«Η σημασία του δεύτερου αιώνα στην ιστορία των ιδεών» του Δημήτρη Ν. Σαραντάκου«Η σημασία του δεύτερου αιώνα στην ιστορία των ιδεών»

Του Δημήτρη Ν. Σαραντάκου

Ο Δεύτερος αιώνας της χρονολογίας μας είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορικές περιόδους, μεταξύ άλλων και γιατί κατά τη διάρκειά του σημειώθηκαν πολύ σημαντικές εξελίξεις στον τομέα των ιδεών. Οι σπουδαιότερες από τις εξελίξεις αυτές είναι ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα, στη μεν Άπω Δύση διαμορφώθηκε και εδραιώθηκε μια νέα πίστη, ο Χριστιανισμός, στη δε Άπω Ανατολή έγινε αποδεκτή από σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού μια άλλη, ο Βουδισμός.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο Δεύτερος αιώνας υπήρξε εποχή σταθερότητας και ειρήνης σε παγκόσμια κλίμακα (τουλάχιστον σε ότι αφορά τον Παλαιό Κόσμο). Κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική κυριάρχησαν τέσσερα, μεγάλα και συνεχόμενα κράτη, η Ρωμαϊκή Aυτοκρατορία, το κράτος των Πάρθων, η αυτοκατορία των Κουσανών και η Κίνα της δυναστείας των νεώτερων (ανατολικών) Χαν, δημιουργώντας μια πλατιά και συνεχή ζώνη ειρήνης και τάξης, από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό ωκεανό. Στη ζώνη αυτή κατά τα περισσότερα χρόνια του αιώνα δεν σημειώθηκαν μακρόχρονοι πόλεμοι μεταξύ κρατών ούτε εμφύλιες ή δυναστικές αναστατώσεις στο εσωτερικό τους, ενώ για πρώτη φορά στην ιστορία ολόκληρη η Ευρασιατική περιοχή αποτέλεσε πεδίο εμπορικών ανταλλαγών. Ως τότε ο πλανήτης Γη ήταν χωρισμένος σε πολλούς «υποπλανήτες». Οι κάτοικοι καθενός από τους «υποπλανήτες» αυτούς αγνοούσαν ή είχαν πολύ αόριστες πληροφορίες για τους άλλους. Η ενοποίηση που έγινε τον 2ον αιώνα θα διακοπεί κατά τον 3ον και θα επαναληφθεί χίλια εκατό χρόνια αργότερα.

Οι μεγάλοι χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι: του Μεταξιού, από το Λογιάν ως την Αντιόχεια, του Χρυσού, από τη Σιβηρία ως την Ινδική και των Γουναρικών, από τη Σιβηρία ως τις ακτές του Ευξείνου, καθώς και οι θαλάσσιοι: από τα αιγυπτιακά λιμάνια στην Ερυθρά θάλασσα ως τα ινδικά της δυτικής ακτής των Ινδιών και από τα ινδικά λιμάνια της ανατολικής ακτής ως την Ινδοκίνα και τη νότια Κίνα, λειτούργησαν απρόσκοπτα σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 2ου αιώνα και, μολονότι η εμπορική επικοινωνία δεν εσήμαινε κατ΄ανάγκην και επικοινωνία προσώπων, διότι τα εμπορεύματα άλλαζαν χέρια πολλές φορές ώσπου να φτάσουν στον τελικό αγοραστή, με τους εμπορικούς δρόμους, μαζί με τα πολύτιμα προϊόντα, μεταδίδονταν ιδέες και γνώσεις. Ο Βουδισμός από τη βόρεια Ινδική χάρη στην πολιτική των Κουσανών ηγεμόνων εισχώρησε στην Κίνα. Τον ακολούθησε και η ελληνοϊνδική γλυπτική της Γανδάρας. Βουδιστικές και μιθραϊκές ιδέες, που είχαν ήδη από τον Πρώτον αιώνα εισχωρήσει στο μεσογειακό κόσμο, διαδόθηκαν ακόμη περισσότερο.

