«Έκθεση σημαίνει «εκτίθεμαι»…» του Άρη Ιωαννίδη«Έκθεση σημαίνει “εκτίθεμαι”…»

Για μια ακόμη χρονιά η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών εξετάσεων συνοδεύτηκε από διάφορα ανησυχητικά στατιστικά, με κύριο χαρακτηριστικό τις χαμηλές επιδόσεις των υποψηφίων σ’ ένα μάθημα με πολλές ιδιαιτερότητες. Μιλάμε, βέβαια, για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, της Έκθεσης, όπως συνηθίζουμε να το αποκαλούμε. Ένα μάθημα που φαινομενικά δείχνει απλό, αλλά η πραγματικότητα άλλα αποδεικνύει…

Το μάθημα της Έκθεσης, λοιπόν, ανέκαθεν αποτελούσε αυτό που αποκαλούμε «αδύνατο κρίκο» στην όλη μαθητική πορεία του μαθητή. Βέβαια, το να γενικεύουμε αυθαίρετα είναι πολύ τολμηρό κι επικίνδυνο, καθώς υπήρξαν και θα υπάρχουν πάντα μαθητές που θα αριστεύουν – έστω κι ελάχιστοι.

Οι λόγοι αυτοί της αδυναμίας πολλοί και πολλές φορές – μάλλον – αδιευκρίνιστοι. Το παράδοξο είναι ότι το παιδί παρουσιάζει αυτού του είδους τις αδυναμίες, όταν καλείται να παρουσιάσει τις σκέψεις του και τα επιχειρήματά του σε μία κόλλα χαρτί. Σε κάθε άλλη περίπτωση τα αποτελέσματα είναι διαφορετικά. Όταν μιλάει μ’ ένα φίλο του, όταν προσπαθεί να πείσει τους γονείς του για την ορθότητα των θέσεών του, όταν διεκδικεί, όταν στέλνει μηνύματα στο κινητό… τότε όλα καλά. Ο λόγος του κάθε άλλο παρά θυμίζει το ρηχό, κενό, άχρωμο και τυποποιημένο γραπτό της έκθεσής του. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και παρατηρείται αυτή η κακοποίηση στο λόγο του;

Το ζήτημα είναι ότι κι εμείς ως φιλόλογοι έχουμε κάποιο μερίδιο ευθύνης, καθώς πολλές φορές απαιτούμε από το παιδί να αντεπεξέλθει σε μια κατάσταση, για την οποία στο παρελθόν ελάχιστα είχε προετοιμαστεί. Οι επαφές του με το βιβλίο – και μάλιστα το εξωσχολικό – ελάχιστες έως και μηδαμινές. Οι απόψεις του γύρω από θέματα που άπτονται της καθημερινής πραγματικότητας ανύπαρκτες. Μπορεί να είναι διάνοια σε θέματα που αφορούν το κινητό του, τον υπολογιστή του, αλλά μέχρι εκεί. Όλα τα υπόλοιπα δείχνουν μάλλον ανούσια και το αφήνουν παντελώς αδιάφορο. Οφείλουμε, λοιπόν, να του μεταλαμπαδεύσουμε με τον καλύτερο τρόπο την αγάπη για το βιβλίο, την «τροφή» του μυαλού. Οφείλουμε να του οξύνουμε την κρίση κι ακολουθώντας τη «μαιευτική» μέθοδο του Σωκράτη να αναδείξουμε από μέσα του την ομορφιά του πνεύματός του. Οφείλουμε να στηλιτεύσουμε κάθε απόπειρα τυποποίησης της σκέψης του και να το ωθήσουμε στην ελεύθερη σκέψη. Οφείλουμε να τιμήσουμε το χάρισμα που μας προίκισε η φύση: τη λογική.

Οι απαιτήσεις, λοιπόν, του «συστήματος» μάλλον υπερβολικές. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια παγιωμένη κατάσταση που μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει στο παιδί. Από τη μία τυποποιημένες σκέψεις, έτοιμες «συνταγές», «μασημένη τροφή» που προσπαθούμε άθελά μας πολλές φορές να «μεταμοσχεύσουμε » στον αυριανό επιστήμονα. Στο αυριανό «ελεύθερο πνεύμα». Και πραγματικά μιλάμε για «μεταμόσχευση», καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παιδιών που αποστηθίζουν ακόμη κι ολόκληρες εκθέσεις προκειμένου να πετύχουν τον πολυπόθητο σκοπό τους. Από την άλλη, με αυτό τον τρόπο βάζουμε «ταφόπλακα» σε κάθε μορφή πηγαίας κι αυθόρμητης έκφρασης. «Θάβουμε» ό,τι καλύτερο κι αληθινό μπορεί να εκφραστεί μέσα από την αθωότητα ενός παιδιού. Του υποδεικνύουμε ένα λανθασμένο δρόμο και το ωθούμε να τον ακολουθήσει.

Γι’ αυτό, βέβαια, ευθύνεται και η πλειονότητα των βαθμολογητών, καθώς δεν είναι λίγες – πιστεύω – οι περιπτώσεις που «εκμαιεύουν» λάθη – παραλείψεις σ’ ένα γραπτό, κουνώντας επιδεικτικά το λάβαρο της επιτυχίας, κάθε φορά που τα εντοπίζουν. Ευθύνονται, γιατί μένουν περισσότερο απ’ ό,τι ίσως έπρεπε «πιστοί» στις οδηγίες που κάποιοι τους έδωσαν. Οδηγίες, όμως, για ποιο πράγμα; Η ελεύθερη σκέψη δεν πρέπει να βαθμολογείται και να επικροτείται με βάση κάποιες οδηγίες. «Πώς θα με βαθμολογήσει άραγε ο καθηγητής, αν περιγράψω την κατάσταση διαφορετικά απ’ ό,τι θα περίμενε»; «Κι αν δεν πιστεύω αυτό το οποίο πρέπει να υποστηρίξω»; Μερικά από τα πολλά ερωτήματα που κατακλύζουν τον υποψήφιο λίγο πριν κληθεί να εξεταστεί και να εκτεθεί…

Προσωπικά, λοιπόν, πιστεύω ότι ίσως έφτασε ο καιρός να υπάρξουν κάποιες αλλαγές στον τρόπο προσέγγισης των γραπτών από τους βαθμολογητές –ιεροεξεταστές. Δε βλάπτει και λίγη ανοχή στο διαφορετικό. Σε μια διαφορετική, ίσως κι ανατρεπτική φωνή, βγαλμένη μέσα από τα βιώματα και την πραγματικότητα ενός εφήβου. Καιρός πιστεύω είναι να κάνουν και λίγο τα «στραβά μάτια» σε κάποιες εκφραστικές, συντακτικές, ορθογραφικές, δομικές «λοξοδρομήσεις» του μαθητή και να βαθμολογήσουν το γενικότερο πνεύμα του. Ίσως τότε αλλάξουν και τα χαμηλά στατιστικά στις επιδόσεις των υποψηφίων στο συγκεκριμένο μάθημα. Ίσως τότε καταλάβουν ότι εμπιστευόμαστε την άποψή τους και μας δικαιώσουν. Ίσως τότε αισθανθούμε κι εμείς καλύτερα και πιο ανακουφισμένοι, γιατί θα καταλάβουμε ότι είναι έτοιμοι να αναλάβουν τα «ηνία» της κοινωνίας μας…