«Τα Αρχαία Ελληνικά και… οι δυσκολίες τους» του Άρη Ιωαννίδη«Τα Αρχαία Ελληνικά και… οι δυσκολίες τους»

Άρης Ιωαννίδης

 

Γράφει ο Άρης Ιωαννίδης

Πόσοι από εμάς τους φιλολόγους δεν έχουμε βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο πολύ αφελές και συνάμα «επικίνδυνο» – για διάφορους λόγους – ερώτημα των παιδιών: «Γιατί μαθαίνουμε Αρχαία Ελληνικά, μια «νεκρή» – όπως «βλακωδώς» πολύ την αποκαλούν, και δεν αναφέρομαι βέβαια στα παιδιά – γλώσσα; Πού θα μας χρησιμεύσει στη ζωή μας…;» Και όταν λέω «να προσπαθήσουμε», δεν εννοώ βέβαια ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να δώσουμε μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη απάντηση, αλλά εννοώ ότι το εγχείρημά μας αυτό δύσκολα θα συναντήσει αποδέκτες, καθώς ίσως κάποιοι «φρόντισαν» στο παρελθόν να μπολιάσουν για τα καλά στο αθώο μυαλό των παιδιών μας αυτή την άποψη.

Αποκαλούν «νεκρή» μια γλώσσα που προικοδότησε όλη την ανθρωπότητα με έναν υγιή τρόπο σκέψης, μια ανθρωποκεντρική θεώρηση όλων των πραγμάτων, έννοιες και λέξεις που καθημερινά χρησιμοποιούνται σε κάθε σημείο της υφηλίου και προπαντός ένα προσεγμένο συντακτικό και μια φροντισμένη γραμματική. Αποκαλούν «νεκρή» μια γλώσσα, που λόγω του πλούτου της έχει κάνει να φαντάζουν πολύ φτωχές όλες οι υπόλοιπες γλώσσες. Αποκαλούν «νεκρή» μια γλώσσα που κάθε της λέξη αποτυπώνει πλήρως αυτό για το οποίο πλάστηκε να δηλώνει. Αποκαλούν «νεκρή» μια γλώσσα, της οποίας χρησιμοποιούμε τις ίδιες ακριβώς λέξεις που χρησιμοποιούσαν στον καθημερινό τους λόγο πριν πολλούς αιώνες οι προγονοί μας. Τι άλλο, λοιπόν, πρέπει να πούμε σε αυτά τα παιδιά – και όχι μόνο – για να αποδείξουμε ότι τα Αρχαία Ελληνικά κάθε άλλο παρά «νεκρή» γλώσσα είναι, παρά μια «ολοζώντανη», παραγωγική και δημιουργική γλώσσα.

Ο λόγος ίσως που τα παιδιά μας αντιμετωπίζουν κάπως «εχθρικά» τη μητρική τους γλώσσα έχει να κάνει με τον τρόπο διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία μας. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι πέτυχαν, ώστε μέσα από ένα αρχαίο κείμενο ο μαθητής να χάνει όλη τη «μαγεία» που μπορεί να προκύψει απ’ αυτό, όλα τα βαθύτερα διαχρονικά μηνύματα, που απορρέουν και το βασικότερο όλη την ουσία του. Αναλωνόμαστε καθημερινά με τους μαθητές μας σε μια σχολαστική πολλές φορές – κατά την ταπεινή μου άποψη – συντακτική και γραμματική προσέγγιση και ανάλυση του κειμένου, χάνοντας ό,τι καλύτερο μπορεί αυτό να μας προσφέρει, που δεν είναι άλλο από τον τρόπο σκέψης ενός ανώτατου και προηγμένου ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, του αρχαιοελληνικού.

Όμως, δυστυχώς, όσο καλή διάθεση και να έχουμε, ώστε να ωθήσουμε το παιδί σε αυτού του είδους προσέγγιση του αρχαιοελληνικού κειμένου, οι προσπάθειές μας δε βρίσκουν συνήθως την πρέπουσα ανταπόκριση, καθώς όλοι μας ανεξαιρέτως είμαστε εγκλωβισμένοι σ’ ένα καθαρά εξετασιοκεντρικό και βαθμοθηρικό σύστημα εκπαίδευσης, όπου το σχολείο δεν αποτελεί παρά προθάλαμο του πανεπιστημίου και τίποτα περισσότερο. Κύριος και πρωταρχικός στόχος του δεν είναι παρά η προετοιμασία επιστημόνων και δυστυχώς όχι ανθρώπων. Και σε αυτό δεν ευθύνονται τα παιδιά.

Αυτός είναι ο λόγος που καθιστά το εγχείρημά μας αρκετά δύσκολο, καθώς έχει να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα ανυπέρβλητα εμπόδια, που έχουν διαμορφώσει μια πολύ αρνητική – έως κι εχθρική θα λέγαμε – εικόνα των Αρχαίων Ελληνικών στην αθώα συνείδηση των παιδιών μας.