Ο τονισμός στην αρχαία ελληνική γλώσσαΟ τονισμός στην αρχαία ελληνική γλώσσα

Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης

Μια μικρή εισαγωγή:

Ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι μαθητές – κι όχι μόνο – που έρχονται σ’ επαφή με την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι ο τονισμός… Για πολλούς δε δυσεπίλυτο πρόβλημα, για το οποίο δεν υπάρχει «θεραπεία». Ισχύει, όμως, κάτι τέτοιο; Γιατί φαντάζει τόσο δύσκολο το θέμα του τονισμού; Η απάντηση απλή… Αν εφαρμόσουμε κάποιους βασικούς κανόνες θα πάψει να είναι πρόβλημα και θα είναι μια απλή διαδικασία – ίσως κι ευχάριστη…

Δεν πρέπει να παραλείψουμε να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, προκειμένου να αντιληφθούμε τη χρησιμότητα των τονικών σημαδιών στην ελληνική γλώσσα. Οι πρόγονοί μας, λοιπόν, χρησιμοποιούσαν κεφαλαία γράμματα, κάτι που επιβεβαιώνει και το σύνολο των διασωθέντων επιγραφών. Κατά συνέπεια οι φυσικοί ομιλητές αυτής της γλώσσας δε χρειάστηκαν τα τονικά σημάδια, αλλά ούτε και τα πνεύματα, προκειμένου να την προφέρουν και να τη διαβάζουν, εν γένει, σωστά.  Ο πρώτος που εισήγαγε και χρησιμοποίησε τόνους και τα πνεύματα ήταν ο Αριστοφάνης ο  Βυζάντιος, ο Αλεξανδρινός γραμματικός,  περίπου το 200 π.Χ. , με σκοπό την όσο γίνεται πιο πιστή απεικόνιση του μέτρου στα έργα του Ομήρου και των μελικών ποιητών. Η καθιέρωση των τονικών σημαδιών έγινε σταδιακά, καθώς αρχικά έγινε χρήση τους μόνο σε ορισμένα λογοτεχνικά έμμετρα έργα, ενώ απουσίαζαν από κείμενα «καθημερινής» χρήσης, όπως διάφορα έγγραφα. Οι τόνοι καθιερώθηκαν τον 9ο αιώνα (μαζί με τη μικρογράμματη γραφή) και διατηρήθηκε έως το 1982, όταν η πολιτεία αποφάσισε να καθιερώσει το μονοτονικό σύστημα, δηλαδή τη γραφή ενός μόνο τονικού σημαδιού (της οξείας στην προκειμένη περίπτωση) πάνω στην τονιζόμενη συλλαβή.

Για ποιο λόγο, όμως, οι αρχαίοι Έλληνες άρχισαν να χρησιμοποιούν τους τόνους; Πολλές οι απόψεις … Ίσως γιατί έπρεπε να έχουν ένα οδηγό προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του γραπτού λόγου, καθώς υπήρχε πλέον ανάγκη να προφέρουν σωστά λέξεις, άγνωστες σχεδόν στην καθημερινή τους ομιλία. Παράλληλα,   εξαιτίας της αντικατάστασης του μουσικού τόνου από το δυναμικό, από τα ελληνιστικά κιόλας χρόνια, υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη η ανάγνωση των κλασικών κειμένων και γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να «επινοηθούν» κάποια τονικά – διακριτικά  σημάδια, ώστε να γίνεται σωστά η αναγνώριση των λέξεων και η απόδοση του μέτρου. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα υπήρξε κάποτε «διεθνής», καθώς μετά τη ραγδαία επέκταση του Ελληνισμού, ως απότοκος των κατακτήσεων του Μ. Αλεξάνδρου, υπέστη κάποιες μεταβολές εξαιτίας της επαφής της με άλλες γλώσσες κι  επιπλέον εκατομμύρια άνθρωποι πλέον τη μιλούσαν. Οι ξένοι λαοί στα κράτη των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, μιλούσαν πλέον ελληνικά, «ελλήνιζαν», και δε γνώριζαν πως ακριβώς έπρεπε να τονίσουν τις ελληνικές λέξεις. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε να είναι όσο το δυνατό πιο προσιτή η νέα γλώσσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους και να την προφέρουν σωστά. Ένας απ’ αυτούς τους τρόπους ήταν και η επινόηση των τόνων και των πνευμάτων.

