«Ποιήματα για την Άλωση της Πόλης» της Αντιγόνης Καρύτσα«Ποιήματα για την Άλωση της Πόλης»

Στις 29 Μαΐου 1453, ημέρα Τρίτη, η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών έπειτα από 54 μέρες πολιορκίας (από τις 6 Απριλίου). Mε αρχηγό τους το σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ κατορθώνουν να υλοποιήσουν τον ευσεβή πόθο τους, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα μνημεία της και σταδιακά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

Η Άλωση αποτέλεσε θέμα έμπνευσης τόσο για τους ανώνυμους δημιουργούς του δημοτικού τραγουδιού που σε πολλούς θρήνους αποδίδεται με μελανά χρώματα και ζοφερές εικόνες η «απώλεια» της Πόλης για τον ελληνικό κόσμο όσο και για αρκετούς νεοέλληνες ποιητές.

Στο δημοτικό τραγούδι «της Αγιά Σοφιάς», η Άλωση παρουσιάζεται ως θέλημα του Θεού που εκ στόματος αρχαγγέλου ανακοινώνεται στους Βυζαντινούς. Οι πιστοί πρέπει να φροντίσουν για τη διάσωση των θρησκευτικών τους συμβόλων, του Σταυρού, του Ευαγγελίου και της Αγίας Τράπεζας ενώ το ποίημα κλείνει με την εικόνα των δακρυσμένων εικόνων και της κυρά – Δέσποινας με τους χαρακτηριστικούς στίχους που αποτέλεσαν παράλληλα και ενδόμυχη ευχή όλων των χριστιανών: «Σώπασε Κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ναι».

Σε ένα θρήνο για την άλωση της Κωνσταντινούπολης περιγράφεται ο χαλασμός και η καταστροφή που ακολουθεί την εισβολή των Τούρκων μέσα στην Πόλη από την Κερκόπορτα. «Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης, της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης, έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν, και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας…»

Ενώ στο «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης», θλίψη, κλαυθμός, οδυρμός, στεναγμός και λύπη έχει καταλάβει τους Ρωμανούς γιατί έχασαν την Πόλη, τα σπίτια τους και το καύχημά τους. Ένα καράβι που έρχεται από την αστραποκαμένη Πόλη στα μέρη της Τενέδου φέρνει τα άσχημα, πικρά, δολωμένα μαντάτα για τους χριστιανούς.

Στο «Πάρθεν η Ρωμανία», δημοτικό τραγούδι του Πόντου, ένα αιματοβαμμένο πουλί αναλαμβάνει το ρόλο του αγγελιοφόρου των άσχημων ειδήσεων στην Τραπεζούντα. Μόλις φτάνει εκεί, πηγαίνει στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και αφήνει το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμά να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Μόνο ένα παλικάρι, γιός μιας χήρας, παίρνει την πρωτοβουλία και διαβάζει το άσχημο μαντάτο: «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία». Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια μοιρολογούν για το χαμό της Πόλης, ο γιός της χήρας αφήνει όμως στο τέλος το αισιόδοξο μήνυμα: «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».

Οι νεοέλληνες ποιητές εμπνέονται από το ιστορικό γεγονός και αφιερώνουν τα ποιήματά τους κυρίως στον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ με συχνές αναφορές στους γνωστούς θρύλους.

Ο Γεώργιος Βιζυηνός στο ποίημά του, «Ο τελευταίος Παλαιολόγος», το 1882 αναφερόμενος στο θρύλο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που «κοιμάται», μας πληροφορεί μέσα από το διάλογο μιας γιαγιάς και του εγγονού της, ότι ο αυτοκράτορας θα ξυπνήσει μόλις η νεολαία και ο εγγονός δώσουν τον όρκο της ελευθερίας. Όλοι μαζί θα πολεμήσουν τους Τούρκους και θα τους διώξουν πέρα από την Κόκκινη Μηλιά. Ο ποιητής αξιοποιεί δύο από τους πιο γνωστούς θρύλους, του μαρμαρωμένου βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς.

Με το ίδιο θέμα ασχολήθηκε και ο αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης. Στα ποιήματά του «Πάρθεν», το 1921 όπου αναμοχλεύει την είδηση για το χαμό της Πόλης και αναφέρεται στο δημοτικό τραγούδι του Πόντου, «Πάρθεν η Ρωμανία» ενώ το 1923 στο «Θεόφιλος Παλαιολόγος» αποτυπώνει το θάνατο του αυτοκράτορα, δίνοντας έμφαση στα τραγικά λόγια του ξαδέρφου του Κωνσταντίνου, Θεόφιλου ο οποίος μονολόγησε «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν»,όταν ο Κωνσταντίνος είπε σ’ αυτούς που τον περιέβαλαν πριν την τελική επίθεση των Οθωμανών :«Όποιος θέλει και μπορεί να σώσει τον εαυτό του ας το κάνει και όποιος είναι έτοιμος να αντικρύσει τον θάνατο ας με ακολουθήσει».

Ο Κώστας Καρυωτάκης, στο ποίημά του «Μαρμαρωμένε Βασιλιά», αναφέρεται στον ένδοξο θάνατο του Παλαιολόγου, του Τρανού, όπως ο ίδιος τον ονομάζει και επισημαίνει πως ο θρήνος δεν ταιριάζει στο πρόσωπό του. Στην τελευταία στροφή, απευθύνεται στον ίδιο και του υπενθυμίζει πως δε θα αργήσει η μέρα της λευτεριάς, αναφερόμενος στο θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά και στην ελπίδα επιστροφής των χαμένων εδαφών.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο «Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» σκιαγραφεί το χαρακτήρα του αυτοκράτορα: σκληροτράχηλος, περήφανος και αποφασιστικός με δυναμικό βλέμμα που ξεχώριζε από τους άλλους ανθρώπους και αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με αξιοπρέπεια, ήταν ικανός ρήτορας και δε τον φόβιζε ο θάνατος παρόλο που είχε να αντιπαλέψει χιλιάδες εχθρούς. Ο Ελύτης δε διστάζει να τον αποκαλέσει «ο τελευταίος Έλληνας» σ’ αυτό το ποίημά του που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Τα Ετεροθαλή» το 1974 και αποτελεί παράλληλα έπαινο και θρήνο για το ιστορικό πρόσωπο.

Το γεγονός της Αλώσεως, τραυματικό και οδυνηρό, συνεχίζει να συγκινεί αλλά στη νεότερη ποίηση περνά σε δεύτερο επίπεδο καθώς πρωταγωνιστικό ρόλο πλέον έχει η μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Αντιγόνη Καρύτσα*
Φιλόλογος

© schooltime.gr  Ροή Ειδήσεων