Τόνοι και πνεύματα-Κανόνες τονισμού: Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσαςΤόνοι και πνεύματα-Κανόνες τονισμού: Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης

Τόνοι και πνεύματα:

Ποια είναι, λοιπόν, τα σημάδια τονισμού – τόνοι;

 Βασικά ήταν τρία: οξεία (’ κλίση προς τα δεξιά), βαρεία (‛ κλίση προς τα αριστερά), οξυβάρεια  (’‛) ή περισπωμένη. Συγκεκριμένα, στην οξεία το ύψος της φωνής ανέβαινε στο τονισμένο φωνήεν. Στη βαρεία το ύψος της φωνής ήταν καθοδικό, πράγμα που σημαίνει ότι  η φωνή κατέβαινε  στο  ύψος φωνής των άτονων φωνηέντων. Μάλιστα για κάποιο χρονικό διάστημα σημειωνόταν – καταχρηστικά-  σε όλα τα μη τονισμένα φωνήεντα. Αργότερα, όμως,  η χρήση της βαρείας  περιορίστηκε  σε λέξεις οξύτονες, που κανονικά έπαιρναν οξεία στη λήγουσα και μετά δεν ακολουθούσε ισχυρό σημείο στίξης (λ.χ. τελεία) ή εγκλιτική λέξη.  Η περισπωμένη  σημείωνε την άνοδο της φωνής στον πρώτο χρόνο και την κάθοδό της στο δεύτερο χρόνο, αποτελούσε, δηλαδή, μια μορφή σύνθετου θα λέγαμε τόνου. Επομένως απαιτούνται  δύο χρόνοι προκειμένου να εκφραστεί, και άρα αφορά μόνο τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους. Γι’ αυτό άλλωστε  βασικός κανόνας είναι ότι τα βραχέα φωνήεντα δεν παίρνουν ποτέ περισπωμένη, καθώς  έχουν μόνο ένα χρόνο.

Τι γίνεται με τις μονοσύλλαβες λέξεις;

Στην ελληνική γλώσσα σχεδόν όλες οι λέξεις, ακόμη και οι μονοσύλλαβες, τονίζονται. Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, δεν τονίζονται οι παρακάτω μονοσύλλαβες λέξεις:

Þ    Τα άρθρα: , , οἱ

Þ    Η πρόθεση ὡς . Σ’ αυτό το σημείο να προσέξουμε ότι δεν πρέπει να συγχέουμε την πρόθεση ὡς με το σύνδεσμο ὣς, ο οποίος και τονίζεται.

Þ    οι προθέσεις ἐκἐνεἰςἐξ: οφείλουμε να προσέξουμε ιδιαίτερα τα ομόηχά τους αριθμητικά  ἓν (= ένα), εἷς (= ένας) καὶ ἓξ (= έξι), τα οποία και  τονίζονται·

Πνεύματα:

Ψιλὴ ( ᾿) καὶ  δασεία ( ῾). Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν (α, ε, η, ι, ο, υ, ω)πρέπει να πάρει οπωσδήποτε πνεύμα. Όταν μια λέξη αρχίζει με δίφθογγο (ει, αι, οι, αυ, ευ, ηυ, ου) το πνεύμα πρέπει να μπει πάνω από τη δεύτερο γράμμα του διφθόγγου (π.χ.   οκία). Στην περίπτωση τώρα που η δίφθογγος έχει «χωριστεί», το πνεύμα μπαίνει πάνω από το πρώτο γράμμα, ενώ  η χρήση διαλυτικών είναι περιττή (π.χ.υλος).

Τι γίνεται, όμως, όταν μία λέξη δέχεται και τόνο και πνεύμα; Στην περίπτωση που παίρνει οξεία ή βαρεία, τοποθετούμε τον τόνο δεξιά και το πνεύμα αριστερά (π.χ. δρυμα). Στην περίπτωση που παίρνει περισπωμένη βάζουμε το πνεύμα κάτω από την περισπωμένη (π.χ.  οτος). Επίσης, ενώ στα πεζά γράμματα ο τόνος και το πνεύμα τοποθετούνται πάνω από το γράμμα, στα κεφαλαία γράμματα μπαίνουν πριν από το γράμμα, δηλαδή (π.χ.λα).

Πρέπει να τονίσουμε ότι οι περισσότερες λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο παίρνουν ψιλή ( ᾿). Υπάρχουν, όμως, και λέξεις που παίρνουν δασεία. Συγκεκριμένα:

1) Οι λέξεις που αρχίζουν από υ ή από ρ: ὑβρίζω, ῥόδον.

2) Τα άρθρα ὁ, ἡ, αἱ και οι δεικτικές αντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε και οὗτος, αὕτη.

3) Οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα (εκτός από τα ἔνθα, ἔνθεν): ὅς, ἥ, ὅ κτλ., ὅπου, ὅθεν κτλ.

4) Οι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας ἡμεῖς, ἡμῶν κτλ.,οὗ, οἷ, ἑ, οι αντωνυμίες ἕτερος, ἑκάτερος, ἕκαστος και οι λέξεις που σχηματίζονται από αυτές (ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε κτλ.).

5) Οι σύνδεσμοι ἕως, ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὁπότε, ὅπως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε.

6) Τα αριθμητικά εἱς, ἕν, ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν επίσης τα παράγωγα από αυτά- ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκατοντάκις κτλ.

7) Οι ακόλουθες λέξεις (και όσες είναι παράγωγες από αυτές ή σύνθετες με α’ συνθετικό τις λέξεις αυτές):

Α.- ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, Ἅδης, ἁδρός, ἁθρόος (στην αττική διάλεκτο), αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαί (= η αλυκή), ἅλας, Ἁλιάκμων, γεν. -όνος, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω (μτγν.). Ἁλικαρνασσός, ἅλις (= αρκετά), ἁλίσκομαι-ἅλωσις, ἅλλομαι (=πηδώ), Ἁλόννησος, ἁλουργίς, γεν. -ίδος (μτγν.). ό ἁλς, γεν. του ἁλός (= αλάτι· συχνά σε πληθ. οί ἅλες = αλάτι, αλυκή), ή ἅλς, γεν. της ἁλός (= θάλασσα), ἁλτήρ, πληθ. ἁλτῆρες, ἅλυσις, ἡ ἅλως (= αλώνι), ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα (= δέσιμο, κόμπος- από το ατττω), ἁνυτω (αλλά και ἀνύ(τ)ω), ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλούς, ἅπτω-ἅπτομαι, ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ – ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς. γεν. -ῖδος.

Ε.- (Ἑβραῖος), το ἕδος (= θρόνος, ναός, άγαλμα), ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι (= κάθομαι), εἱλόμην (αόρ. β’ του αἱροῦμαι), εἵμαρται – εἱμαρμένη, εἵργνυμι και εἱργνύω (= εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα· ενώ εἴργω = εμποδίζω την είσοδο, αποκλείω), εἱρκτή, Ἑκάβη, ἑκάς (= μακριά), Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών (γεν. -ῶνος), ή ἕλιξ, ἑλίττω (= τυλίγω, στρέφω), ἕλκος, ἕλκω (μεταγ. ελκύω), Ἑλλάς, Ἑλλην, ή ἕλμινς (γεν. -ινθος = σκουλήκι των εντέρων), το ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξῆς, ἕξω (μέλλ. του ρ. έ~χω), ἑορτή, ἕρκος (= φραγμός), ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην (αόρ. β’ του ἕπομαι), ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος και ἑτοῖμος, εὑρίσκω, ἑφθός (= βραστός· για τα μέταλλα = καθαρισμένος με φωτιά, καθαρός), ἕψω (= βράζω), ἕωλος (= παλιός, όχι πρόσφατος), ἡ ἕως (= πρωί).

Η.- Ἥβη, ἡγέομαι –οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ (= συνομήλικος. σύντροφος), Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος (= καρφί), ἡμερα, ἥμερος, ἡμι-(αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία και τα ἡνία (= χαλινός), ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι -ῶμαι, ἥττων, Ἥφαιστος.

Ι.- ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι –οῦμαι, ἱλάσκομαι, ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος (= πόθος), ἵππος, (μεταγεν. ἵπταμαι), ἵστημι, ἱστός – ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω -ῶ, ἵστωρ (γεν. -ορος =έμπειρος, γνώστης).

Ο.- ὁδός, ὁλκάς (= πλοίο που ρυμουλκείται, φορτηγό), ὁλκή (= έλξη,εισπνοή, βάρος), ὁ ὁλκός (= μηχάνημα με το οποίο έσερναν τα πλοία, λουρί, χαλινός, τροχιά, αυλάκι), ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός, ὁρμή, ό ὅρμος, ό ὅρος, το ὅριον, ὁρίζω, ὁράω -ῶ, ὅσιος.

Ω.- ὥρα, ὡραίος, ὥριμος.

Η δασεία δηλωνόταν ουσιαστικά με το γράμμα «Η», πριν αυτό χρησιμεύσει προκειμένου να αναπαραστήσει το μακρό «Ε». Λέξεις δηλαδή που δασύνονται έπαιρναν μπροστά το γράμμα «Η», π.χ. ΗΕΛΛΑΣ >  Ἑλλάς . Ουσιαστικά η ψιλή δε σήμαινε τίποτε άλλο από την έλλειψη της δασείας και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο οι λέξεις που δεν έπαιρναν δασεία, βρέθηκαν με ψιλή.