Βασικά, πρέπει να ξεκινήσουμε την περιήγησή μας από τα φωνήεντα – προφέρονται με «δυνατή» φωνή, απ’ όπου και το όνομά τους – τα οποία λαμβάνουν τόνους. Η διάκριση των φωνηέντων αφορά κυρίως το χρόνο προφοράς – εκφοράς  τους. Συγκεκριμένα, τα φωνήεντα ε και ο λέγονται βραχύχρονα – βραχέα, καθώς ο χρόνος της προφοράς τους είναι «βραχύς» – σύντομος ( ε = ε, ο = ο ), τα φωνήεντα η  και ω  μακρόχρονα – μακρά,  καθώς ο χρόνος προφοράς  τους είναι «μακρός» – παρατεταμένος ( η = εε, ω = οο),   και τα φωνήεντα α, ι, υ δίχρονα, καθώς ο χρόνος προφοράς τους άλλοτε είναι «βραχύς» κι άλλοτε «μακρός» (α, ι, υ βραχύχρονα = α, ι, υ, ενώ α, ι, υ μακρόχρονα = αα, ιι, υυ). Οι λέξεις αυτές «τονίζονται». Οι δίφθογγοι θα λέγαμε ότι αποτελούν μια ειδική κατηγορία μακρών, με τη διαφορά όμως ότι ο δεύτερος χρόνος καλυπτόταν από διαφορετικό φωνήεν σε σχέση με τα μακρά (π.χ. ο δίφθογγος αι προφέρεται όπως θα ακουγόταν στη λέξη καημός).

Τι σημαίνει, όμως, τόνος; Τόνος ονομάζεται η εντονότερη προφορά μιας συλλαβής μιας λέξης, σε σχέση με την προφορά των άλλων συλλαβών. [1] Βέβαια, υπάρχει μεγάλη ποικιλία στον τονισμό, στις διάφορες γλώσσες κοινότητες, όμως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ουσιαστικά δύο βασικά είδη τόνου: το μουσικό τόνο, όπου παρατηρούμε διαφορά ως προς το ύψος της φωνής, καθώς η τονισμένη συλλαβή προφέρεται σε διαφορετικό, θα λέγαμε, ύψος (ψηλό/χαμηλό) της φωνής (αφορά τη λεγόμενη οξύτητα της φωνής), σε σχέση με τα υπόλοιπα φωνήεντα της λέξης (μη τονισμένες συλλαβές) και το δυναμικό τόνο, όπου παρατηρούμε διαφορά ως προς την ένταση της φωνής, καθώς η τονισμένη συλλαβή προφέρεται σε διαφορετική (μεγαλύτερη) ένταση φωνής, σε σχέση πάντα με τα υπόλοιπα φωνήεντα. Δυναμικό τόνο, λοιπόν, έχει η Νέα Ελληνική, καθώς και οι περισσότερες των ευρωπαϊκών  χωρών, ενώ μουσικό τόνο συναντάμε στην Κινεζική, τη Νορβηγική, σε κάποιες αφρικανικές γλώσσες και αλλού… Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αποκλείει την περίπτωση γλώσσες που ακολουθούν το δυναμικό τονισμό, να παρουσιάζουν έκδηλα στοιχεία επιρροής από τον αντίστοιχο μουσικό. Αυτό συμβαίνει μόνο σε προτασιακό επίπεδο κι όχι λεκτικό, κυρίως με τη βοήθεια των σημείων στίξης στο τέλος περιόδων. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται επιτονισμός. Παράλληλα, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το αντίθετο, καθώς γλώσσες που χρησιμοποιούν το μουσικό τόνο εμπεριέχουν και στοιχεία δυναμικού, διότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η άνοδος του ύψους  της φωνής ενδέχεται να συνοδεύεται από ταυτόχρονη αύξηση ή μείωση της έντασής της (Σουηδία, Σλοβενική, γερμανικά ιδιώματα…). Στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους (πιθανότατα) κυριαρχούσε ο μουσικός τόνος. Η άποψη αυτή στηρίζεται και στο γεγονός ότι οι τόνοι σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζουν το ρυθμό στα μέτρα της ποίησης, καθώς το μέτρο (ρυθμός) των ποιημάτων δεν ήταν το αποτέλεσμα εναλλαγής τονισμένων κι άτονων συλλαβών (κάτι που ισχύει στη Νέα Ελληνική, αλλά και στις γλώσσες με δυναμικό τόνο), αλλά στην εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών. Δεν πρέπει να παραλείψουμε, σ’ αυτό το σημείο, την αναφορά σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις που έχει διασωθεί η μουσική που συνόδευε τα ποιήματα, όπως στο επιτάφιο άσμα του Σείκιλου, όπου θα λέγαμε ότι η μουσική ουσιαστικά απορρέει μέσα από την έμφυτη μουσικότητα των λέξεων.  Άλλωστε, όλες σχεδόν οι περιγραφές γραμματικών της αρχαίας Ελλάδας ενισχύουν την άποψη περί μουσικού τόνου . Ο Αριστοτέλης, ο σταγειρίτης φιλόσοφος, στο έργο του Ρητορική περιέγραφε τον τονισμό ως ένα είδος αρμονίας. Μην ξεχνάμε, βέβαια, πως ακόμη και οι λέξεις που περιγράφουν τονικά σημάδια και φαινόμενα, μας παραπέμπουν ουσιαστικά προς τη συγκεκριμένη διαπίστωση: οξεία δεν είναι  τίποτε άλλο από την ψηλή φωνή, η βαρεία η βαριά φωνή, προσωδία η μουσική που συνοδεύει τις συλλαβές, τόνος (ή τάσις) το τέντωμα (αλλά και η χαλάρωση) των χορδών των μουσικών οργάνων. Ακόμη και σήμερα, σε αρκετά νεοελληνικά ιδιώματα, αλλά και στην ίδια τη νεοελληνική μερικές φορές υπάρχουν στοιχεία μουσικού τόνου, σε συνύπαρξη βέβαια με το δυναμικό.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του τόνου είναι και η «κίνησή» του. Για παράδειγμα στη λέξη «ὁ ἄνθρωπος» ο τόνος από την προπαραλήγουσα, όπου βρίσκεται στην ονομαστική, «μετακινείται» στην παραλήγουσα στη γενική «τοῦ ἀνθρώπου».

