«Η Επική Διάλεκτος» του Gilbert Murray Η Επική Διάλεκτος 

(Από το βιβλίο του Gilbert Murray «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας», μετ. Σίμος Μενάρδος, εκδ. 1922)

Πρέπει ν’ αναλύσωμεν την διάλεκτον ταύτην και να ίδωμεν την ιστορικήν αυτής ανάπτυξιν.

Αρχαία και μυκτηρισθείσα διαίρεσις της ελληνικής γλώσσης ήτο η εις τέσσαρας διαλέκτους, ιωνικήν, αιολικήν, δωρικήν και «επικήν». Τούτων αι μεν τρεις πρώται, σημαίνουσιν ή εμφαίνουσιν πραγματικάς φυλετικάς διακρίσεις, η δ’ «επική» είναι προδήλως τεχνητόν όνομα. Αλλά και το δηλούμενον πράγμα είν’ επίσης τεχνητόν — γλώσσα, ήν ούτε οι Ίωνες, ούτε οι Δωριείς, ούτε οι Αιολείς ελάλησάν ποτε• πλουσία γλώσσα, ρυθμική και κινητική, πολυσύνθετόν τι όργανον προς έκφρασιν του ηρωικού μύθου• διάλεκτος, ως ελέχθη, υποκειμένη καθ’ εκάστην φράσιν εις τας απαιτήσεις του επικού μέτρου• τα στερεότυπα αυτών επίθετα, οι φραστικοί τύποι, αι τροπαί του λόγου οιονεί βαίνουσιν επί του εξαμέτρου. Αλλά ενώ υπό μίαν έποψιν είναι τεχνητή, εξ άλλου εμποιεί την εντύπωσιν αυτής της φύσεως λαλούσης. Κοιναί και τυχαίαι φράσεις

[Λ 492] ως δ’ οπότε πλήθων ποταμός πεδίονδε κάτεισιν . . . .

{ down from the hills on their head}

[Ο 626]. . . ανέμοιο δε δεινός αήτη| ιστίω εμβρέμεται

{high West wind shouting over a wine-faced sea}

φαίνονται ζωνταναί• δεν αποδίδουσι μεν τον θόρυβον ακριβώς ή τον ήχον, αλλά την όλην αισθητικήν εντύπωσιν χειμάρρου και ανέμου. Αι δε περί ανθρωπίνων αισθημάτων εκφράσεις είν’ έτι μαγικώτεραι•

[τ,18] τέτλαθι δη, κραδίη, και κύντερον άλλο ποτ έτλης.

{Bear, O my heart, thou hast borne yet a harder thing.}

Δεν υποβιβάζομεν λοιπόν την επικήν διάλεκτον, λέγοντες ότι, όπως έχει, δεν είναι γλώσσα, αλλά μείγμα γλωσσικώς ασυμφύλων τύπων, νεωτέρων και πρωτογενών.

Υπάρχουσι πρώτον αττικισμοί. Τύποι καθώς Τυδή, έως, νικώντες μόνον επί αττικής γης ηδύναντο να ειςχωρήσωσιν εις τα έπη και μάλιστα όχι πολύ προ του 500 π. Χ. Τουλάχιστον ταποσπάσματα των νόμων του Σόλωνος φαίνονται εν τω συνόλω αρχαϊκώτερα. Αλλά χάριν ακριβολογίας πρέπει να διακρίνωμεν πρώτον μεν τους αντικαταστατούς αττικισμούς — π. χ. υπάρχουσι στίχοι αρχόμενοι από του έως και μετρικώς επανορθούμενοι μόνον διά του Ιωνικού ήος, είναι δηλ. κατά τάλλα δόκιμοι ιωνικοί στίχοι, ο δε αττικός τύπος απλούν σφάλμα του Αθηναίου βιβλιογράφου, — έπειτα δε τους αναποσπάστους αττικισμούς, δηλ. στίχους, μετρικώς ορθούς, όπως ευρίσκονται, αλλά χωλαίνοντας, εάν οι τύποι τραπώσιν εις ιωνικούς• οι στίχοι ούτοι βεβαίως είναι μεταγενέστεροι, συντεθέντες εν τη Αττική, αφού αι Αθήναι παρέλαβον το έπος.

