτική. Έγραψε λοιπόν δοκίμια, ενώ κείμενα και κριτικές παρουσιάσεις έργων δημοσιοποιούσε σε διάφορα έντυπα και ειδικά σ’ αυτό που εξέδιδε, τις «Πνευματικές Σελίδες». Το δοκιμιακό έργο του Αλέκου Βασιλείου είναι ενδεικτικό των πάγιων απόψεων της νεοελληνικής κριτικής, που επικράτησε τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και εξής χωρίς να γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στην αριστερή και δεξιά λογοτεχνική οπτική (ο συγγραφέας αποδίδει όσο το δυνατό αντικειμενικές απόψεις).