Συζήτηση του Θέμη Κοτσιφάκη με τον Βασίλη Συμεωνίδη για το schooltime.gr

 Ο Θέμης Κοτσιφάκης είναι πρόεδρος της ΟΛΜΕ, υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ

Είσαι πρόεδρος της πιο πολυπληθούς ίσως συνδικαλιστικής ομοσπονδίας και τώρα υποψήφιος ευρωβουλευτής. Επιδιώκεις να δραστηριοποιηθείς στο χώρο της πολιτικής. Τι σε διαφοροποιεί από άλλες περιπτώσεις συνδικαλιστών στους οποίους καταλογίζεται ότι “εξαργύρωσαν” την δράση τους;

Έχουμε όντως πολλά αρνητικά παραδείγματα συνδικαλιστών που πέρασαν στην πολιτική μεταβάλλοντας την προσωπική τους στάση και προδίνοντας αυτά που έλεγαν και ίσως πίστευαν πριν πολιτευτούν. Έχουμε όμως και αντίστοιχα παραδείγματα συνδικαλιστών που υπηρέτησαν μετέπειτα τις ίδιες αξίες και από άλλες θέσεις. Δεν είμαστε ίδιοι όλοι οι συνδικαλιστές, όπως δεν είναι ίδιοι όλοι οι δημοσιογράφοι, όλοι οι πολιτικοί, όλοι οι γιατροί, όλοι οι εκπαιδευτικοί, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όλοι οι Έλληνες. Αυτή η ισοπεδωτική αντίληψη, που εκφράζει μια τυφλή οργή και μια γενικευμένη καχυποψία, είναι επιζήμια για την κοινωνία μας.

Ειδικότερα στη δική μου περίπτωση, δεν πέρασα, όπως λέτε, στην πολιτική σαν άλλος ένας συνδικαλιστής που εξαργυρώνει τη δράση του. Ο λόγος που συμπεριλήφθηκα στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι στο πρόσωπό μου κρίθηκε ότι εκπροσωπείται ο αγώνας ενός ολόκληρου κλάδου και ιδίως το κομμάτι του που χτυπήθηκε πιο βάναυσα, οι εκπαιδευτικοί της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για να οδηγηθούν στην απόλυση. Γιατί, όπως ίσως γνωρίζετε, είμαι ανάμεσα στους πρώτους 85 εκπαιδευτικούς που απολύθηκαν ήδη από τις 22/3/14. Και επέλεξα να μην καλυφθώ πίσω από την συνδικαλιστική προστασία, αλλά να εκτεθώ στο πρόβλημα ισότιμα με όλους τους συναδέλφους. Η κυβέρνηση απέδειξε πως δεν έχει όρια..

Εκτός από την Εκπαίδευση, έχεις εργαστεί και στο χώρο της Υγείας. Πώς συσχετίζονται οι δύο τομείς; 

Το πρώτο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι η Υγεία και η Παιδεία είναι οι πιο βασικοί πυλώνες δημόσιων αγαθών οι οποίοι πλήττονται βάναυσα από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας που υλοποιεί η συγκυβέρνηση υπακούοντας στις εντολές της τρόικας. Και είναι αυτοί δύο τομείς που η σωστή λειτουργία τους συνδέεται άμεσα με την επιβίωση των πιο ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων. Κάποιες φορές μάλιστα τα πλήγματα που δέχονται είναι τόσο λυσσαλέα, που ξεπερνούν τη δημοσιονομική λογική και, αντίθετα με τις προθέσεις που προβάλλονται, επιφέρουν και αρνητικές συνέπειες στο όνομα των λεγόμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επίσης αφήνουν πίσω τους αμέτρητα θύματα. Δυστυχώς.

Από εκεί και πέρα, σε μια δεύτερη ανάγνωση, τα μαθήματα που δίδαξα στην Εκπαίδευση βρίσκονταν σε άμεση σχέση το αντικείμενο των σπουδών μου, πάνω στο οποίο εργάστηκα πριν εγκαταλείψω την υγεία και διοριστώ στην εκπαίδευση, ξεκινώντας από την αρχή. Και οι δύο αυτοί τομείς υπηρετούν τον άνθρωπο και ασκούν σημαντική επίδραση στη σωματική αλλά και την ψυχική του ευρωστία καθώς και την μελλοντική του εξέλιξη και πρόοδο. Η εκπαίδευση έχει αυτή τη μαγική ανθρώπινη σχέση μαθητή – εκπαιδευτικού που δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Αξίζει να μάχεσαι και να αγωνιάς για τα νέα παιδιά, από τα οποία καθημερινά μαθαίνεις. Και σε επιβραβεύουν με τον τρόπο τους όταν αντιλαμβάνονται ότι είσαι κοντά τους.

