«Πασχαλινές εθιμοτυπίες» της Κατερίνας Φωτιάδου«Πασχαλινές εθιμοτυπίες»

H ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα, καθορίστηκε από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Βιθυνίας στη Νίκαια, το 325 μ. Χ. Αποφασίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων.

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας την Κυριακή του Πάσχα ψήνουν το αρνί στη σούβλα, μαζί με το κοκορέτσι. Το αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει τον Χριστό που θυσιάστηκε σαν το αρνί για την σωτηρία όλης της ανθρωπότητας.
Το απόγευμα στην Εκκλησία γίνεται ο Εσπερινός της Αγάπης. Οι Χριστιανοί ανταλλάσσουν αδελφικό ασπασμό διαβάζοντας το Ευαγγέλιο σε διάφορες σε διάφορες γλώσσες. Από την Κυριακή του Πάσχα και για 40 ημέρες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και απαντώντας «Αληθώς Ανέστη».

Καθαγιασμός αμνού του Πάσχα

Την Κυριακή του Πάσχα εκτός απ’ τα αυγά σε μερικά μέρη καθαγιάζεται και ο Αμνός του Πάσχα και διανέμεται στους εκκλησιαζόμενους από τον παπά. Αυτοί φέρνουν τη μερίδα τους στο σπίτι τους και όλα τα μέλη της οικογένειάς τους παίρνουν από το αγιασθέν κρέας. Αυτό είναι «το καταβόλι» των Κερκυραίων.
ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
Μετά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου και τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής του Πάσχα οι πιστοί κατά παλιά συνήθεια, μόλις επιστρέψουν από την Εκκλησία, παρακάθονται σε πρόγευμα και γεύονται κάποια πατροπαράδοτα φαγητά: μαγειρίτσα και σαλάτα με σαρδέλες ή ψητό της κατσαρόλας σε πολλά μέρη, τυρόπιτα και γαλατόπιτα στην Ήπειρο κ.α..

Σαν πρώτο όμως φαγητό τρώνε παντού κόκκινο αυγό, σύμφωνα με το τάμα που έκαναν το βράδυ της Αποκριάς: «με τ’ αυγό να τα’ ανοίξω!».
Είναι κοινή συνήθεια να τσουγκρίζουν τα αυγά, δηλ. να κτυπά ο ένας τ’ αυγό του άλλου, μύτη με μύτη κ.λπ. Τότε παίρνουν από το εικονοστάσι το κόκκινο αυγό του περασμένου χρόνου και τοποθετούν ένα καινούργιο.
Στη Σινώπη «άμα τελείωνε η Ανάσταση, πήγαιναν σπίτι, έπαιρναν από το εικονοστάσι το κόκκινο αυγό του περασμένου χρόνου, κάθονταν στο τραπέζι, πάστρευαν το παλιό αυγό κι έτρωγε ο καθένας λίγο για χάρη τον Χριστού. Κατόπιν έπαιρναν τα καινούργια, τα αυγά του Καλού Λόγου και έλεγαν το Χριστός Ανέστη (=τσουγκρίζανε) και τα έτρωγαν. Ένα από τα καινούργια αυγά του Καλού Λόγου έβαζαν πάλι στο εικονοστάσι».
Σε μερικούς τόπους το τραπέζι δεν το σηκώνουν επί τρεις ημέρες, τα δε ψίχουλα τα ρίχνουν στ’ αμπέλια, για να μεταδοθεί σ’ αυτά η αφθονία.
Αλλά το κύριο φαγητό του Πασχαλινού τραπεζιού είναι το αρνί, το οποίο ψήνουν στη σούβλα ή γεμιστό με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες στο φούρνο.
Σε πολλά μέρη το πασχαλινό αρνί αγιάζει ο παπάς, ο οποίος περιέρχεται από σπίτι σε σπίτι. Π.χ. «Κάθε Ροδίτης, φτωχός ή πλούσιος, το θεωρεί καλό στο σπιτικό του να σφάξει τη Λαμπρή ένα ρίφι η αρνί, που το λένε πασκάτη ή λαμπριώτη. Το παραγεμίζουν με χοντρό σιτάρι αλεσμένο στο χερόμυλο) και βάλλοντάς το σε μια λεκάνη το ψήνουν στο φούρνο. Μετά την απόλυση, στην πρώτη Ανάσταση ο παπάς του χωριού γυρίζει όλους τους φούρνους ευλογώντας όλες τις λεκάνες με την σχετική ευχή του ευχολογίου, παίρνει τον κόπο του, (ένα κομμάτι ψημένο κρέας και λίγη γέμιση)».