Ειδικότεροι κανόνες :

Ο Νόμος της Τρισυλλαβίας (κανόνας των τριών συλλαβών): Έχετε προσπαθήσει ποτέ στα νέα ελληνικά να προφέρετε  π.χ. τη λέξη σιδηρόδρομος, τονίζοντας τη συλλαβή «σι»; Τι παρατηρείτε; Απλά ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Ο λόγος είναι απλός: ο νόμος της Τρισυλλαβίας. Πρόκειται για έναν από τους βασικότερους ίσως κανόνες τονισμού της αρχαίας Ελληνικής και μάλιστα θα τον χαρακτηρίζαμε «απαραβίαστο». Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα – νόμο καμία λέξη της ελληνικής γλώσσας δεν μπορεί να τονιστεί πέρα από την προπαραλήγουσα (κι αυτό μάλιστα μπορεί να συμβεί μόνο στην περίπτωση που η λήγουσα είναι βραχύχρονη), δηλαδή ο τόνος πρέπει να «περιορίζεται» στις σε μία από τις τρεις τελευταίες συλλαβές της λέξης. Εκεί, στην Τρίτη από τέλος δηλαδή συλλαβή,  ο τόνος σταματά.

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο – όπως θα μελετήσουμε διεξοδικότερα παρακάτω – η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται. Αυτό συμβαίνει καθώς η περισπωμένη – οξυβαρεία σημαίνει απλά ότι πάνω από τη συλλαβή που τίθεται πρέπει ουσιαστικά να μπει και οξεία και βαρεία. Δηλαδή, η συλλαβή αυτή πρέπει να έχει διπλό μήκος, ουσιαστικά να μετράει για δύο συλλαβές. Αν, λοιπόν, επιχειρήσουμε να βάλουμε περισπωμένη στην προπαραλήγουσα, σημαίνει ότι πρέπει ουσιαστικά να μπει οξεία στην τέταρτη από το τέλος συλλαβή και βαρεία στην τρίτη, καθώς η συλλαβή αυτή θα μετράει για δύο. Κάτι τέτοιο όμως σύμφωνα με το νόμο της τρισυλλαβίας δε δύναται να ισχύει. Άρα, η προπαραλήγουσα πάντα παίρνει οξεία.

Βέβαια, δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι ουσιαστικά πίσω από αυτόν το νόμο «κρύβεται» ένας παλιότερος, που έλεγε ότι ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πέρα από τον τρίτο φωνητικό χρόνο από τη λήγουσα. Για  παράδειγμα στη λέξη «όφελος»: όφελος: όλα τα φωνήεντα είναι βραχέα, άρα διαρκούν από έναν χρόνο (3Χ1). Η λέξη τονίζεται στον τρίτο χρόνο από τη λήγουσα. οφέλους: το ου της κατάληξης είναι δίφθογγος, άρα έχει δύο χρόνους, συνεπώς συνολικά η λέξη έχει τώρα 1+1+2 =4 χρόνους. Ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στον τρίτο χρόνο από το τέλος, άρα πάει στην παραλήγουσα. Το ίδιο σχήμα ερμηνεύει και δισύλλαβες λέξεις, όπου φαινομενικά δεν έπρεπε να ισχύει ο νόμος της τρισυλλαβίας. Ισχύει όμως ο πιο βασικός νόμος της τριχρονίας: κῆπος =κέεπος, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.  κήπου = κεέπου, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος. κῆποι = κέεποι, ο νόμος φαινομενικά μόνο παραβιάζεται, αφού είπαμε ότι το -οι στο τέλος κλιτής λέξης γίνεται oy και του απομένει μόνο ένας φωνηεντικός χρόνος: πραγματική προφορά κέεποy.

_______________________________________________

[1] Ο Διονύσιος ο Θραξ, γράφει στο έργο του «Τέχνη γραμματική» σχετικά με τους τόνους: «τόνος ἐστὶν ἀπήχησις φωνῆς ἐναρμονίου, ἡ κατὰ ἀνάτασιν ἐν τῇ ὀξείᾳ, ἡ κατὰ ὁμαλισμὸν ἐν τῇ βαρείᾳ, ἡ κατὰ περίκλασιν ἐν τῇ περισπωμένῃ».

Δείτε: Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας