Ν. Λαπαθιώτης: ένας ποιητής με τα χαρακτηριστικά των «καταραμένων ποιητών». Της Γιώτας ΙωακειμίδουΝαπολέων Λαπαθιώτης: ένας ποιητής με τα χαρακτηριστικά των «καταραμένων ποιητών»

horizontal-bar-posts-small
Γιώτα Ιωακειμίδου 

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 
horizontal-bar-posts-small

Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά των «καταραμένων ποιητών» ομοφυλοφιλία, αθεΐα, ναρκωτικά, φλερτάρισμα με το ΚΚΕ. Ο Ν. Λαπαθιώτης είναι ένας από τους «ιδανικούς αυτόχειρες» της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Μεσήλικας πια στην κατοχή, φλέρταρε με την ιδέα του θανάτου. Οι δυσκολίες της κατοχής, η απώλεια του στενού του φίλου Μήτσου Παπανικολάου τον οδηγούν σε κατάρρευση και έτσι το όπλο του υπουργού πατέρα του οπλίζει ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1944 το χέρι του μέσα στο σπίτι του που τον πνίγει και το νιώθει πια εχθρικό και ξένο μετά τον θάνατο των γονιών, οι οποίοι τον στήριζαν πάντα σε όλες του τις επιλογές.

Το σπίτι μου δεν έχει πια καρδιά•

το σπίτι μου με τυραννεί σαν ξένο•

το σπίτι μου μια πλάκα είναι βαριά,

που με πνίγει – και μόλις ανασαίνω.

Την ίδια μέρα που έφυγες Εσύ,

κι αυτό, με μιας, μου πήρε τη στοργή του :

Μητέρα, αν ήξερες πώς με μισεί,

γιατί μ΄ άφησες μόνο στην οργή του;

Ωραίος άντρας σαν Απόλλωνας, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τα γηρατειά. Προκλητικός σαν Αλκιβιάδης, του άρεσε να προκαλεί με ακραίες συμπεριφορές και να τον σχολιάζουν. Επηρεασμένος από τον αισθητισμό του Oscar Wilde ασφυκτιούσε μέσα στον συντηρητισμό της εποχής και της τάξης του.

«Μόνος ήρθα, κάποιο βράδι, μόνος πόνεσα για λίγο,

μόνος έζησα του κάκου, – κι όπως ήρθα και θα φύγω.»

Στα ποιήματα του κυριαρχεί η πεισιθανάτια διάθεση και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Δεν είναι ούτε 30 χρονών όταν γράφει στο ημερολόγιό του: «δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι ευτυχισμένος, γιατί η ψυχή μου πενθεί, ποτέ δεν θα μπορέσω να είμαι ευτυχισμένος, γιατί έστω και για 5 λεπτά υπήρξε κάποια οδύνη και λύπη στη γη».

«Τ’ όνειρο μου πια δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,

μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα, – και να σβήσω.

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονο μου,

το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.»

Νιώθει συνεχώς ένα αίσθημα πλήξης και αυτό τον οδηγεί να κάνει πράγματα ακραία: να γράψει ένα πεζοτράγουδο «κομματικό το ξύπνημα του προλεταριάτου», αυτός ένας γόνος αστικής τάξης, ερωτοτροπεί με την ιδέα του θανάτου και θέλει διαρκώς να δοκιμάζει νέες συγκινήσεις. Πολιτική, ναρκωτικά, εφήμεροι έρωτες, ομοφυλοφιλία.

Στο ποίημα που ακολουθεί είναι σαν να περιγράφει τον επικήδειό του:

Το φέρετρό μου σανιδένιο

δε θα ‘χει καμιάν ομορφιά’

θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,

με τα κοινότερα καρφιά,

 

κι ύστερα βίρα και στον ώμο

(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)

θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο

για το στερνό μου το τσαρδί…

 

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,

ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,

ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,

κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

……..

Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν

κάποιες γραμμές, εδώ κι εκεί,

– κι αμέσως θα με παραλάβουν

οι κριτικές κι οι κριτικοί:

 

“τεχνίτης”, “μουσικός του στίχου”,

“πολύ λεπτός αισθητικός”,

– αυτά που γράφονται συνήθως

κι αυτά που γράφουν σχετικώς

 

“τύπος ανώμαλος εκφύλου”,

“γνωστή και συμπαθής μορφή”…

Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν

δε θα μου καίγεται καρφί!

 

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει

– κι εκεί που τώρα κατοικεί, –

δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,

δε θα διαβάζει κριτική…

……..

Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης

με σφίξιμο χεριού γερό

θα λέει αράδα στους γνωστούς του:

– Τι φοβερό! Τι φοβερό!…

 

Και παρατώντας τις δουλειές του,

βιβλία και πολιτική,

τη “Νέα Εστία” και τις “Τέχνες”,

θα μου σκαρώσει κριτική!

 

Μα και ο Βαγιάνος θα αρχίσει

σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,

μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,

καμπάνια λαπαθιωτική!

 

Και κυνηγώντας άρον-άρον

θα γράφει μέσα σε καρνέ,

ως και τις γνώμες των γαϊδάρων

της πολιτείας Αχαρναί!!!