Η «άγνωστη» δικτατορία του Θ. Παγκάλου. Tης Αντιγόνης ΚαρύτσαΗ «άγνωστη» δικτατορία του Θ. Παγκάλου

horizontal-bar-posts-small
Αντιγόνη Καρύτσα 

Γράφει η Αντιγόνη Καρύτσα
horizontal-bar-posts-small

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, απόφοιτος της σχολής Ευελπίδων, μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου, πήρε μέρος στο κίνημα στο Γουδί (1909) αλλά και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Μετείχε ενεργά μετά τη μικρασιατική καταστροφή στην επανάσταση των Πλαστήρα – Γονατά το 1922 και ήταν αρχιστράτηγος της στρατιάς του Έβρου, ενώ το 1924 έγινε υπουργός Δημόσιας Τάξης κι έπειτα Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπαναστασίου.

Mετά από μια περίοδο έντονης κοινοβουλευτικής αστάθειας, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου και σχημάτισε δική του, το βράδυ της 25ης προς 26η Ιουνίου 1925. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού, καθώς και υπουργού Στρατιωτικών στις 26 Ιουνίου.

Με προκήρυξή του προς τον ελληνικό λαό την ίδια ημέρα, ο Πάγκαλος προσπάθησε να αιτιολογήσει την ενέργειά του. Αφού αποκάλεσε «αμαρτωλή» την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, υποσχέθηκε «διοίκησιν χρηστήν, ισοπολιτείαν, ασφάλειαν και δικαιοσύνην» καθώς και πάταξη «άνευ οίκτου» των ποικιλώνυμων καταχραστών, «οι οποίοι κατακλέπτουσιν αναιδώς τον ιδρώτα του λαού».

Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο Θεόδωρος Πάγκαλος εμφανίστηκε στις 30 Ιουνίου 1925 ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης, προκειμένου να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Πράγματι, η κυβέρνηση Πάγκαλου απέκτησε κοινοβουλευτική νομιμότητα. Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Είμεθα κατάστασις, δι’ ημάς δεν υπάρχει βενιζελισμός και κωνσταντινισμός, διότι δεν υπάρχουν πλέον τα εκπροσωπούντα τα δύο τοιαύτα κόμματα πρόσωπα. Ο μεν Βενιζέλος απέθανε πολιτικώς, ο δε Κωνσταντίνος φυσιολογικώς».

Αρχικά ακολούθησε μια περίοδος ανοχής προς το νέο καθεστώς αλλά πολύ γρήγορα ο αυταρχισμός του Παγκάλου και η αδυναμία του να επιλύσει τα σοβαρά προβλήματα της χώρας προκάλεσαν έντονη δυσαρέσκεια και κατακραυγή. Στις 30 Σεπτέμβρη του 1925 ο Θ. Πάγκαλος διέλυσε τη Βουλή και εξαπέλυσε άγρια τρομοκρατία κατά του ΚΚΕ και του εργατικού κινήματος. «Επειδή βλέπω ότι είναι αδύνατον πλέον να εμπιστευώμεθα εις τον κοινοβουλευτισμόν, διά τούτο απεφάσισα ν’ αλλάξω την μέχρι τούδε πορείαν μου. Εις το εξής στηρίζομαι εις την εμπιστοσύνην του στρατού, όστις αποτελεί την νησίδα των εθνικών ελπίδων», λέει στους άνδρες της Ταξιαρχίας Δημοκρατικής Φρουράς, την πραγματική πολιτική βάση του καθεστώτος του. Εφαρμόζει τις συνήθεις μεθόδους των δικτατορικών καθεστώτων, όπως τη λογοκρισία του Tύπου (απαγορεύει την κυκλοφορία της Καθημερινής , της Εστίας και του Ριζοσπάστη) και τις εκτοπίσεις σε νησιά πολιτικών όπως οι Αλ. Παπαναστασίου, Ν.Πλαστήρας, Γ.Παπανδρέου, Ι.Μεταξάς, αλλά και δημοσιογράφων Κ.Κύρου Γ.Βεντήρης κ.ά καθώς και ιδιωτών, προκαλώντας αντιδράσεις στον πολιτικό κόσμο αλλά και στο στρατό.

Ο πεποιθήσεις του στρατηγού έντονα εθνικιστικές που σε συνδυασμό με την εμμονή του περί εκδίκησης για την Μικρασιατική καταστροφή, τον οδηγούν σε ολέθρια διπλωματικά λάθη.

