Το υποκείμενο: Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής ΓλώσσαςΤο Yποκείμενο: Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

Επιμέλεια: Άρης Ιωαννίδης

Τι είναι το Υποκείμενο;

Υποκείμενο είναι εκείνος  ο όρος της πρότασης που φανερώνει  το πρόσωπο ή το πράγμα το οποίο κάνει ή παθαίνει  ό,τι δηλώνει το ρήμα. Με λίγα λόγια είναι εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση,  η λέξη που δείχνει  ποιος ενεργεί ή ποιος δέχεται μια ενέργεια ή ποιος βρίσκεται σε μια κατάσταση.

Τι ρωτάμε για να βρούμε το Υποκείμενο;

Ρωτάμε ποιος, ποια, ποιο + ρήμα ή ποιοι, ποιες, ποια + ρήμα,

π.χ.  Οἱ ἵπποι φέρουσιν τοὺς καρποὺς ἐκ τοῦ ἀγροῦ.

Ρωτάμε: ποιοι φέρουσιν; = Οἱ ἵπποι

 Άρα είναι το  υποκείμενο.

Όλα τα ρήματα έχουν Υποκείμενο;

Δεν υπάρχει ρήμα (είτε προσωπικό είτε απρόσωπα) που να μην έχει  υποκείμενο.

Σε τι πτώση μπαίνει το Υποκείμενο;

Το υποκείμενο του προσωπικού  ρήματος βρίσκεται πάντα σε πτώση   Ονομαστική και  βέβαια μπορεί να είναι οποιοδήποτε μέρος του λόγου (ακόμη και ολόκληρη φράση ή πρόταση ή απαρέμφατο, τα οποία  θα θεωρούνται  ουσιαστικά σε ονομαστική). Όλα τα υποκείμενα ρημάτων, απαρεμφάτων, μετοχών θα  μεταφράζονται με Ονομαστική.

π.χ. Ηρακλῆς τοὺς τυράννους ἔπαυσε…

Ονομαστική όταν πρόκειται για  υποκείμενο απαρεμφάτου και έχουμε ταυτοπροσωπία. Σε αυτήν την περίπτωση, το υποκείμενο του ρήματος είναι το ίδιο (ταυτίζεται) με το υποκείμενο του απαρεμφάτου (το αυτό πρόσωπο):

π.χ. Κῦρος νομίζει ἀδικεῖσθαι ὑφ’ ὑμῶν…

Αιτιατική  όταν πρόκειται για  υποκείμενο απαρεμφάτου και έχουμε ετεροπροσωπία. Σε αυτήν την περίπτωση του υποκείμενο του ρήματος διαφέρει από το υποκείμενο του απαρεμφάτου (έτερο πρόσωπο):

π.χ. Σωκράτης ἡγεῖτο θεοὺς πάντα εἰδέναι…

Το υποκείμενο της μετοχής θα βρίσκεται στην ίδια πτώση, στο ίδιο γένος και τον ίδιο αριθμό  με τη μετοχή.

π.χ. Κῦρος ἔχων τριάκοντα ἄνδρας ἐπέρχεται…

Η έναρθρη μετοχή θα είναι πάντα επιθετική και θα έχει ως υποκείμενο το ίδιο το άρθρο της:

π.χ Πολλοὶ, δ᾿εἰσὶν οἱ φίλοι τῶν εὐτυχούντων…

Η άναρθρη επιθετική μετοχή έχει ως υποκείμενό της τον όρο που η ίδια προσδιορίζει:

π.χ. ἐντεῦθεν ἐξελαύνει εἰς Πέλτας, πόλιν οἰκουμένην…

 Η κατηγορηματική μετοχή άλλοτε  αναφέρεται  στο υποκείμενο και άλλοτε  στο αντικείμενο του ρήματος από το οποίο η ίδια εξαρτάται.

π.χ. Οἱ ῞Ελληνες ἑώρων τοὺς Πέρσας εἰς τὴν ᾿Αττικὴν εἰσιόντας.

