«Η Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα» του Άρη Ιωαννίδη«Η Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα»

Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης

Κάθε τέσσερα χρόνια – χωρίς να είναι απόλυτο – η χώρα μας βιώνει μια εμπειρία που το πέρασμα της δύσκολα δεν αφήνει τα σημάδια του στις ζωές μας: τις εκλογές. Ένα γεγονός που αποτελεί σημείο αναφοράς και πόλο έλξης πολλών επίδοξων «μεσσιών», που συνεπαρμένοι από τη μέθη της εξουσίας τάζουν … και τάζουν αλλαγές που θα αλλάξουν συλλήβδην τις ζωές μας. Ανάμεσα σ’ αυτές περίοπτη θέση κατείχαν, κατέχουν και θα συνεχίσουν – καλώς ή κακώς – να κατέχουν οι πολυσυζητημένες αλλαγές – μεταρρυθμίσεις στο χώρο της παιδείας.

Κάθε τέσσερα χρόνια, λοιπόν, ο ψηφοφόρος είναι έρμαιο στο άκουσμα ποικιλόχρωμων υποσχέσεων, όπως: δωρεάν παιδεία, κατάργηση των εξετάσεων, αναβάθμιση όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, άνοδος του μορφωτικού επιπέδου, καταπολέμηση της παραπαιδείας, περισσότερες ευκαιρίες… Αλήθεια, όμως, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ πόσες από αυτές τις υποσχέσεις έχουν υλοποιηθεί; Πόσοι μαθητές και μαθήτριες στο παρελθόν – αλλά και στο μέλλον – αγωνιούσαν – και θα αγωνιούν – γιατί δυστυχώς βρέθηκαν στο μεταίχμιο αυτών των αλλαγών, προσπαθώντας να προσαρμοστούν όσο γίνεται περισσότερο, προκειμένου να πραγματώσουν το όνειρό τους, που δεν είναι άλλο παρά η εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Πόσοι γονείς ακόμη θα ανησυχούν, βλέποντας το παιδί τους «δέσμιο» σ’ ένα σύστημα, όπου ο δείκτης εξυπνάδας του θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα «παπαγαλισμού»; Πόσοι ακόμη απόφοιτοι θα στραφούν σε άλλες μη κρατικές διεξόδους απόκτησης ενός πτυχίου – εισιτηρίου, σύμφωνα με τους ίδιους – για τη μετέπειτα καταξίωσή τους και την απόκτηση κύρους και σεβασμού; Πόση ακόμη απαξίωση θα γνωρίσουν τα λεγόμενα μη πνευματικά – χειρωνακτικά επαγγέλματα, η άσκηση των οποίων δυστυχώς δεν προωθείται από καμία κυβέρνηση; Πόσα ακόμη σχολεία θα αποτελέσουν χώρους «κατασκηνώσεως» μαθητών, που μέσω των καταλήψεων θα απαιτούν κάποιο καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τους συμμαθητές του; Πόσοι ακόμη καθηγητές, έχοντας εναρμονιστεί πλήρως με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, θα συνεχίσουν να ατενίζουν αυτό που κάνουν ως επάγγελμα, αρνούμενοι κάθε σχέση με αυτό που ονομάζουμε λειτούργημα; Πόσα ακόμη βιβλία θα παρέχουν παρωχημένες γνώσεις – μη εναρμονισμένες με τις σύγχρονες εξελίξεις – η απόκτηση των οποίων κάθε άλλο παρά εξυπηρετούν τις απαιτήσεις της σημερινής κοινωνίας; Πόσο ακόμη θα παρέχεται ελλιπής επαγγελματικός προσανατολισμός από τα σχολεία, καθώς το μάθημα του Σ.Ε.Π διδάσκεται από εκπαιδευτικούς, «άσχετους» τις περισσότερες φορές με το αντικείμενο, που η μη κάλυψη των διδακτικών τους ωρών τους «εξανάγκασε» να το «διδάξουν» σε μαθητές που ίσως το μέλλον τους και να κριθεί από κάποιες λανθασμένες πληροφορίες που θα αποκομίσουν απ’ αυτό; Πόσο ακόμη ο μαθητής θα είναι απλός δέκτης αναφομοίωτων, τις περισσότερες φορές, γνώσεων, χωρίς ανάληψη πρωτοβουλιών, καθώς ο δασκαλοκεντρισμός και η έλλειψη διαλόγου κυριαρχούν ακόμη και σήμερα εν έτει 2014 στα περισσότερα σχολεία της χώρας μας; Πόσο ακόμη θα υιοθετούμε στα παιδιά μας τη βαθμοθηρία, το άγχος, την αίσθηση ότι το σχολείο είναι ένα διαρκές εξεταστικό κέντρο, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να επιτελέσει τους πλατύτερους παιδευτικούς του στόχους; Πόσο ακόμη…(;)

Αν ψάχνετε, λοιπόν, απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα, που απλώς αποτελούν ένα μικρό δείγμα, μια επιτομή όλων όσων αιωρούνται στο αθώο μυαλό ενός εφήβου, δύσκολα θα τη βρείτε μέσα από αυτό το κείμενο. Πιστεύω όμως ακράδαντα πως απαντήσεις υπάρχουν. Εκείνο, όμως, που δυστυχώς, δεν έχει υπάρξει ακόμη κι ευελπιστούμε πως κάποια στιγμή ίσως υπάρξει είναι η υλοποίησή τους…