Στις 18 Οκτωβρίου 1925, με πρόσχημα ένα συνοριακό επεισόδιο, τμήματα του ελληνικού στρατού εισέβαλαν στη Βουλγαρία και κατέστρεψαν το Πετρίτσι. Το «επεισόδιο του Πετριτσίου», λήγει γρήγορα με την επέμβαση της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία επιβάλλει στην Ελλάδα ένα εξαιρετικά βαρύ χρηματικό πρόστιμο: υποχρεώθηκε να πληρώσει στη Βουλγαρία αποζημίωση (20 εκατομμύρια λέβα).

Επιπλέον, προκειμένου να δημιουργήσει ένα ισχυρό μέτωπο εναντίον της Τουρκίας, ο στρατηγός συμμαχεί με τη Γιουγκοσλαβία, στην οποία όμως παραχωρεί σημαντικά κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στο ελληνικό έδαφος, όπως η συγκυριαρχία στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Στις 4 Ιανουαρίου 1926, ο Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι αναλάμβανε προσωπικά την άσκηση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Εκτός της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών και την τρομοκράτηση των αντιφρονούντων με ακραία μέτρα, επέβαλλε κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία. Προχώρησε σε αναγκαστικό δάνειο με τη «διχοτόμηση» του χαρτονομίσματος, όπως είχε κάνει και ο Πρωτοπαπαδάκης το 1922. Για παράδειγμα, ένας που είχε στην κατοχή του 1000 δραχμές θα είχε στο εξής μόνο 750 δρχ.. Με τη ρύθμιση αυτή το κράτος άρπαξε από τις τσέπες των Ελλήνων 1.250.000.000 δραχμές. Επιπλέον έκανε προσπάθειες να διευθετήσει τα δάνεια με τη Βρετανία και τις ΗΠΑ για να μπορέσει να πάρει και νέα, αλλά δεν τα κατάφερε.

Το Μάρτιο του 1926, μετά την παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Παύλου Κουντουριώτη και την αποχή των πολιτικών κομμάτων ο Πάγκαλος εκλέχτηκε Πρόεδρος, ως μόνος υποψήφιος.

Ένας από τους πιο γνωστούς νόμους της δικτατορίας Παγκάλου είναι αυτός που όριζε ότι οι φούστες των γυναικών δεν έπρεπε να απέχουν περισσότερο από τριάντα πόντους από το έδαφος. Ο Τύπος της εποχής προειδοποιούσε, ότι οι παραβάτες θα τιμωρούνταν με πρόστιμο, ή ακόμα και με κράτηση. Οι αστυνομικοί ξεχύθηκαν στους δρόμους και «κυνηγούσαν» τις γυναίκες με μεζούρες στα χέρια.

Ο ίδιος ο στρατηγός και τα μέτρα του έδωσαν τροφή σε επιθεωρήσεις της εποχής, ενώ η δικτατορία πλέον έπνεε τα λοίσθια. Καθώς απολάμβανε τις διακοπές του στις Σπέτσες, ο Θεόδωρος Πάγκαλος ενημερώθηκε για το κίνημα του Κονδύλη, ο οποίος για να τον ανατρέψει χρησιμοποίησε τα «Δημοκρατικά Τάγματα», που είχε χρησιμοποιήσει και ο Πάγκαλος για να καταλάβει την εξουσία.

Ο Πάγκαλος επιχείρησε να διαφύγει αλλά τελικά οδηγήθηκε στις φυλακές Ιτζεντίν της Κρήτης, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Φυλακίστηκε, αμνηστεύτηκε για τα πολιτικά αδικήματα, καταδικάστηκε για τα ποινικά και ξαναμπήκε στη φυλακή μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς ως δοσίλογος, αποφυλακίστηκε το 1945, κατέβηκε υποψήφιος βουλευτής το 1950 με το Εθνικόν Κόμμα του Ν. Ζέρβα, απέτυχε να εκλεγεί και πέθανε το 1952.

Μέσα σε 13 μήνες και 15 ημέρες κατόρθωσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, εκμεταλλευόμενος το έντονο αντικομμουνιστικό κλίμα και τη σοβαρή χαλάρωση των κοινοβουλευτικών αρχών.