Ο χορός του Πάσχα, ο οποίος γίνεται μετά την απόλυση στον αυλόγυρο της Εκκλησίας ενέχει πολλή ιεροπρέπεια με τον ιερέα προεξάρχοντα του χορού και τους ενορίτες ακολουθώντας κατά ηλικία και τραγουδώντας ειδικά με την περίσταση τραγούδια.
Π.χ. Στη Σκυλόγιαννη της Εύβοιας «χορεύουν γύρω από την εκκλησία, τραγουδώντας:
Σήμερα Χριστός Ανέστη / και στους ουρανούς ευρέθη,
σήμερα τα παλληκάρια / στέκονται σαν τα βλαστάρια κ.τ.λ.
Στην Αργιθέα Αγράφων «Φυσικά το χορό θα σύρουν οι γεροντότεροι και συχνά γίνεται χωριστός αντρίκειος και χωριστός γυναικείος χορός…».
Στην Αμυγδαλιά Δωρίδας «Όταν βγαίνουν στο προαύλιο της Εκκλησίας… πιάνονται σε χορό οι άντρες μόνο και προπαντός οι πιο σεβάσμιοι. Το χορό παλιά ξεκινούσε πρώτα ο παπάς τραγουδώντας το τραγούδι «Σαράντα δυο Τουρκόπουλα…» και φέρνουν γύρω την εκκλησία τρεις φορές και μετά ξεκινούν χορεύοντας και κατεβαίνουν στην πλατεία».
Στην Αίγινα ο χορός ήταν κλειστός χωρίς χορηγό (πρωτοχορευτή), ο δε κύκλος του γινόταν τόσο μεγάλος, ώστε ο ναός, ο οποίος δεν είναι και πολύ μεγάλος, βρισκόταν στο κέντρο του κύκλου… Όταν δε επρόκειτο ν’ αρχίσουν τον χορό, ο εκεί παραβρισκόμενος παπάς έβγαινε από την θύρα του ναού κι έψαλλε το «Χριστός Ανέστη». Μετά κάποιος τραγουδιστής άρχιζε να τραγουδάει ένα απ’ τα τραγούδι της γιορτής, οι δε χορευτές χόρευαν σύμφωνα με το τραγούδι.
Στην Κέρκυρα, στο χωριό Επίσκεψη, απαντάται ο χορός των Παπάδων. Το χορό τους συνοδεύουν με φωνητικό τραγούδι, ενώ πιο παλιά συμμετείχε και τσαμπούνα.

Στον Έμπονα της Ρόδου, γίνεται χαρακτηριστικό πασχαλινό πανηγύρι όπου οι Εμπονιότισσες με τις βαριές πολύχρωμες δωδεκανησιακές φορεσιές τους, χορεύουν χαρακτηριστικούς παραδοσιακούς χορούς και χτυπάνε με τις μπότες τους τη γη σαν να δηλώνουν σταθερά την παρουσία τους.
Στην Κύθνο το Πάσχα γίνεται μεγάλο λαϊκό γλέντι και συνήθως γάμοι με παλαιά γραφικότητα. Ακολουθεί γεύμα οπού σερβίρονται τα «αληφόνια», άγρια πικροράδικα και τα περίφημα θερμιώτικα «τσιμπητά» μαζί με φρέσκια μυζήθρα.
«Τρεις νύφες θα χορέψουνε κι οι τρεις στο πανηγύρι χώρια θα πιάσει η κάθε μια και το χορό θα σύρει Αρχίνησε τραγουδιστή και το λαγούτο παίξε και χώρια τα παινέματα της κάθε νύφης πλέξε».
Στο Καστελλόριζο ο χορός των κοριτσιών που στήνεται στον αυλόγυρο του Μητροπολιτικού ναού το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, είναι από τα γραφικότερα λαμπριάτικα έθιμα. Για τις περιορισμένες κοπέλες του νησιού είναι ένα από τα κυριότερα γεγονότα της ζωής τους. Είναι η μόνη περίπτωση να δουν και να τις δουν τα παλικάρια του νησιού.

«ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΪΑ»
Την Κυριακή του Πάσχα, μία μέρα που τόσο φανερά εκδηλώνεται η χριστιανική αγάπη, συνήθιζαν άλλοτε να συνάπτουν και την σχέση της αδελφοποιΐας, η οποία ανυψώνει τη φιλία σε δεσμό αδελφικής αγάπης. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι η πράξη αυτή ελάμβανε την μορφή πραγματικής ιεροτελεστίας. Όπως αναφέρουν παλαιοί Αθηναιοδίφες, στην Αθήνα (άλλοτε) στον Εσπερινό της Λαμπρής γινόντουσαν οι αδερφοποιτοί. Έπρεπε να έχουν κι ένα κορίτσι μαζί τους. Ο παπάς, αφού τους διάβαζε, τους όρκιζε στο Ευαγγέλιο, τους περίζωναν μ’ ένα μακρύ κόκκινο ζωνάρι και τους τράβαγαν προς το ιερό. Ύστερα, φιλούσαν ο ένας τον άλλον, φιλούσαν και τον παπά στο χέρι και γίνονταν αδερφοποιτοί». Το κορίτσι απ’ τη στιγμήν αυτή το είχαν σαν αδελφή (σταυραδερφή). Αλλού οι αδερφοποιτοί σταύρωναν τα αίματά τους, δηλ. άνοιγαν τις φλέβες τους και αναμείγνυαν το αίμα τους.
ΟΙ ΚΟΥΝΙΕΣ
Οι κούνιες, τις οποίες κρεμούν από τα δένδρα, αποτελούν αρχαίο έθιμο που γίνεται κάθε Κυριακή του Πάσχα και θυμίζουν την «αιώρα» των Αθηναίων παρθένων κατά τα Ανθεστήρια, μια από τις λαϊκότερες γιορτές, η οποία γιορταζόταν στις αρχές της άνοιξης.
Με τις κούνιες συντραγουδιούνται
Στον Αίνο «το Πάσχα, οι χωρικοί κουνιούνται στην κούνια, για να κάνουν πολύ σουσάμι».
Στη Βιζύη «η κούνια πρέπει να γίνει στο χλωρό, στο δένδρο που θα βλαστήσει κι όχι στο ξερό». Δεν πρόκειται λοιπόν για απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία των χωρικών, αλλά για συνήθεια όχι σπάνια στις αγροτικές γιορτές, η οποία αρχικά είχε πιθανώς μαγικό χαρακτήρα, που αποσκοπούσε στην επίτευξη. Κουνιούνται, ενώ τραγουδούν τραγούδια της κούνιας. Π.χ.: Κουνήσετε τις έμορφες, κουνήσετε τις άσπρες, κουνήσετε τις λεμονιές, πού ‘ναι ανθούς γεμάτες».
Στη Σάμο το Πάσχα καίνε τον «τσιφούτη» (Ιούδα) και ακολουθεί λαϊκό τοπικό γλέντι. Οι νέοι φτιάχνουν κούνιες στα δέντρα και κουνούν τις κοπέλες, συνοδεία παλαιών τοπικών τραγουδιών.

Πηγές

-Πάπυρους Λαρους Μπρυτάνικα

-12 Μήνες τα Λαογραφικά της Άλκης Νέστορος-Κυριακίδου