Αν έκανες σύντομη ανασκόπηση της συνδικαλιστική πορείας σου στην Εκπαίδευση, σε ποια γεγονότα θα στεκόσουν για να σκιαγραφήσεις την εξέλιξη της εκπαιδευτικής πολιτικής;

Ένα γεγονός που αποτέλεσε σταθμό ήταν η μεταρρύθμιση του 1997, που επιχείρησε να επιβάλει ο τότε Υπουργός Παιδείας Γερ. Αρσένης. Δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση και αναταραχή, κατάφερε ένα καίριο κτύπημα στην ΤΕΕ και πλήγωσε τη γενική εκπαίδευση συνδέοντάς την άρρηκτα με έναν εξεταστικό μαραθώνιο εις βάρος της μάθησης, της παιδαγωγικής ελευθερίας και της δημιουργίας. Κι αυτή η λεγόμενη μεταρρύθμιση άφησε πίσω της θύματα. Ας μην ξεχνούμε πόσα παιδιά τότε υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το Λύκειο. Προσπάθησα να καταγράψω όλη αυτή τη κρίσιμη περίοδο μέσα από όσα βιώσαμε μαθητές και καθηγητές των τεχνικών σχολείων με το βιβλίο μου «1997 και επτά, η μεγάλη περιπέτεια της ΤΕΕ» που κυκλοφόρησε το 2004.

Από εκεί και πέρα, η λαίλαπα που ξέσπασε με τη χρεοκοπία της χώρας και την υπαγωγή της στο ΔΝΤ και τις ορέξεις των αγορών και των διαβόητων εταίρων/δανειστών, έριξε  την εκπαίδευση σε ένα σπιράλ θανάτου, με τις συνεχείς περικοπές, τον αντιεκπαιδευτικό και αντιπαιδαγωγικό χαρακτήρα των μέτρων που λήφθηκαν και συνεχίζουν να λαμβάνονται, το αυταρχικό και αντιδημοκρατικό πνεύμα της πολιτικής που εφαρμόζεται, την ενίσχυση των αποκλεισμών και της ταξικότητας της εκπαίδευσης, τις απολύσεις των εκπαιδευτικών. Όπως καταλαβαίνεις, μια πολιτική συγκυρία με τέτοια χαρακτηριστικά δεν είναι δυνατό παρά να σφραγίζει ανεξίτηλα και το συνδικαλιστικό κίνημα.

Τη φετινή χρονιά και από τη στιγμή που εκλέχτηκα πρόεδρος της ΟΛΜΕ, οι εξελίξεις με την κατάργηση των 50 ειδικοτήτων της ΤΕΕ και τις διαθεσιμότητες, ανέτρεψαν κυριολεκτικά τη ζωή μας. Συνειδητοποιήσαμε ως κλάδος, όπως και η ελληνική κοινωνία συνολικά, πως τα αιτήματά μας είναι πολιτικά. Έτσι αντιλαμβανόμαστε πλέον πως αν δεν γίνει ανατροπή αυτής της βάρβαρης πολιτικής λιτότητας και περικοπών δεν υπάρχει περίπτωση να δικαιωθούν οι αγώνες μας.

Η πιο συγκλονιστική στιγμή που ζήσαμε αυτά τα χρόνια ήταν αναμφίβολα η δολοφονία του συναδέλφου μας Νίκου Τεμπονέρα, που έδωσε τη ζωή του αγωνιζόμενος για μια καλύτερη εκπαίδευση σε μια καλύτερη κοινωνία.

Θέμη, ας πάμε το ημερολόγιο έναν χρόνο πίσω. Μάιος 2013: απεργία που δεν έγινε. Ιούλιος 2013: αιφνίδιες διαθεσιμότητες εκπαιδευτικών. Σεπτέμβριος 2013: μία απεργία που έληξε νωρίς. Για ποιον λόγο οι εκπαιδευτικοί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τις μεθοδευμένες επιλογές της εκπαιδευτικής πολιτικής;

Για τον ίδιο λόγο που ο λαός μας παρακολουθεί συχνά μουδιασμένος την καταστροφή που σαρώνει τη χώρα μας και τις ζωές μας, για τον ίδιο λόγο που ασφυκτιά κάτω από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα του δόγματος του σοκ, παλεύοντας να πάρει ανάσα. Οι εκπαιδευτικοί, παρά τις ιδιαιτερότητές τους, είναι κι αυτοί μέρος της κοινωνίας. Και οι αγώνες που αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο δεν συσπείρωσαν σε μια ενιαία κινητοποίηση το σύνολο των εργαζομένων.