Υπάρχουσι δε και πολυάριθμοι τύποι νόθοι — δηλαδή απόπειραι, γενόμεναι υπό Αθηναίου ραψωδού ή βιβλιογράφου προς συνδυασμόν δυσνοήτου Ιωνικού τύπου και του ιδίου αττικού, οσάκις ο αττικός δεν ήρμοζεν εις το μέτρον. π.χ. ο ιωνικός ήτο ορέοντες, ο δε αττικός ορώντες, ήτοι τρεις συλλαβαί αντί τεσσάρων• τα ημέτερα κείμενα παρέχουσιν ορόωντες, δηλαδή διέστρεψαν τον αττικόν τύπον διά παρατάσεως του ω. Ομοίως το σπείους είναι απόπειρα προς αντικατάστασιν του ασυναιρέτου σπέεος διά του αττικού σπέους και το ευχετάασθαι είναι παράτασις του ευχετάσθαι. Η γραφή βεβαίως ηκολούθει την προφοράν• ο γραφεύς δηλ. έγραφεν ό,τι έλεγεν ο απαγγέλλων.

Αι τοιαύται μεταβολαί θα συνέβησαν μόνον ότε αι Αθήναι δεν ηδύναντο ν’ αποβλέψωσιν αλλού προς ακριβεστέραν πληροφορίαν, ότε δηλαδή δεν υπήρχον ιωνιστί λαλούντες αοιδοί, ώστε να διορθώσωσι τους Αθηναίους βιβλιογράφους. Μερικοί μάλιστα τότε μόνον δεν θα εφαίνοντο ανόητοι, ότε η κοινή λεγομένη διάλεκτος ήρχισε να συγχέη τα πραγματικά ιδιώματα και να δανείζεται τα πάντα εκ της αττικής, δηλαδή θα επλάσθησαν περί τα τέλη του τετάρτου π. Χ. αιώνος.

Και ο μεν αποχωρισμός των αττικών τύπων είναι ευκολώτατος• υπάρχει όμως και άλλο μη ιωνικόν στοιχείον της Ομηρικής γλώσσης, πάντοτε αναγνωρισθέν, αλλ’ από των αρχαίων ήδη χρόνων διαφόρως εκτιμώμενον, όπερ φαίνεται ότι ανήκεν εις το σύμπλεγμα των διαλέκτων, των λαλουμένων εν Θεσσαλία, Λέσβω και τη Αιολική παραλία της Ασίας, περιλαμβανομένης και της Τρωάδος. Τύποι, καθώς Ατρείδαο, Μουσάων, κεν αντί αν, πίσυρες αντί τέσσαρες, σύνθετα διά του ερι- , επίθετα εις -εννος και πολλαί ρημάτων εγκλίσεις απεδείχθησαν αιολικαί, επίσης δε και πολλαί λέξεις, ως πολυπάμμονος, Θερσίτης, άμυδις.

Αλλ’ υπάρχει και άλλη πρωιμωτέρα τάξις «νόθων τύπων», ούτ’ αιολικών, ούτε ιωνικών, αλλ’ εξηγουμένων μόνον εκ της αναμείξεως αμφοτέρων. Π. χ. το κεκληγώτες δεν είναι γνήσιον• είναι το αρχικώς αιολικόν κεκλήγοντες συνδυαζόμενον καθόσον επιτρέπει το μέτρον προς το ιωνικόν κεκληγότες. Το ηπύτα κήρυξ είναι το αιολικόν άπυτα, συνδυαζόμενον κατά το μέτρον προς το ιωνικόν ηπύτης. Σπουδαιοτάτη δε πασών είναι η χρήσις του F, δίγαμμα ή βαυ, ήχου παρομοίου προς το αγγλικόν W, όστις ηφανίσθη εκ της ιωνικής και της αττικής διαλέκτου και εν τω μέσω λέξεως (ως εις το αγγλικόν Νorwich, Berwich) και εν τη αρχή (όπως εις το who και το λαγκαστριανόν ‘ooman). Επέζησεν όμως εν ταις δωρικαίς επιγραφαίς, και όπου της Αιολίδος δεν κατίσχυσεν η ιωνική, μέχρι του πέμπτου και ενιαχού του τετάρτου π. Χ. αιώνος• υπό δε των αρχαίων ωνομάζετο «αιολικόν γράμμα». Υπάρχουσι λοιπόν 3354 χωρία των επών, απαιτούντα την αποκατάστασιν του δίγαμμα — , δηλ. οι στίχοι χωλαίνουσιν άνευ αυτού• εξ άλλου υπάρχουσιν 617 χωρία, όπου κατά την αρχαίαν αιολικήν έπρεπε να υπάρχη, αλλά το μέτρον δεν επιτρέπει τούτο. Δηλαδή το μέγα μέρος των επών εφύλαξε την συνήθειαν και την παράδοσιν της αιολικής προφοράς, μικρόν δε μόνον μέρος την ιωνικήν.