Ειδικότερα για την δυτική εσχατιά του Παλαιού Κόσμου το μεγαλύτερο μέρος του Δεύτερου αιώνα και συγκεκριμένα η περίοδος που μεσολαβεί από την άνοδο στην εξουσία του Νέρβα ως την ηγεμονία του Μάρκου Αυρηλίου, στο απέραντο ρωμαϊκό κράτος επικράτησε περίοδος ειρήνης, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Ρωμαϊκή Ειρήνη (Pax Romana)(1). Επί συνόλου εβδομήντα περίπου χρόνων δε μνημονεύονται παρά μόνο 14 (και αυτά σποραδικά) χρόνια τοπικών εξεγέρσεων, όπως η επανάσταση του Μπαρ Κοχεβά ή συνοριακών πολέμων με λαούς βάρβαρους και αδύνατους.

Οι κατέχοντες τον πλούτο και την πολιτική δύναμη ένοιωθαν ασφαλείς και μακάριοι. Πίστεψαν πως ο Χρυσός Αιώνας του Ησιόδου επέστρεψε στη γη. Δεν γίνονταν πια πόλεμοι και επαναστάσεις, το εμπόριο ανθούσε, οι πόλεις έσφυζαν από ζωή και στολίζονταν διαρκώς με μεγαλοπρεπή κτίρια και λαμπρά καλλιτεχνήματα, ενώ έντονη ήταν πνευματική ζωή.

Υπήρχε όμως και η altera pars. Στην πραγματικότητα η μακαριότητα του χρυσού αιώνα της Ρωμαϊκής Ειρήνης, αφορούσε μόνο τους πλούσιους. Η θέση των κατώτερων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων στο μεσογειακό χώρο, η οποία κατά την προηγηθείσα περίοδο των συνεχών πολέμων, εμφυλίων η εξωτερικών, είχε χειροτερέψει πολύ, κατά τη ρωμαϊκή ειρήνη υποβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο. Αυξήθηκε σε πρωτοφανείς ρυθμούς ο αριθμός των δούλων. Η δουλική εργασία, προσπόρισε αμύθητο πλούτο στους μεγάλους γαιοκτήμονες αλλά εξαθλίωσε τα κατώτερα αγροτικά στρώματα. Η κοινωνική ανισότητα έφθασε σε ασύλληπτα ως τότε επίπεδα. Η υπεροψία, ο αυταρχισμός και η διαφθορά των πλουσιοτέρων στρωμάτων έγιναν ακόμα πιο προκλητικές και αχαλίνωτες. Οι πλούσιοι ξόδευαν για ένα μόνο γεύμα ολόκληρη περιουσία ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν χιλιάδες εξαθλιωμένοι που ζούσαν με άρτον και θεάματα, χωρίς να υπολογίσουμε τους δούλους, (ανθρώπους όχι κατ’ ανάγκην φτωχούς αλλά χωρίς ανθρώπινα – πολιτικά και κοινωνικά – δικαιώματα), που έφταναν να αποτελούν το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού του ρωμαϊκού κράτους(2).

Εκτός αυτού, η τάξη και ηρεμία, που η Ρωμαϊκή Ειρήνη εξασφάλιζε στη μεσογειακήν οικουμένη, σε πολλά σημεία θύμιζε τη γαλήνη του νεκροταφείου. Δε γίνονταν πια πόλεμοι, η πολιτική δράση στις πόλεις όχι μόνο είχε απονεκρωθεί αλλά είχε χάσει το νόημά της, όσον αφορά δε την ύπαιθρο, μολονότι σε πολλές περιοχές επιχωρίαζε η ένοπλη ληστεία, η ανταρτική αντικρατική δράση είχε γίνει ουσιαστικά αδύνατη. Το εμπόριο ανθούσε αλλά ήταν ετεροβαρές για τη ρωμαϊκή οικονομία και την οδηγούσε σταθερά στην κατάρρευση. Η ζωή στις πόλεις απέκτησε πρωτοφανή σκληρότητα και χυδαιότητα. Όταν ο Τραϊανός νίκησε οριστικά τους Δάκες ο εορτασμός διήρκεσε 123 ημέρες και στα διάφορα θεάματα έχασαν τη ζωή τους χιλιάδες μονομάχοι(3). Για τους δούλους και τους φτωχούς, που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν υπήρχε ειρήνη αλλά καταστολή.