Μερικοὶ πολὺ γενικοὶ κανόνες που σχετίζονται με την ψιλή:

  • η αύξηση των ρημάτων παίρνει ψιλή: ἔλεγον…
  • το  στερητικὸ α-  παίρνει ψιλή: ἄγνωστος…
  • οι σύνδεσμοι ἀνά, ἀμφί, ἀντί, ἀπό, ἐν, ἐκ/ἐξ, ἐπὶ παίρνουν ψιλὴ: ἀπόφαση, ἔνσταση, ἐκβολή.

Ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους:

Ανάλογα με τη θέση που έχει ο τόνος σε μια λέξη και σύμφωνα  το είδος του η λέξη αυτή μπορεί να λέγεται:   

  • Οξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα: γαστήρ
  • Παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ
  • Προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: πράττομεν
  • Περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα, ποιῶ
  • Προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δῶρον
  • Βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα: ἄνθρωπος

Γενικοί κανόνες τονισμού: 

Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική επιτυγχάνεται κατά τους εξής γενικούς κανόνες:

  • Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα ποτέ  δεν τονίζεται  (τονίζεται πάντα η παραλήγουσα): (ἡ βασίλισσα ) αλλά τῆς βασιλίσσης, (ἄμεσος) αλλά ἀμέσως.
  • Όταν η λήγουσα είναι βραχύχρονη, τονίζεται πάντα η προπαραλήγουσα (οξεία) εφόσον το επιτρέπει ο αριθμός των συλλαβών της λέξης: ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἄμπελος.
  • Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία (ή βαρεία) : τιμώμεθα, παρήγορος, πείθομαι.
  • Στα πτωτικά, όπου τονίζεται η ονομαστική του ενικού, εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού, εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα. π.χ. λέων, λέοντος, λέοντι…, λεόντων.
  • Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος, ἀγαθός.

Τονισμός παραλήγουσας:

  1. Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία εμπρός από μακρόχρονη λήγουσα («μακρό προ μακρού οξύνεται»): θήκη, κώμη, παιδεύω, πάλη…
  2. Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα («μακρό προ βραχέως περισπάται»): δῆμος, κῆπος, χῶρος…   Εξαιρούνται τα σύνθετα: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε, ἤτοι (λέξεις δηλαδὴ που παίρνουν οξεία ενώ κανονικά  θα έπρεπε να παίρνουν περισπωμένη. Συγκεκριμένα,   οι λέξεις οὔτε, μήτε, ὥστε, κ.λπ. προέρχονται απὸ προθέσεις οὔ, μή, ὥς, εἴ, κ.λπ. στις οποίες προστέθηκε το εγκλιτικὸ μόριο τέ. Στη συνέχεια ενώθηκαν οι δύο λέξεις χωρὶς νὰ αλλάξει ὁ τόνος, κι έτσι παρέμεινε ἡ ὀξεία).
  • Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό λογαριάζεται βραχύχρονη: αὖλαξ, κλῖμαξ, μεῖραξ, … Υπάρχει μία περίπτωση όπου είμαστε σίγουροι ότι μία συλλαβὴ με δίχρονο φωνήεν είναι βραχεία: αυτό συμβαίνει όταν το φωνήεν ακολουθείται ή  απὸ δύο τουλάχιστον συνεχόμενα σύμφωνα ή  ἀπὸ ζ, ξ, ἢ ψ (τά οποία θεωρούνται διπλά: ζ = δ + σ, ξ = κ + σ, ψ = π + σ).
  • Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο στη λήγουσα, όταν δεν ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική: ὁ βασιλεὺς τὴν μὲν πρὸς ἑαυτὸν ἐπιβουλήν οὐκ ᾐσθάνετο…

Η παραλήγουσα των ουσιαστικών, επιθέτων και επιρρημάτων

Πότε ένα  δίχρονο (α, ι, υ) στη λήγουσα ή στην παραλήγουσα είναι μακρὸ και πότε βραχύ;

  • τα α, ι, υ στην παραλήγουσα είναι πάντα βραχέα: δάσος, κράτος, μύθος, ἄνδρες…
  • τα α, ι, υ, της λήγουσας των αρσενικών καί θηλυκών ονομάτων είναι μακρά: ὡραία, τῆς Ἀθήνας, ἡ ὥρα/τῆς ὥρας…
  • το α τῆς λήγουσας των ουδετέρων και των επιρρημάτων είναι βραχύ: τὸ σχῆμα, τὸ σῶμα…
  • τα ι, υ της λήγουσας των ουδετέρων είναι μακρά: τὸ λουλούδι, τὸ θήλυ….