Υπάρχουν όμως και ειδικότερες αιτίες. Ο κλάδος μας συκοφαντείται και διασύρεται συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εκπαιδευτικοί ενοχοποιούνται για όλα τα δεινά της εκπαίδευσης. Σπάνια ή ποτέ δεν προβάλλεται η θετική συμμετοχή τους. Τα αιτήματά τους συναντούν την πλήρη άρνηση και περιφρόνηση της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Συχνά υφίστανται μια τέτοιας έκτασης ενορχηστρωμένη επίθεση και συκοφάντηση, που κανείς εύλογα αναρωτιέται για ποιο λόγο γίνεται κάτι τέτοιο και ποιον ωφελεί. Κι από την άλλη μεριά υπάρχουν οι παθογένειες και οι αδυναμίες του συνδικαλιστικού μας κινήματος, η οικονομική εξαθλίωση ιδιαίτερα των νεότερων συναδέλφων μας και οι απολύσεις. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν τη σημασία τους γι’ αυτές τις εξελίξεις.

Όμως, μέσα σε όλα αυτά, πρέπει κανείς να τονίσει τα θετικά που υπάρχουν. Οι εκπαιδευτικοί έχουν δώσει ένα μεγάλο αγώνα τους τελευταίους μήνες. Έναν αγώνα που είχε τις νίκες του, έστω κι αν ήταν μικρές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ψευδεπίγραφη «αξιολόγηση» που επιχειρεί να επιβάλει το Υπουργείο Παιδείας. Η αντίσταση των εκπαιδευτικών ήταν τέτοια, που ανάγκασε τον Υπουργό να εγκαταλείψει τη ρητορεία περί συναίνεσης των εκπαιδευτικών και απομόνωσης της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας. Και όταν αντιλήφθηκε ότι αντιμετώπιζε μια ενδεχόμενη ήττα, κατέφυγε στο «εντέλλεσθε» και στις συνηθισμένες πια απειλές για πειθαρχικές διώξεις, αργίες και απολύσεις. Αυτό που κρατά σήμερα το δημόσιο σχολείο «στα πόδια του» είναι το μεράκι και η επιμονή των εκπαιδευτικών μας, που με τη συνεχή προσφορά τους, τα μαθήματα αλληλεγγύης και την με κάθε τρόπο στήριξη των μαθητών τους κρατούν με νύχια και με δόντια τη συνοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αν οι εκπαιδευτικοί έχουν διδάξει κάτι τον τελευταίο καιρό τους μαθητές τους, αυτό είναι η Αξιοπρέπεια.

Ακολούθησε η φετινή σχολική χρονιά, κατά την οποία το Υπουργείο προωθεί την αξιολόγηση. Γιατί το συνδικάτο απορρίπτει την αξιολόγηση όπως νομοθετήθηκε; Θα μπορούσε να υπάρξει ένα αποδεκτό μοντέλο αξιολόγησης;

Κάθε λογικός άνθρωπος θα υποστήριζε οποιαδήποτε προσπάθεια να αξιοποιηθούν τα δεδομένα της επιστήμης και της έρευνας για να βελτιωθεί η εκπαίδευση που παρέχουμε στη νέα γενιά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Η κυβέρνηση θεώρησε επωφελές για τις επιδιώξεις της να ψηφίσει ένα σύστημα αξιολόγησης, όπως το χαρακτηρίζει, των εκπαιδευτικών που θα της έλυνε τα χέρια προκειμένου να απολύει κατά το δοκούν τους εκπαιδευτικούς ή να παρεμποδίζει τη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξή τους. Ένα τέτοιο αυταρχικό και αντιδημοκρατικό νομοθέτημα κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να αποδεχτεί. Και το απορρίπτει ο εκπαιδευτικός κόσμος, όπως και η Συνομοσπονδία των Γονέων, γιατί συνδέεται άρρηκτα με την πολιτική της λιτότητας και των περικοπών. Δεν αποσκοπεί στη βελτίωση, αλλά στη συρρίκνωση της δημόσιας εκπαίδευσης.  Στόχος του είναι η κατηγοριοποίηση των σχολείων που θα οδηγήσει σε συρρίκνωση και κλείσιμο αρκετά από αυτά αλλά η δημιουργία νέων «δεξαμενών» για διαθεσιμότητες και απολύσεις εκπαιδευτικών. Οι σχέσεις των εκπαιδευτικών στο σχολείο θα μετατραπούν σε ζούγκλα κάτω από τη λογική ενός άκρατου και διαλυτικού ανταγωνισμού, θα καταστραφεί η συλλογικότητα στο σύλλογο διδασκόντων και αυτό το κλίμα θα μεταφερθεί και στις σχολικές τάξεις με αρνητικές επιδράσεις και στους μαθητές.

Πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η παρεχόμενη εκπαίδευση;

Η ΟΛΜΕ, όπως ίσως γνωρίζετε, οργάνωσε τον περασμένο Μάρτιο το 10ο Εκπαιδευτικό Συνέδριό της στα Γιάννενα, όπου παρουσίασε μια αναλυτική πρόταση για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη δημόσια εκπαίδευση. Στον πυρήνα αυτής της πρότασης βρίσκονται η διαφύλαξη του δημόσιου, δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης, η επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στα 12 χρόνια, η θεσμοθέτηση του Ενιαίου Σχολείου, η στήριξη της ΤΕΕ και η ουσιαστική αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση. Παράλληλα, διατύπωσε μια σειρά προτάσεων για τη στήριξη και την αναβάθμιση των εκπαιδευτικών.

Σε παρόμοια κατεύθυνση κινούνται και οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Αντανακλά τη βούληση του ΣΥΡΙΖΑ να κρατά ανοιχτό το διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα και να ετοιμάζει τις αναγκαίες μεταρρυθμιστικές αλλαγές σε συνεργασία και όχι σε αντιπαράθεση προς αυτούς. Προέχει όμως στη συγκεκριμένη συγκυρία η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ένα σύνολο άμεσων μέτρων, που θα δώσουν το «φιλί της ζωής» στη δοκιμαζόμενη εκπαίδευση που τόσο το χρειάζεται. Τα μνημονιακά μέτρα έχουν λειτουργήσει ως οδοστρωτήρας και αυτό που θα χρειαστεί αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι έκτακτο πρόγραμμα μέτρων άμεσης ανάγκης. 

Τι θα πρέπει να παρέχει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, όπως το αντιλαμβάνεσαι; Πού είναι και πού πρέπει να είναι προσανατολισμένη η εκπαίδευση;

Η σύγχρονη κοινωνία γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη και απαιτητική. Η επιστήμη και η τεχνολογία διαρκώς εξελίσσονται. Παράλληλα, όμως, έχει ενισχυθεί και η δυνατότητα των ισχυρών του χρήματος να ελέγχουν και να χειραγωγούν τους πολίτες. Γι’ αυτούς τους λόγους πρωταρχικός στόχος της εκπαίδευσης πρέπει να είναι η διασφάλιση μιας γενικής, πολυδιάστατης μόρφωσης σε όλους τους πολίτες. Θα είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα αναπτύξει κάθε νέος άνθρωπος την ικανότητά του να συμμετέχει κριτικά και ενεργητικά στα κοινωνικά δρώμενα, αλλά και να αναπτυχθεί επαγγελματικά στον τομέα που επιθυμεί. Οι ανθρωπιστικές αξίες πρέπει να διατρέχουν όλο το σχολικό πρόγραμμα.

Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ακολουθεί ένα διαφορετικό σχέδιο. Ξεκινώντας από τις αρχές και τις επιδιώξεις του νεοφιλελευθερισμού, ευαγγελίζεται μια κοινωνία του ανταγωνισμού και της σύγκρουσης, όπου θα κυριαρχεί ο ισχυρός, ενώ ο αδύναμος θα αφήνεται να εξοντωθεί. Η εκπαίδευση που προωθεί βασίζεται στον ακραίο ανταγωνισμό και στην αντικατάσταση της ολοκληρωμένης μόρφωσης από την αποσπασματική γνώση και τη βραχυπρόθεσμη κατάρτιση. Στην ουσία, συζητάμε για δυο διαφορετικές κοινωνίες: την κοινωνία των δικαιωμάτων, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, από τη μια, και μια κοινωνία ζούγκλας, από την άλλη. Ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά σε αυτή την κρίσιμη επιλογή στοχεύοντας σε μια κοινωνία ανάπτυξης και προόδου με επίκεντρο τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Στην υπηρεσία αυτού του στόχου θέτουμε την εκπαίδευση.

