«396 λέξεις για την ατιμία των τιμητών» του Βασίλη Συμεωνίδη«396 λέξεις για την ατιμία των τιμητών»

Βασίλης Συμεωνίδης 

Γράφει o Βασίλης Συμεωνίδης

Μ’ αρέσει να αναπαράγω την αφήγηση συναδέρφου. Σε περίληψη: πολλά χρόνια πριν, επέμενε να διδάξει σε τμήμα της Β΄ Λυκείου με μαθητές στους οποίους δίδασκε και την προηγούμενη χρονιά στην Α΄. Ήθελε να συνεχίσει την δουλειά που ξεκίνησε μαζί τους… Έτσι πίστευε τουλάχιστον, επειδή γρήγορα ανακάλυψε ότι από τα πολλά που δίδαξε και που νόμιζε ότι έμαθαν οι μαθητές της ελάχιστα ήταν αυτά που τους είχαν μείνει… Άσε που ορισμένοι δεν θεωρούσαν σημαντικό και είχαν απωθήσει ποιον είχαν στο ίδιο μάθημα την προηγούμενη χρονιά!

Όμως, δυστυχώς η αυτοκριτική διάθεση που εκφράζει η παραπάνω ιστοριούλα δεν ήταν ο κανόνας. Κάτι άλλο κυριαρχούσε, πριν φτάσουμε στο σημείο μηδέν, όπου ο τρόμος επιβάλλει τη σιωπή σε πολλούς. Το κλίμα προετοιμαζόταν και από τα χείλη πολλών καθημερινών συναδέρφων. Το Ίντερνετ προσφέρει εύκολο βήμα. Για παράδειγμα, θυμάμαι κείμενο στο φέισμπουκ στο οποίο εκπαιδευτικός ενοχοποιούσε συνάδερφό του, επειδή κατά την προηγούμενη χρονιά δεν «έβγαλε την ύλη» της ιστορίας. Η ερμηνεία ήταν ότι ο αδιάφορος εκπαιδευτικός δεν νοιαζόταν για την μόρφωση των μαθητών, επειδή προέρχονταν από φτωχά κοινωνικά στρώματα σε μία υποβαθμισμένη γειτονιά μεγαλούπολης. Η λύση, σύμφωνα με το συλλογισμό του συναδέρφου, θα ήταν η αξιολόγηση. Κατά παρόμοιο τρόπο, σε πολλές συζητήσεις, οι καλές προθέσεις στρεβλώνουν και γίνονται άκριτες μομφές εναντίον συναδέρφων.

Έτσι, λοιπόν στο πρόσφατο παρελθόν πολλοί παρουσιάζονται υπέρμαχοι μεγαλόστομων διακηρύξεων, άσχετα αν επρόκειτο για τα πιο φθαρμένα ιδεολογήματα και τις πιο άδικες πρακτικές. Λοιδορούσαν τους πάντες, αλλά ό,τι φαντασιώνονταν ως αξία αμόλυντη στα νέφη των ιδεών τους δεν υπήρχε παρά σαν άθλια πραγματικότητα, που πολύ απείχε από το όνειρό τους.

Περιαυτολογούσαν ασυστόλως και αναγόρευαν διαρκώς τον εαυτό τους σε κριτήριο και μέτρο σύγκρισης. Οι ίδιοι όλα τα έπρατταν κατά την ορθότητα που δικαιολογούνταν αυταπόδεικτα από την φλύαρη και βαρετή ιδεολογία τους. Ήταν συνήθως η σεμνά ντυμένη αξιοκρατία και η δίκαιη κρίση που την υπηρετεί. Οι ίδιοι, υπέρτεροι, καλώς βρίσκονταν όπου βρίσκονταν, σε θέσεις και αξιώματα, και φέρναν αποτελεσματικά σε πέρας κάθε αποστολή. Η δίδυμη της αξιοκρατίας, η αποτελεσματικότητα, που όταν δεν εμφανίζεται πάντα υπάρχει δικαιολογία. Και πάντα κάτι άλλο φταίει, εφόσον η αυτοκριτική και η κριτική είναι αδύνατες για τους τιμητές. Συνήθως φταίνε οι άλλοι. Προσοχή, όχι οι σχεδιαστές, όχι όσοι αποφασίζουν και όσοι ορίζουν το πλαίσιο, αλλά οι όμοιοι άλλοι, που δεν είναι άξιοι και ικανοί όπως οι ίδιοι και το άτιμο εγώ τους.

Κάποιοι απ’ αυτούς τώρα που πλησίασε η ώρα, κατάπιαν τη γλώσσα τους. Τουλάχιστον αυτό είναι παρήγορο.