«Η Μεγάλη Εβδομάδα των παιδικών μου χρόνων» της Γιώτας Ιωακειμίδου«Η Μεγάλη Εβδομάδα των παιδικών μου χρόνων»

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 

Η Μεγάλη εβδομάδα των παιδικών μου χρόνων διατρέχει ακόμα τη ζωή μου, τότε που με τις κοντές φουστίτσες με τα βιβλιαράκια στο χέρι γυρίζαμε τις γειτονιές του χωριό μου να κάνουμε πρόβες «στην ζωή εν τάφω» . Η προετοιμασία των ανθρώπων τότε ήταν και εξωτερική, αλλά και εσωτερική. Ξημερώνοντας η Μ. Δευτέρα, η μάνα μου μη γιαγιά μου ,η θεία η Πολυξένη, συναγωνίζονταν η μια την άλλη στο βάψιμο των τοίχων, των δέντρων, των μαντριών. Τα απογεύματα πάντα στην μικρή εκκλησία του χωριού παρακολουθούσαμε με κατάνυξη τέτοια που από τότε δεν ξανάνιωσα, τα 12 ευαγγέλια, όπως έλεγε η γιαγιά μου… Θυμάμαι τη γιαγιά μου και τη θεία μου που έστελναν εμένα και την ξαδέλφη την Κωνσταντίνα σε απόμακρες γειτονιές να πάμε αυγά, γιαούρτι, βούτυρο, τυρί στους «μη έχοντες»… Βέβαια νωρίτερα η γιαγιά είχε φροντίσει να εξομολογηθεί, να ζητήσει συγχώρεση από τις γειτόνισσες με τις οποίες μάλωνε συχνά «για τα παλούκια του κήπου». 10χρονη εγώ, πάντα παρούσα, έβλεπα την γιαγιά να φιλάει το χέρι της θείας μου Σωτηρίας και να ζητεί συγχώρεση» αγνοί άνθρωποι, απλοϊκοί, ίσως ευτυχισμένοι.

Η κατάνυξη διαπερνούσε το είναι μας, ειδικά την ημέρα της κορύφωσης «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» νιώθαμε να εξανθρωπίζουμε τον Χριστό, ήταν δικός μας , συμπαραστάτης της φτώχειας μας , γιατί στο χωριό μου οι άντρες ήταν μετανάστες και πίσω ήταν συνήθως οι γιαγιάδες με τα εγγόνια, αυτός ο Xριστός ο πάσχων ήταν σίγουρα δικός μας, τον νιώθαμε, ήταν ο πατέρας μας που έλειπε χρόνια στην Γερμανία, ο προστάτης που δεν είχαμε, ήταν όλα. Θρηνούσαμε αυτή τη μέρα ο καθένας τον δικό του εσταυρωμένο, εγώ τον πάτερα μου που έφυγε στην Γερμανία κυνηγημένος αριστερός , η μάνα μου τον άντρα της που είχε να τον δει χρόνια, η γιαγιά μου την ζωή της που έχασε στην Τουρκία… όλοι σπαράζαμε και βίωναν τον πόνο… Την ίδια μέρα πηγαίναμε να μαζέψουμε βρύα να βάψουμε αυγά, η μάνα μου έφτιανε τσουρέκια, ζύμωνε ψωμί και περίμεναν δίπλα της να περισσέψει λίγο ζυμάρι να φτιάξει «κιομπέδες» ένα είδος ποντιακής κρέπας, αλλά λογω νηστείας δεν έβαζε μέσα τυρί , αλλά ζάχαρη ή μέλι.

Το Μ. Σάββατο όλα ήταν αλλιώτικα, ήμουνα πολύ χαρούμενη, εκείνο το Πάσχα είχα αποκτήσει ένα κατακόκκινο βελούδινο φόρεμα, θα το φορούσα το βράδυ της Ανάστασης και κόκκινα παπούτσια τα λουστρίν, βέβαια έκλαψα πολύ να τα αποκτήσω , όταν η μάνα μου με πήγε στο διπλανό χωριό με το παζάρι δεν φανταζόταν την δεινή θέση που την έφερνα κλαίγοντας γοερά για κείνο το κόκκινο φόρεμα. Εκείνο το κόκκινο φόρεμα μαζί με τα κατακόκκινα μάγουλά μου ήταν το δικό Πάσχα το πιο όμορφο στο ορεινό χωριό μου.