Πιστεύεις ότι η εκπαίδευση επηρεάζει την κοινωνία, τις δομές και τον τρόπο λειτουργίας; Μήπως απλώς καθρεφτίζει ό,τι συμβαίνει στον κοινωνικό χώρο;

Ουσιαστικά συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο. Από τη μια πλευρά η εκπαίδευση, ως βασικός κοινωνικός θεσμός, καθρεφτίζει τις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις της κοινωνίας. Και αυτές δυστυχώς τις επιβάλλουν σήμερα, σε Ελλάδα και Ευρώπη, μια δράκα ισχυρών του πλούτου. Από την άλλη πλευρά, όμως, η εκπαίδευση είναι κι αυτή ένα πεδίο αντιπαράθεσης και κοινωνικών αγώνων. Χάρη στην πρωτοβουλία εμπνευσμένων δασκάλων, που η κοινωνία μας χρειάζεται σήμερα όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολιτευτική περίοδο, μπορεί το σχολείο να αναλάβει ένα μετασχηματιστικό ρόλο ξυπνώντας συνειδήσεις και καλλιεργώντας την κριτική σκέψη και τη δημιουργική αμφισβήτηση. Και αυτή η συμβολή του εκπαιδευτικού κόσμου στην κοινή προσπάθεια για μια συνολική αλλαγή με θετικό πρόσημο είναι αναντικατάστατη. 

Αν στις 26 Μαΐου έχεις εκλεγεί, με ποιον τρόπο από τη θέση του ευρωβουλευτή θα υπηρετήσεις αποτελεσματικότερα τα εκπαιδευτικά αιτήματα που εκφράζεις;

Το πρώτο πράγμα για το οποίο δεσμεύομαι είναι να συνεχίσω τον αγώνα για την προάσπιση των δικαιωμάτων του κόσμου της εκπαίδευσης και της εργασίας και μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές, είτε εκλεγώ ο ίδιος είτε όχι. Αυτή η πρώτη νίκη θα σημάνει την αρχή του τέλους για την οικονομική και κοινωνική βαρβαρότητα που έχει επιβληθεί στη χώρα μας από τις μνημονιακές πολιτικές. Θα σημάνει ταυτόχρονα και ένα νέο ξεκίνημα για την εκπαίδευση στη χώρα μας.

Αν πάλι η λαϊκή ψήφος με τιμήσει με την εκλογή μου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα έχω ένα ακόμα βήμα για να προωθήσω τους ίδιους στόχους και τις ίδιες επιδιώξεις. Επίκεντρο της προσπάθειάς μου θα είναι μια εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, αλλά και κοινωνικής δικαιοσύνης. Κανένα παιδί, κανένας νέος και νέα έξω από το σχολείο, είναι το σύνθημά μας. Η εμπειρία που έχω αποκτήσει εκπροσωπώντας τους Έλληνες εργαζομένους στην εκπαίδευση μέσα από την συμμετοχή μου στην εκτελεστική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών και τα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη θα αξιοποιηθεί σε αυτή την κατεύθυνση πολλαπλάσια. Και αυτές οι δεσμεύσεις θα αποτελέσουν πυξίδα της δράσης μου. 

_____________________________________________

Ο Θεμιστοκλής (Θέμης) Κοτσιφάκης είναι Πρόεδρος της ΟΛΜΕ, εκπαιδευτικός της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Τέθηκε σε διαθεσιμότητα (Ιούλιος 2013) μαζί με 2.500 εκπαιδευτικούς της ΤΕΕ. Μέλος Εκτελεστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Τμήματος της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Εκπαιδευτικών (ETUCE). Κατοικεί στα Βριλήσσια, κατάγεται από την Κρήτη. Συμμετέχει  ενεργά στα κοινωνικά κινήματα μέσα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εκπαίδευσης και το Alter Summit. Ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση στο χώρο της υγείας και μετέπειτα της παιδείας. Διατέλεσε Πρόεδρος και Γεν. Γραμματέας στο Σύλλογο Εργαζομένων Νοσοκομείου «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ» (1982-1987) και στην Α-Γ ΕΛΜΕ Αν. Αττικής (1996-2002). Συγγραφέας εκπαιδευτικών βιβλίων και επιστημονικών εργασιών. Αρθρογραφεί στον τύπο για θέματα εκπαίδευσης.