Τα γεγονότα ταύτα συνεζητήθησαν σφοδρότατα• αλλ’ ο μόνος τρόπος προς ελάττωσιν της σημασίας αυτών είναι ν’ αποδειχθή ότι πάντα δεν είναι αιολικά λείψανα του εβδόμου αιώνος, αλλά πανάρχαιοι ελληνικοί τύποι ανερχόμενοι εις χρόνους, ότε τα επί της ασιατικής ακτής διεσπαρμένα πολίσματα δεν είχον ακόμη συνενωθή εις κοινά «Ιώνων» και «Αιολέων», αλλ’ η ιστορική αύτη εικασία άγει ημάς εις δυσκολίας.

Αναμφισβήτητον είναι ότι το «αιολικόν» στοιχείον είναι το παλαιότατον• η γλωσσική και η ιστορία τούτο μαρτυρούσι, σπουδαίον δε φαίνεται το περίεργον γεγονός ότι η εις την αιολικήν μετατύπωσις των επών παράγει ομοιοτέλευτα και παρηχήσεις μηνυούσας παναρχαίαν ποίησιν, τόσον πολλάς, ώστε να μη θεωρηθώσιν ως απλαί συμπτώσεις. Κρατεί δε ως γενικός κανών ότι όπου οι αιολικοί και ιωνικοί τύποι είναι μετρικώς αδιάφοροι — όπου δηλαδή ο στίχος ευοδούται κατ’ αμφοτέρους — υπάρχει ο ιωνικός• όπου δε δεν είναι αδιάφορος, τότε επί μεν των παλαιοτέρων του ποιήματος μερών αρμόζει μόνος ο αιολικός, επί δε των μεταγενεστέρων μόνος ο ιωνικός. Όπου δε πάλιν αι δύο διάλεκτοι σημαίνουσι το αυτό πράγμα διά λέξεων όλως διαφόρων, η αιολική λέξις παραμένει καθώς είχε• π. χ. το λαός φυλάττει το α, διότι το ιωνικόν ήτο δήμος. Το δε ιωνικόν νηός (ναός) υπάρχει πανταχού, αλλ’ ακριβώς επειδή οι ναοί είναι μεταγενέστεροι• διότι η παναρχαία λατρεία εγίνετο επί βωμών υπαίθρων.

Αλλ’ υπάρχουσι και πολλαί των κανόνων τούτων εξαιρέσεις. Ο Fick, όστις μετέφρασε πάντα «ταρχαιότερα μέρη» του Ομήρου εις υποτιθέμενον αιολικόν πρωτότυπον, παραλείπων ό,τι δεν δύναται να μετατυπωθή ως μεταγενέστερον ή νόθον, ηναγκάσθη να φανή ανακόλουθος προς την μέθοδόν του• π. χ. οσάκις το Fιδέσθαι δεν επιδέχεται δίγαμμα, πότε θεωρεί αυτό μεταγενέστερον και πότε τρέπει εις ικέσθαι. Καθ’ όμοιον τρόπον η συναίρεσις του νικώντες είτ’ εμφαίνει αιολικόν τι νικάντες, είτε είναι πρόδηλος αττικισμός. Οσάκις δ’ έπειτα παρατηρείται ότι πλην των ιωνισμών όσοι μένουσιν αμετακίνητοι, υπάρχουσι και πολλοί αιολισμοί, ουδαμώς χωρούντες εις το μέτρον, δεν πρέπει να συμπεραίνωμεν ότι ο ιωνισμός των επών είναι αποτέλεσμα σκοπίμου εργασίας Ίωνός τινος αοιδού — ο Fick τολμηρώς αποδίδει τούτο εις Κύναιθον τον Χίον — αλλ’ ότι είναι μέρος της βαθμιαίας και μόλις συνειδητής μεταπλάσεως και μετατυπώσεως, εις ήν υπόκειται πάσα παραδιδομένη ποίησις. Η αυτή πορεία διακρίνεται και εις τας ποικίλας διαλεκτικάς παραλλαγάς του Niebelungenlied και του Chanson de Roland. Καλόν δε παράδειγμα παρέχει και η αγγλική Ballad of Sir Degrevant, όπου ο ήρως Agravain έχει D προ του ονόματός του, και πότε μεν ομοιοκαταληκτεί προς το retenaunce ή chaunce, πότε δε προς το recreaunt ή το avaunt. και τούτο διότι κατάγεται εξ αγγλονορμανδικού προτύπου, όπου ο Sieur d’ Agrivauns εσχημάτιζεν αιτιατικήν λήγουσαν εις t, d’ Agrivaunt .

* Κατεβάστε ελεύθερα το βιβλίο: «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» του Gilbert Murray