 Όταν το υποκείμενο της μετοχής συμβαίνει να είναι και υποκείμενο, αντικείμενο του ρήματος ή γενικά  οποιοσδήποτε πτωτικός όρος της πρότασης στην οποία ανήκει η μετοχή, τότε η επιρρηματική μετοχή «συνάπτεται», δηλαδή συνδέεται συντακτικά με την πρόταση που προσδιορίζει και  γι᾿ αυτό λέγεται συνημμένη. Συνήθως, η συνημμένη επιρρηματική μετοχή αναφέρεται στο υποκείμενο ή το αντικείμενο του ρήματος της πρότασης:       

π.χ. Δίκαια δράσας ἕξεις συμμάχους τοὺς θεούς.

 Όταν όμως το υποκείμενο της επιρρηματικής μετοχής  δεν είναι όρος της πρότασης κι αποτελεί μαζί με τη μετοχή μια ιδιαίτερη συντακτική ενότητα, τότε λέγεται απόλυτη, καθώς λειτουργεί απόλυτα, δηλαδή είναι ανεξάρτητη ως προς τη σύνταξη από τους υπόλοιπους όρους της πρότασης. Μολονότι, όμως,  η απόλυτη μετοχή δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο  όρο της  πρότασης, αναφέρεται στην ολότητα αυτής της πρότασης διευρύνοντας ουσιαστικά το νόημά της, πράγμα που δικαιολογείται από το γεγονός ότι μπορεί να αναλυθεί (όπως  και η συνημμένη επιρρηματική μετοχή) σε δευτερεύουσα επιρρηματική πρόταση.

π.χ. δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται…

 Η πτώση της απόλυτης μετοχής είναι: α) Γενική (για τα προσωπικά ρήματα), β) Αιτιατική ουδετέρου γένους, ενικού κυρίως αριθμού (για τα απρόσωπα ρήματα και τις απρόσωπες εκφράσεις). 

π.χ. ῎Αρτι τῆς μάχης γεγενημένης βοηθοῦσιν ἄλλοι πελτασταί…

᾿Εξὸν ἡμῖν ζῆν μὴ καλῶς, καλῶς αἱρούμεθα μᾶλλον τελευτᾶν…

Πρόληψη του Υποκειμένου  έχουμε όταν το υποκείμενο μιας  δευτερεύουσας πρότασης ( κυρίως πλάγιας ερωτηματικής ή ειδικής ) «προλαβαίνει» και τίθεται  στην προηγούμενη πρόταση ως αντικείμενο, αιτιατική της αναφοράς ή ως προσδιορισμός.

π.χ. Οἶσθα Εὐθύδημον ὁπόσους ὀδόντας ἔχει;

Συμφωνεί το υποκειμένο με το ρήμα;

 Το ρήμα της πρότασης  συμφωνεί με το υποκείμενό του ως προς το πρόσωπο και τον αριθμό, όπως ακριβώς και στα νέα ελληνικά.

π.χ. οὗτοι λέγουσι…

Όταν όμως το υποκείμενο του ρήματος είναι ουδέτερο πληθυντικού αριθμού, τότε στην αττική διάλεκτο το ρήμα βρίσκεται κανονικά σε ενικό αριθμό, οπότε κι έχουμε το φαινόμενο της αττικής σύνταξης

π.χ. τα παιδία παίζει…

τὰ μακρὰ τείχη καὶ τὰ περὶ τὸν Πειραιᾶ καθῃρέθη…

Όταν το υποκείμενο είναι περιληπτικό ουσιαστικό, δηλαδή ουσιαστικό το οποίο ενώ γραμματικά είναι ενικού αριθμού, ως προς τη σημασία του  δηλώνει κάποιο πλήθος προσώπων [τέτοιες λέξεις είναι συνήθως: ἡ πόλις (= οἱ πολῖται), ὁ στρατὸς (= οἱ στρατιῶται), ὁ ὄχλος (= οἱ ἄνθρωποι), τὸ πλῆθος (= οἱ πλεὶονες)] τότε  το ρήμα ενδέχεται  να βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό (σύνταξη κατά το νοούμενο).