Παρά την άνοδο του βιοτικού του επιπέδου και τη σχετική ευμάρεια, οι σκεπτόμενοι άνθρωποι της εποχής εκείνης, έστω και αν ήταν εύποροι ή πλούσιοι, διέβλεπαν ήδη την επερχόμενη λαίλαπα και ζούσαν μέσα στο άγχος, την ανασφάλεια, τη σύγχιση και την αγωνία για το αύριο(4) μολονότι διαβίωναν σε εποχή μακρόχρονης ειρήνης και με σχετική ευμάρεια(5). Η ηθική και πνευματική ανασφάλεια προηγήθηκε της υλικής αντίστοιχης της(6). Η μακαριότητα των πλουσίων και προνομιούχων δεν έμεινε αδιατάρακτη, λόγω της ύπαρξης των υποδουλωμένων και καταπιεσμένων μαζών, μέσα στις οποίες ζούσαν.

Η υποκατάσταση της πόλης-κράτους της κλασσικής αρχαιότητας, από το οικουμενικό ρωμαϊκό κράτος δεν κατέστρεψε μόνο τους δημοκρατικούς θεσμούς, αντικαθιστώντας τον πολίτη με τον υπήκοο, εξαφάνισε επίσης το αίσθημα ασφαλείας που έδινε στους πολίτες της κάθε πόλη-κράτος. Ο αρχαίος πολίτης, ο οποίος αισθανόταν ασφαλής και ενεργός μέσα στην πόλη, είχε χαθεί και στη θέση του εμφανίστηκε ο παθητικός υπήκοος του Καίσαρα, προσώπου με θείες ιδιότητες, που κυβερνούσε ένα αχανές κράτος με πληθυσμό εκατό εκατομμυρίων. Ελπίδα πολιτικής ή κοινωνικής μεταβολής είτε με τη δύναμη των όπλων είτε με την πολιτική δράση, δεν υπήρχε. Η απομάκρυνση του πολίτη από την πολιτική σκηνή γέννησε τον άκρατο ατομικισμό.

Ήδη από την εποχή του Σωκράτη και του Πλάτωνα η φιλοσοφία είχε αρχίσει να στρέφεται προς τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και εγκαταλείπει την προσπάθεια να ερμηνεύσει τη φύση και τον εξωτερικό κόσμο. Κατά την εποχή όμως της Ρωμαϊκής Ειρήνης ο φυσικός κόσμος δεν έχασε μόνο κάθε ενδιαφέρον για τον άνθρωπο αλλά και την παλιά του αίγλη. Ο Κόσμος και η Φύση έχασαν την ομορφιά τους και έπαψαν να είναι για τους πολλούς το Στολίδι(7). Έγιναν η Πλάση δηλαδή το Δημιούργημα και μάλιστα ενός κατώτερου μοχθηρού θεού και κατά συνέπειαν η έδρα κάθε ασκήμιας και αθλιότητας, που κατακάθισαν εκεί από τα αιθέρια ύψη(8). Η ύλη, η φύση, η γη, μεταβλήθηκαν βαθμιαία σε κάτι το υποδεέστερο, το ποταπό, η έδρα κάθε αθλιότητας και οδύνης. Οι αντιλήψεις του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Αναξαγόρα και άλλων μεγάλων φιλοσόφων σχετικά με τον Κόσμο τη Φύση και τα ουράνια σώματα, τον ήλιο και τα αστέρια, ξεχάστηκαν. Το Σύμπαν διχάστηκε. Στο κατώτερο τμήμα του βρέθηκε η γη, ο χώρος της τύχης, της μεταβολής και του θανάτου και πάνω της τα επάλληλα ουράνια στρώματα, με κορωνίδα τον αιθέρα, την κατοικία των αθανάτων θεών και των υπερφυσικών δυνάμεων. Ο δυϊσμός αυτός: γη = ύλη και αθλιότητα και αιθέρας = πνεύμα και μακαριότητα, κυριάρχησε στη σκέψη των ανθρώπων. Την αποδέχτηκαν, με τη μια ή την άλλη διατύπωση, όλες οι θρησκείες και όλες οι φιλοσοφικές σχολές, με μοναδική εξαίρεση τους Επικούρειους.

Οι άνθρωποι δεν έπαψαν μόνο να παρατηρούν και να προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον εξωτερικό κόσμο αλλά έχασαν κάθε ενδιαφέρον για τα κοινά και στράφηκαν στον εαυτό τους και σε όσα αυτά αφορούσαν το άτομο. Είτε αυτό σήμαινε ενδιαφέρον για το παρόν και τις υλικές απολαύσεις, είτε αυτό οδηγούσε στην αναχώρηση, στο αποτράβηγμα από την κοινωνική ζωή και δράση. Έχασαν ακόμα την αυτοπεποίθησή τους. Κυριάρχησε γενικό πνεύμα απαισιοδοξίας. Ο άνθρωπος δεν ήταν πια το μέτρο όλων των πραγμάτων(9), δεν ήταν το θαυμαστότερο όλων όσα υπάρχουν στη φύση(10) αλλά ένας παροδίτης της ζωής(11), ανδρείκελο που κινείται σπασμωδικά από τους σπάγκους που κρατάν τα χέρια του άρχοντα της εξουσίας του αέρος(12), των κοσμοκρατόρων του αιώνος τούτου(13) και τα έργα του φαιδρά, ασήμαντα και ανάξια λόγου(14).

Υπήρχε ακόμα ο μέγας φόβος μπροστά στο θάνατο. Στο κεφαλαιώδες αυτό σημείο η αρχαία θρησκεία δε βοηθούσε. Ο Άδης ήταν τόπος θλίψης και σκότους, που τον κατοικούσαν οι σκιές. Οι περισσότερες φιλοσοφικές σχολές εξ άλλου δίδασκαν ότι με τον θάνατο τελειώνουν όλα, πράγμα ελάχιστα παρήγορο για όσους έβλεπαν το επερχόμενο τέλος της ζωής τους. Λίγοι μόνο και δυνατοί βρίσκαν στήριξη στα λόγια του Επίκουρου(15):

το φρικωδέστατον των δεινών, ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όσον ημείς ζώμεν θάνατος ου πάρεισι, όταν δ’ αυτός παρή, τόθ’ ημείς ουκ εσμέν

Όλα αυτά προκάλεσαν βαθμιαία την πτώση του πολιτιστικού, πνευματικού και ηθικού επιπέδου, μιαν αδιόρατη αλλά αναπότρεπτη και συνεχή παρακμή του αρχαίου κόσμου, πολύ πριν οι επιδρομές των βαρβάρων, οι επιδημίες και οι εμφύλιοι πόλεμοι συγκλονίσουν εκ θεμελίων την Αυτοκρατορία. Τότε οι περισσότεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι, αναζητώντας λύτρωση και ελπίδα, στράφηκαν σε δυνάμεις έξω από τον κόσμο τούτο. Καθώς η παλιά θρησκεία του Δωδεκαθέου, είτε στην ελληνική είτε στη ρωμαϊκή παραλλαγή της, είχε μεταβληθεί σε ψυχρή τελετουργία και δεν συγκινούσε τα πλήθη, οι άνθρωποι στράφηκαν σε άλλες θρησκείες και λατρείες.

Εξαπλώθηκαν εν πρώτοις οι κάθε είδους μυστηριακές λατρείες, που παλαιότερα είχαν τοπική μόνο διάδοση και σημασία και οι οποίες προσφέραν στους οπαδούς τους παραμυθία και στήριξη(16). Η λατρεία του Διονύσου, του Ορφέα, του Ηρακλή, της Ίσιδας και του Όσιρη, της Κυβέλης και του Άττη, της Αστάρτης και του Αδωνη, λατρείες θεών που έπαθαν για το καλό των ανθρώπων, θεών που θανατώθηκαν και αναστήθηκαν και λατρείες θείων ζευγών, γνώρισαν μεγάλη διάδοση σε όλο το απέραντο κράτος. Οι οπαδοί αυτών των λατρειών συγκροτούσαν ιδιαίτερους οργανώσεις ή αδελφότητες, που τις ονόμαζαν θιάσους, συλλόγους και κολλέγια, όπου όλοι οι συμμετέχοντες αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον αδελφό, είχαν ιδιαίτερες τελετές μύησης, λατρευτικές τεχνικές, κοινά δείπνα και μεγάλη αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια(17).

Ήρθαν επίσης από την Ανατολή ξένες λατρείες, που γνώρισαν εκτεταμένη διάδοση και αποδοχή. Ο Μιθραϊσμός, εξέλιξη της αρχαίας ιρανικής θρησκείας, που είχε διαμορφωθεί κατά την πρώτη προχριστιανική χιλιετία, ήταν η κυριότερη από αυτές. Οι αρχαίοι Πέρσες πίστευαν πως στον κόσμο γίνεται μια ασταμάτητη πάλη ανάμεσα στο πνεύμα του καλού και στο πνεύμα του κακού. Το Καλό αντιπροσώπευε ο Ωρομάσδης (Ahura Mazda), θεός του ήλιου και της φωτιάς, ενώ το Κακό εκροσωπούσε ο Αριμάν (Ariman), ο θεός του σκότους. Βοηθός και συμπαραστάτης του Ωρομάσδη ήταν ο γιός του Μίθρας, το πνεύμα της δικαιοσύνης, που μεσιτεύει στον πατέρα του για τους ανθρώπους, αγωνίζεται για το καλό τους και βασανίζεται για χάρη τους. Τελικά ο Μίθρας θα νικήσει το πνεύμα του κακού και θα εγκαταστήσει πάνω στη γη το βασίλειο του θεού. Ο Mιθραϊσμός ήταν αισιόδοξη θρησκεία, που σε αντίθεση με άλλες εκήρυττε την ενεργητική στάση απέναντι στη ζωή κι όχι την απάρνηση και την παραίτηση από τα εγκόσμια. Προτρέπει στη διάδοση του καλού και του ωραίου και την καταπολέμηση του κακού. Ιδανικά της είναι η αγάπη, η εργασία, η καθαρότητα σώματος και πνεύματος. Κατά την ιρανική κοσμοαντίληψη η ευτυχία του ανθρώπου δε βρίσκεται στον άλλο κόσμο, στη μέλλουσα ζωή, αλλά σ’αυτόν εδώ τον υπαρκτό κόσμο, μόνο που τοποθετείται σε κάποιο μακρινό σχετικά μέλλον και ταυτίζεται με την έλευση στη Γη του σαοσάντ Μίθρα. Ο τίτλος του σαοσάντ αντιστοιχεί με τον τίτλο του μεσσία.

Για τα στοιχεία της αυτά η λατρεία του Μίθρα διαδόθηκε γρήγορα σ’ολόκληρη το ρωμαϊκό κράτος. Πρώτοι οπαδοί της ήταν οι στρατιώτες και αξιωματικοί του Λούκουλου, του Πομπήιου και του Κράσσου, που γνώρισαν το Μιθραϊσμό στις εκστρατείες των Ρωμαίων κατά του Μιθριδάτη, του Τιγράνη και των Πάρθων, αλλά και οι Πάρθοι και Πέρσες δούλοι, που προήλθαν από τους αιχμαλώτους αυτών των πολέμων και μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό του κράτους. Καθώς το βασικό στοιχείο της μιθραϊκής λειτουργικής ήταν η λατρεία του Ήλιου και του Φωτός, γρήγορα ο Μίθρας ταυτίστηκε με το Φοίβο Απόλλωνα. Αργότερα με βάση το Μιθραϊσμό και με αρκετά ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία, διαμορφώθηκε η θρησκεία του Ανίκητου Ηλιου, (Sol Invictus), που με το μελετημένο τυπικό, το οργανωμένο ιερατείο και την υποστήριξη των ανωτέρων στρωμάτων της ρωμαϊκής κοινωνίας, αποτέλεσε την προτελευταία προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν την κρατική λατρεία του Καίσαρα.

Μεγάλη υπήρξε η επίδραση των ιρανικών αντιλήψεων για την αιώνια πάλη μετάξυ των δυνάμεων του Φωτός (=Καλού) και του Σκότους (=Κακού), στους Γνωστικούς, που πρωτοεμφανίστηκαν στην Αίγυπτο στα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 1ου προχριστιανικού αιώνα και γρήγορα οι δοξασίες τους διαδόθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και αργότερα στην Ιταλία και τη Δύση. Οι Γνωστικοί εφάρμοζαν τελετές μύησης, χρησιμοποιούσαν διαφόρους μαγικούς τύπους αλλά δεν αποτέλεσαν ποτέ κάποιο ομοιογενές σύστημα, και στο περιεχόμενο της διδασκαλίας των διαφόρων Γνωστικών διδασκάλων υπάρχουν πολλές και θεμελιώδεις διαφορές. Εξ άλλου ουδέποτε συγκρότησαν ενιαία θρησκευτική οργάνωση ή φιλοσοφική σχολή και αγνοούμε αν υπήρχαν κοινότητες Γνωστικών όπως υπήρχαν κοινότητες Εσσαίων ή Χριστιανών, μολονότι ορισμένες ομάδες Γνωστικών ήταν οργανωμένες κατά το σύστημα των θιάσων και των societates

Παράλληλα με τις μυστηριακές θρησκείες, άνθισαν κυριολεκτικά εκείνους τους χρόνους, η μαγεία η αστρολογία, η οιωνοσκοπία και η μαντική. Σχεδόν κάθε ηγεμόνας και δημόσιος άνδρας είχε στο πλευρό του τον μάγο ή αστρολόγο του(18). Αντίθετα περιοριζόταν βαθμιαία η σημασία και η ακτινοβολία των φιλοσόφων. Είχαν περάσει πολλοί αιώνες από τότε που οι Έλληνες θεωρούσαν τους σοφούς, σωτήρες και ήρωες και έτρεχαν να τους ακούσουν να διδάσκουν(19). Τώρα η φιλοσοφία συγκινούσε μονάχα λίγους και εκλεκτούς. Ο πολύς λαός συνέρρεε να ακούσει μάγους, μάντεις και προφήτες, μεταξύ των οποίων αφθονούσαν βεβαίως οι απατεώνες και οι πλάνοι, δεν έλειπαν όμως και οι ένθεοι και ειλικρινείς. Στους τελευταίους αυτούς κατατάσσονται οι ονομασθέντες Θείοι Άνδρες, εμπνευσμένοι προφήτες και δάσκαλοι, με μεγάλη δύναμη υποβολής, υποδείγματα αρετής και αυτοπειθαρχίας. Οι πρώτοι χριστιανοί απόστολοι, δάσκαλοι και προφήτες, έμοιαζαν σε πολλά σημεία με αυτούς τους θείους άνδρες(20) και όπως και εκείνοι απευθύνθηκαν στον πολύν κόσμο και βρήκαν πρόθυμο ακροατήριο.

Ξεχωριστή και κάπως περιορισμένης ακτινοβολίας μορφή λατρείας υπήρξε ο Ερμητισμός. Μολονότι είχε έντονο μυστηριακό χαρακτήρα δε μπορεί να καταταχθεί στην ίδια κατηγορία με τις μυστηριακές λατρείες, γιατί σε αντίθεση με αυτές, δε στηριζόταν στην πίστη, που προέρχεται από την εξ αποκαλύψεως αλήθεια, αλλά στη γνώση, που προέρχεται από την έρευνα(21). Στο σημείο αυτό διαφοροποιείται και από τους Γνωστικούς, των οποίων η γνώση είχε καθαρά μυστικιστική και μεταφυσική προέλευση. Τη βάση του ερμητισμού την αποτελούσαν πολλά βιβλία, απόκρυφα και προσιτά μόνο στους μεμυημένους, (Λόγος Τέλειος, Ποιμάνδρης, Κυρανίδες και άλλα), που τη συγγραφή τους η παράδοση απέδιδε στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, ελληνιστικό θεό, που προήλθε από τη συγχώνευση του ελληνικού Ερμή και του αιγυπτιακού Θωθ .

Ο ερμητισμός δίδασκε ότι το σύμπαν είναι ενιαίο, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπων μεσολαβούν ενδιάμεσα όντα, αγαθοποιά (άγγελοι) και κακοποιά (δαίμονες), ότι υπάρχουν άφθονες ψυχές εν αναμονή, οι οποίες μπαίνουν στα σώματα των ανθρώπων κατά τη γέννηση τους, συνοδευόμενες όμως από αγγέλους ή δαίμονες κατά περίπτωση. Οι δύο θεμελιώδεις αρχές του ερμητισμού ήταν: η αποφυγή των κακών πράξεων (μη κακόν είναι) και ότι ο Θεός είναι ανεύθυνος για τις δυστυχίες των ανθρώπων (αιτία ελομένου, θεός αναίτιος).

Τέλος την ίδιαν εποχή αρχίζει να διαδίδεται πρώτα στις μεγάλες εξελληνισμένες πόλεις της Ανατολής, της Συρίας, της Μικρασίας, της Αιγύπτου αλλά και στην ίδια τη Ρώμη, ο Χριστιανισμός. Οι πρώιμοι Χριστιανοί, (όπως άρχισαν να ονομάζονται οι πιστοί του Ιησού του Ναζωραίου κατά τις πρώτες δεκαετίες που ακολούθησαν τον ιουδαϊκό πολεμο), ανήκαν σε όλα τα στρώματα της ρωμαϊκής κοινωνίας και δε ζούσαν ξεκομένοι από τον κόσμο(22). Διατηρούσαν τις συγγενικές, φιλικές ή κοινωνικές σχέσεις με τους Εθνικούς συμπολίτες τους, τις οποίες είχαν πριν ασπαστούν τη νέα πίστη. Παίρναν μέρος στις γιορτές τους και σύχναζαν σε θέατρα και δημόσια θεάματα(23). Οι σχέσεις αυτές, Χριστιανών και Εθνικών, συχνά επισφραγίζονταν με μεικτούς γάμους και πολλές φορές οδηγούσαν σε νέους προσηλυτισμούς και στις περιπτώσεις αυτές μαζί με τον αρχηγό της οικογενείας προσχωρούσαν στη νέα θρησκεία όλα τα μέλη της, άλλοτε όμως προκαλούσαν την εχθρότητα κάποιων αδιάλλακτων χριστιανών προφητών, που δε δίσταζαν να εξομοιώσουν με πορνεία τα κοινά δείπνα Εθνικών και Χριστιανών(24).

Οι Χριστιανοί, οργανωμένοι σε αδελφότητες, που τις ονόμαζαν εκκλησίες, είχαν ακόμη υποτυπώδη και ασυστηματοποίητη συγκρότηση. Επικεφαλής των εκκλησιών ήταν οι πρεσβύτεροι (τα πιο ηλικιωμένα δηλαδή μέλη) τους οποίους βοηθούσαν οι διάκονοι. Κατά τα μέσα του αιώνα εμφανίζονται οι επίσκοποι, πρεσβύτεροι με οικονομικές στην αρχή αρμοδιότητες, δεν είχε όμως ακόμη παγιωθεί κάποια ιεραρχία στην ηγεσία των εκκλησιών, ούτε είχαν ακόμη εμφανιστεί ειδικοί ευκτήριοι οίκοι, όπου συγκεντρώνονταν οι πιστοί, όπως ήταν οι συναγωγές των Ιουδαίων. Οι συναθροίσεις (εκκλησίες) των Χριστιανών εξακολουθούσαν να γινονται είτε σε σπίτια πλουσίων ομοπίστων τους είτε στην ύπαιθρο, και αυτό πολύ συχνά προκαλούσε την καχυποψία των Εθνικών συμπολιτών τους ή των κρατικών αρχών.

Εν τούτοις δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι κατά τον 2ον αιώνα υπήρξαν συστηματικοί και εκτεταμένοι διωγμοί των Χριστιανών εκ μέρους των αρχών. Βεβαίως το Ρωμαϊκό κράτος δεν θεωρούσε τις εκκλησίες των Χριστιανών νόμιμες εταιρείες, όπως τις αδελφότητες, τους θιάσους τα κολλέγια άλλων μυστηριακών λατρειών και πίστεων αλλά δεν προχωρούσε σε συστηματικές διώξεις εναντίον τους. Εκτός από τον διωγμό επί Νέρωνος, (για τον οποίο οι μόνες πληροφορίες που έχουμε προέρχονται από τους μεροληπτικούς και προκατειλημμένους Τάκιτο και Σουητώνιο, που έγραψαν άλλωστε πενήντα και εξήντα χρόνια μετά), ο Δομιτιανός εξόρισε μικρό αριθμό Χριστιανών αλλά σύντομα ανακάλεσε την απόφασή του, ενώ επί Τραϊανού θανατώθηκαν μερικές δεκάδες πιστών μεταξύ των οποίων και δύο ηγέτες των εκκλησιών, ο Ιγνάτιος της Αντιοχείας και ο Συμεών των Ιεροσολύμων. Επί Αδριανού έγιναν περιορισμένες διώξεις Χριστιανών στις πόλεις της Αυτοκρατορίας αλλά οι εκκλησίες της Παλαιστίνης δεν εξοντώθηκαν από τις κρατικές διώξεις της εποχής εκείνης αλλά διότι βρέθηκαν μεταξύ δύο πυρών: των μαχητών του Μπαρ Κοχεβά που τους θεωρούσαν αποστάτες και των ρωμαϊκών δυνάμεων καταστολής, οι οποίες δε μπορούσαν να τους διακρίνουν από τους Ιουδαίους επαναστάτες. Επί Αντωνίνου του Ευσεβούς έγιναν τοπικοί διωγμοί στις πόλεις της Ασίας, με αποκορύφωμα τη θανάτωση του Πολυκάρπου, προκαθήμενου της εκκλησίας στη Σμύρνη. Τέλος διωγμοί σημειώθηκαν επί Μάρκου Αυρηλίου στις πόλεις της Γαλατίας Λούγδουνο και Βιέννη, ενώ επί Κομμόδου κανείς Χριστιανός δεν ενοχλήθηκε.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι Καίσαρες της δυναστεία;ς των Αντωνίνων (Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος ο ευσεβής και Μάρκος Αυρήλιος), οι οποίοι γενικώς θεωρούνται από τους ιστορικούς φιλελεύθεροι, φωτισμένοι και πράοι, ανέχθηκαν ή και ευνόησαν διώξεις και θανατώσεις Χριστιανών ενώ Καίσαρες θεωρούμενοι τυραννικοί και αιμοχαρείς, όπως ο Δομιτιανός και ο Κόμμοδος, δεν βαρύνονται ούτε με μία θανάτωση Χριστιανού σε όλη τη διάρκεια της ηγεμονίας τους.

___________________________________

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ε. R. Dodds Χριστιανοί και Εθνικοί σε εποχή αγωνίας σ. 2 G.E.M. Saint Croix Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο σ. 3 Γουίλ Ντυράν Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού τομ. 3ος σ. 4 Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ.128-130 και 136-137 5 Γουίλ Ντυράν Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού τομ. 3ος σ. 6 Ε. R. Dodds Χριστιανοί και Εθνικοί σε εποχή αγωνίας σ.. 23 7 Κόσμος = Στολίδι και Τάξη 8 Ε. R. Dodds Χριστιανοί και Εθνικοί σε εποχή αγωνίας σ..25 9 Πρωταγόρας: Χρημάτων πάντων μέτρον {άνθρωπος 10 Σοφοκλής: πολλά τά δεινά κ’ ουδενός ανθρώπου δεινότερον 11 Μάρκος Αντωνίνος (Αυρήλιος) [στον E.R. Dodds σ.30] 12 Παύλος Ρωμ ς’ 1-11 Εφεσ. ς’12 13 Παύλος Γαλ. γ’ 28, Á΄Κορ. ιβ’13 14 Μαρκος Αντωνίνος Εις Εαυτόν σ. 15 Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα, 125.6 16 Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ. 17 στο ίδιο σ. 18 Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ. 19 Γουίλ Ντυράν Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού τομ. 3ος σ. 20 Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ. 182 και 185 , Σ. Αγουρίδης Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην σ.229 21 Στον ερμητισμό οφείλει πολλά η χημεία, εφ΄όσον η “χυμευτική”, πρόδρομος της αλχημείας ήταν “ερμητική” τέχνη. 22 Δημ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 202-203 23 Δημ. Κυρτάτας Επίκρισις σ. 20 24 Σ. Αγουρίδης Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης σ. 211

* Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο sarantakos.com με την άδεια του Νίκου Σαραντάκου

____________________________________

Ο Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929 από πατέρα Μανιάτη και μητέρα Μυτιληνιά και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 2011 στην Αθήνα. Τελείωσε το 1ο Γυμνάσιο Μυτιλήνης και σπούδασε χημικός μηχανικός στο Ε.Μ.Πολυτεχνείο. Εργάστηκε στη βιομηχανία, στην τεχνική εκπαίδευση, στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού και στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία και συνταξιοδοτήθηκε. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: «Στοιχεία Χημείας», Αναξαγόρας, Πειραιάς 1958, «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά», Αθήνα 1964, «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», Αθήνα 1987, «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα», Αθήνα 1991, «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», Ερατώ, Αθήνα 1996, Οι εσταυρωμένοι σωτήρες: Ο ζηλωτής, ο πρίγκηπας και ο διδάσκαλος», Εντός 1999, «Τα έπη των Αριμασπών», Βιβλιοπέλαγος 2004, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον παράδεισο», Το Φιστίκι 2006, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους», 2008, «Μαθητές και δάσκαλοι», 2008, «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;», 2010, «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων», 2011. Υπήρξε βασικός συνεργάτης της τελευταίας έκδοσης (1975-1980) του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ηλίου». Από το 1989 άρχισε να εκδίδει στην Αίγινα τη μηνιαία σατιρική εφημερίδα «Το Φιστίκι».