Παραλήγουσα ρημάτων:

Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη ισχύουν οι παρακάτω κανόνες:

  • όταν έχουμε ι καὶ υ στὴν παραλήγουσα, αυτὰ είναι βραχέα (δηλαδή αν τονίζεται σ’ ένα από αυτά θα πάρει οπωσδήποτε οξεία: φύγε, λύσε, κ.λπ.
  • όταν έχουμε (άτονο) α στη λήγουσα της οριστικής, αυτὸ είναι βραχύ
  • όταν έχουμε (άτονο) α στὴ λήγουσα της προστακτικής, τότε είναι μακρό
  • στις καταλήξεις -ᾶμαι, -ᾶσαι, -ᾶται, -ᾶμε, -ᾶτε, -ᾶνε της οριστικής, το α της παραλήγουσας είναι μακρό, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις είναι βραχύ.

Τονισμός λήγουσας

 Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική των πτωτικών, όταν τονίζονται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία: ὁ ποιητὴς, οἱ ποιηταί, ἡ φωνή, τάς φωνάς, λιμήν, λαβών, λυθείς. Εξαιρέσεις: Παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα, αν και δεν προκύπτουν από συναίρεση:

          Οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομαστικής, αιτιατικής και κλητικής που έχουν χαρακτήρα ι,υ,(ου,αυ): ἡ δρῦς, τὴν δρῦν, τάς δρῦς – ὁ βοῦς, τὸν βοῦν, τοὺς βοῦς – ἡ γραῦς..

          Η αιτιατική πληθυντικού των ονομάτων σε –ύς (γεν. –ύος), αν και τονίζεται στη λήγουσα

          Η ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού των ουδετέρων πῦρ και οὖς.

          Η ονομαστική και κλητική ενικού του θηλυκού ἡ γλαῦξ (= κουκουβάγια).

          Η κλητική ενικού των ονομάτων σε –εύς:  βασιλεῦ.

Προσοχή: Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη: τοῦ ποιητοῦ, τῷ ποιητῇ, τῶν ποιητῶν, τοῖς ποιηταῖς, τῆς τιμῆς, τῶν τιμῶν, ταῖς τιμαῖς, αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτῶν, αὐταῖς…

Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται, κανονικά παίρνει περισπωμένη. π.χ. (τιμάω) τιμῶ, (ἱερέες) ἱερεῖς. Παίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται. π.χ. (ἐσταὼς) ἐστώς, (κληὶς) κλῄς-κλείς.

Προσοχή: Τα αττικόκλιτα ουσιαστικά φυλάγουν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τόνο που έχει η ονομαστική ενικού και στην ίδια συλλαβή: ὁ λεώς, τοῦ λεώ, ὁ πρόνεως, τοῦ πρόνεω…   

Η λήγουσα τῶν ρημάτων

Όταν ένα ρήμα τονίζεται στη λήγουσα παίρνει περισπωμένη (γενικός κανόνας): ἀγαπῶ, ἀγαπᾶς, ἀγαπᾶ… (οι περιπτώσεις όπου ένα ρήμα τονίζεται στη  λήγουσα περιορίζονται στα ρήματα της δεύτερης συζυγίας, στα τρία πρόσωπα του ενικού και στο τρίτο πρόσωπο του πληθυντικού).

Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η λήγουσα. π.χ. (σοφός) πάνσοφος, (ἐλθέ) ἄπελθε.

Οι δίφθογγοι γενικά είναι μακρόχρονες. π.χ. παιδεύει, ἀνθρώπου. Μόνο οι δίφθογγοι αι και οι λογαριάζονται βραχύχρονες, όταν βρίσκονται στο εντελώς τέλος ασυναίρετης κλιτής λέξης. π.χ. οἱ ναῦται, οἱ ἄνθρωποι. Είναι όμως το αι και οι μακρόχρονα στην κατάληξη της ευκτικής και στο τέλος των επιρρημάτων κι επιφωνημάτων. π.χ. παιδεύοι, παιδεύσαι, οἴκοι, παπαῖ.

Άτονες λέξεις

Δεν παίρνουν τόνο:

ü  Τα άρθρα: ὁ, ἡ, οἱ, αἱ

ü  Οι προθέσεις: εἰς, ἐν, ἐκ (ἠ ἐξ)

ü   Τα μόρια: εἰ, ὡς, οὐ (ἠ οὐκ ή οὐχ)

___________________________________________

Βιβλιογραφία

Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, Αχιλλέως Α. Τζάρτζανου, Αθήναι 1967

Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, Μιχ. Χ. Οικονόμου, ΟΕΔΒ,

Δείτε: Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας