Γιαγιά... «δεν θα ξεχάσω». Της Γιώτας ΙωακειμίδουΓιαγιά… «δεν θα ξεχάσω»

Γιώτα Ιωακειμίδου 

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 

Ήσουν στα 27 σου χρόνια γιαγιά, μητέρα πέντε παιδιών, όταν μια μέρα ενώ ήσουνα στο χωράφι έφτασε η φοβερή είδηση, έρχονται οι Τσέτες, πρέπει να πάρεις τα παιδιά σου και να φύγεις, ο άντρας σου αντάρτης στα βουνά του Πόντου εδώ και καιρό.

Πανικός στο χωριό, κλάματα, μοιρολόγια, κατάρες για τους άπιστους, κοίταζες το σπίτι σου που έπρεπε να αφήσεις, το βιος σου, την ζωή σου… αλλά έπρεπε να σώσεις τα παιδιά σου και να σωθείς. Ανέβηκες μαζί με την οικογένεια σου πάνω σε ένα κάρο με ένα μπόγο ρούχα, τις εικόνες και την ψυχές σας.

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του χαμού, που πηγαίνατε γιαγιά; …κανείς δεν ήξερε …Απομακρύνθηκες από το χωριό σου σπαράζοντας, για μέρες, μήνες, χρόνια πορευόσουνα σε άξενες περιοχές, πολλές φορές με τα πόδια, γιατί τα κουρασμένα ζώα δεν άντεχαν το βαρύ φορτίο… κάποιοι άλλοι, λιγότεροι τυχεροί έχαναν τα ζώα και ζεύονταν οι ίδιοι στα κάρα για να συνεχίσουν το ταξίδι στο άγνωστο…

Κανείς δεν σας είπε που πάτε και τι θα απογίνετε, οι γέροι πέθαναν και τους θάβατε σε μέρη ξένα, δεν είχατε χρόνο ούτε να τους θρηνήσετε… αποθηριώνεται ο άνθρωπος και εξαθλιώνεται σε ακραίες συνθήκες. Χάθηκαν όλα τα παιδιά σου σε αυτό το οδοιπορικό θανάτου, έμεινες πια μόνη σου μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό σου, οι μόνοι από μια πολυμελή οικογένεια.

Μετά από πορεία περίπου δυο χρόνων φτάνεις απέναντι από την Κύπρο, εκεί συνειδητοποιείς ότι τελειώνει το ταξίδι και θα έρθεις στην μάνα Ελλάδα, η οποία σας φέρθηκε όμως σαν μητριά. Τα άφησες όλα πίσω σου, πατρογονικά, ζώα, χωράφια και κυρίως τα κόκκαλα των αγαπημένων σου, πέντε παιδιά και άντρα, το εισιτήριο της σωτηρίας «είχε μόνον το όνομα σου».

Μπήκες στο πλοίο, στοιβάχτηκες σαν τις σαρδέλες, σε συνθήκες απαξιωτικές για την ανθρώπινη υπόστασή σου, πολλοί πέθαναν επάνω στο πλοίο από πείνα και αρρώστιες, τους έψελναν οι παπάδες και τους πετούσαν στην θάλασσα… άντεχες ακόμα γιαγιά, ήσουν από ατσάλι. Πεινασμένη, ταλαιπωρημένοι αποβιβάστηκες στο «καραπουρνού» στην Θεσσαλονίκης και από εκεί τράβηξες με τα πόδια στην Δυτική Μακεδονία ακολουθώντας τους συγχωριανούς σου.

Έσφιγγες τα χείλη, ήθελες να ζήσεις, η ζωή σου χρωστούσε νέα οικογένεια με τον επίσης χήρο παππού μου, τι και αν σε περνούσε κοντά 30 χρόνια; Βρήκες τον άνθρωπό σου, έκανες ξανά παιδιά 4 τέσσερα, με πρωτοπαίδι τον πατέρα μου, αλλά ο παππούς μεγάλος σε ηλικία σε άφησε ξανά χήρα πολύ σύντομα. Έτσι πορεύτηκες στην υπόλοιπη ζωή σου και μας περιέβαλες με μια μεγάλη αγάπη μέχρι που πέθανες στα 97 σου χρόνια… Ο αδελφός μου που είχε το όνομα του άντρα σου ήταν ο φύλακας άγγελος σου στα γεράματά σου…