π.χ. τὸ πλῆθος ἐψηφίσαντο πολεμεῖν…

Στην περίπτωση που το ρήμα έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα,  κανονικά βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό. Αν  τα υποκείμενά του διαφέρουν ως προς το πρόσωπο, το ρήμα συμφωνεί με το επικρατέστερο πρόσωπο (επικρατέστερο είναι το πρώτο σε σχέση με το δεύτερο και το τρίτο, και το δεύτερο σε σχέση με το τρίτο).

π.χ. ἐγώ τε καὶ σὺ μακρὸν λόγον ἑκάτερος ἀπετείναμεν…

Σε κάποιες  περιπτώσεις  το ρήμα, αν κι  έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα, βρίσκεται σε ενικό αριθμό και συμφωνεί ως προς το πρόσωπο με το πλησιέστερο ή το επικρατέστερο υποκείμενο.

π.χ. ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ δόξει ἄδικος εἶναι…

Τι μπορεί να λειτουργήσει ως υποκείμενο ρήματος;

Ως υποκείμενο ενός ρήματος στην αρχαία ελληνική γλώσσα (όπως και στη νέα ελληνική) κανονικά μπορεί να τεθεί όνομα ουσιαστικό ή αντωνυμία (συνήθως προσωπική ή δεικτική). Βέβαια, ενδέχεται ως υποκείμενο να λειτουργούν τα εξής:

α) Oυσιαστικό ή επίθετο (ουσιαστικοποιημένο) που λειτουργεί ως ουσιαστικό :

π.χ Ἡ πόλις τὴν εἰρήνην ἐποιεῖτο…

Ὁ Φίλιππος γράφει … 

Οἱ τελευταῖοι κατέβαινον …

Oἱ πολέμιοι ἐπετίθεντο…

β) Aντωνυμία

ἐγώ εἰμί καλός…

 Τίς ἀγορεύειν βούλεται;..

ἐπειδὴ δ’ οὐχ ἧκον οὗτοι…

γ) Aριθμητικό με ή χωρίς άρθρο:

Oἱ τριάκοντα πονηροὶ ἦσαν…

Πρόεδροι ἐκληροῦντο τῶν πρυτάνεων εἷς ἐξ ἑκάστης φυλῆς…

δ) Mετοχή πάντοτε με άρθρο:

οἱ φεύγοντες ἀφίκοντο…

ε) Έναρθρο Aπαρέμφατο :

Tὸ λακωνίζειν ἐστὶ φιλοσοφεῖν…

στ) Eμπρόθετος προσδιορισμός με ή χωρίς άρθρο:

Oἱ ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἔφυγον…

ζ) Eπίρρημα με ή χωρίς άρθρο:

Ὀψὲ ἐγίγνετο…

οἱ πάλαι ἦσαν ἀνδρεῖοι.. 

η) Λέξη ή φράση με άρθρο (ουσιαστικοποιημένη):

Ὁ μὲν οὐχ ὑπαίτιος ἦν..

Θειότατον ἐδόκει τὸ γνῶθι σαυτόν…

θ) Oλόκληρη πρόταση:

Ὅσοι ἐδυνήθησαν ἐστρατοπεδεύσαντο…

Δῆλόν ἐστιν ὅτι ἀλγεῖς…

Μπορεί να παραλείπεται το Υποκείμενο ενός ρήματος;

Tο υποκείμενο του ρήματος μπορεί να παραλείπεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Όταν το ρήμα της πρότασης είναι α’ ή β’  (ενικού ή πληθυντικού) προσώπου, καθώς από την κατάληξή του ήδη γίνεται φανερό ότι υποκείμενο του θα είναι μία από τις προσωπικές αντωνυμίες ἐγώ, σύ, ἡμεῖς, ὑμεῖς. Υπάρχει περίπτωση, όμως, το υποκείμενο ρήματος α’ ή β’ προσώπου να αναφέρεται για λόγους  έμφασης ή για αντιδιαστολή του προς κάποιο άλλο:

Ταῦτα μὲν οὖν παραλείψω. (εννοείται Υποκείμενο :ἐγὼ)

β) Όταν το ρήμα της πρότασης είναι γ’ (ενικού ή πληθυντικού) προσώπου και το υποκείμενο του προέρχεται από την ίδια τη ρίζα με το ρήμα (ομόρριζο) (σύστοιχο υποκείμενο):

Ἐσάλπιγξε. (Υποκείμενό του εννοείται :ὁ σαλπιγκτὴς)

γ) Όταν έχουμε τα ρήματα «λέγουσιν» ή «φασίν», ως υποκείμενο τους εννοείται η ονομαστική ἄνθρωποι ή κάτι παρόμοιο:

Φασὶ δασέα τὰ ὄρη ταῦτα εἶναι. (Ως Υποκείμενό του εννοείται : οἱ ἄνθρωποι)

δ) Σε μερικές περιπτώσεις το Υποκείμενο εννοείται εύκολα από τα συμφραζόμενα.

π.χ. Ξενοφῶν ἀνέστη καὶ ἔλεξεν. (Εννοείται ως Υποκείμενο :Ξενοφῶν)

ε) Όταν  το ρήμα δηλώνει κάποιο φυσικό φαινόμενο,  ως υποκείμενο εννοούνται οι λέξεις θεὸς ή Zεύς.

Ἐν τοῖς ὄρεσι ὕει. (βρέχει)

Νίφει..

στ) Όταν το ρήμα είναι αόριστο, οπότε εννοείται ως υποκείμενο η αόριστη αντωνυμία τις ή ο κάποιος άλλος αόριστος όρος .

Υποκείμενο απρόσωπων ρημάτων και εκφράσεων

Το υποκείμενο των απρόσωπων ρημάτων και εκφράσεων είναι  συνήθως απαρέμφατο ή δευτερεύουσα ονοματική  πρόταση (ειδική, πλάγια, ενδοιαστική).

π.χ. Ἔδει λαβεῖν ἡμᾶς τὰ ἐνέχυρα…

Το απαρέμφατο που λειτουργεί ως υποκείμενο του απρόσωπου ρήματος –έκφρασης θα δέχεται ως υποκείμενο του έναν όρο της πρότασης σε πτώση αιτιατική. Το υποκείμενο, λοιπόν, του απαρεμφάτου θα διαφέρει από το υποκείμενο του ρήματος (αναγκαστική ετεροπροσωπία), καθώς δεν μπορεί να έχει ως υποκείμενο τον ίδιο του τον εαυτό. 

π.χ. Ἔδει λαβεῖν ἡμᾶς τὰ ἐνέχυρα…

Στην περίπτωση που το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι γενικό κι αόριστο συνήθως παραλείπεται κι ως υποκείμενο του εννοείται η αιτιατική τινά ή τινάς ή ἀνθρώπους

π.χ. Δεῖ μαθεῖν γράμματα (τινά).

Πολύ συχνά δίπλα στο απρόσωπο ρήμα ή στην απρόσωπη έκφραση θα υπάρχει μια δοτική, η οποία ουσιαστικά φανερώνει το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το απρόσωπο ρήμα ή η απρόσωπη έκφραση. Γι’ αυτό το λόγο η δοτική αυτή ονομάζεται δοτική προσωπική. Τρέποντας την, λοιπόν, σε αιτιατική θα έχουμε το υποκείμενο του απαρεμφάτου.

π.χ. Προσήκει  ἡμῖν ἀγαθοῖς εἶναι (ἡμᾶς=υποκείμενο του  εἶναι)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Συντακτικό Αρχαίας Ελληνικής, ΟΕΔΒ.
  2. Συντακτικό της Αρχαίας ελληνικής, Αχιλλέας Τζάρτζανος, Αθήνα 1966
  3. Συντακτικό της Αρχαίας ελληνικής, Α.Β. Μουμτζάκης
  4. Συντακτικό της Αρχαίας ελληνικής, Aναγνωστόπουλος Δ. Βασίλης, Εκδόσεις Αναστασάκη

Δείτε: Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας