«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω: Ο Πάνος» της Γιώτας Τσαρμποπούλου «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω: Ο Πάνος»

(απόσπασμα από το βιβλίο «η λυκειάρχης»)

Της Γιώτας Τσαρμποπούλου

Ο Πάνος χτυπούσε το κεφάλι του πάνω σε ένα μεγάλο κάδρο στην είσοδο του σχολείου, ώσπου έσπασε το γυαλί του κάδρου σε μικρά κομματάκια και γέμισε αίματα ο διάδρομος! Έτρεξε η Μαρία, η σχολική φύλακας, που είδε τη σκηνή: «Ελάτε, ελάτε αμέσως, ένας μαθητής χτυπάει το κεφάλι του στο κάδρο, έσπασε το τζάμι, αίματα, γέμισε αίματα το δάπεδο!», φώναξε. Πήρα μαζί μου δυο άντρες καθηγητές και κατέβηκα στην είσοδο. Ένας μαθητής της Α΄ Λυκείου, γεμάτος αίματα έτριβε το μέτωπό του στον τοίχο και… παραμιλούσε! «Πώς λέγεσαι παιδί μου; Σε ποιο τμήμα ανήκεις;» ρώτησαν οι συνάδελφοι. «Πάνο με λένε, … στο Α5…»,απάντησε, χωρίς να γυρίσει. Τα αίματα έτρεχαν στο πρόσωπό του. «Πάνο, έλα αγόρι μου, έλα, δε χρειάζεται να πονάς άλλο, έλα να πλύνουμε το πρόσωπό σου.» Ο Πάνος δεν άκουγε! «Να σε βοηθήσουμε θέλουμε Πάνο, έλα παλικάρι μου!» Με κόπο καταφέραμε να τον πάρουμε, με κόπο να του πλύνουμε τα αίματα, με κόπο να του πάρουμε μια …λέξη! Πέτρα η ψυχή του Πάνου! Πόνος, χωρίς δάκρυ! Βλέμμα που δεν έβλεπε, κορμί που δεν αισθανόταν! «Να έρθει ο υπεύθυνος του Α5, ίσως ξέρει περισσότερα πράγματα για το παιδί», είπα. Κοίταξα προσεκτικά την καρτέλα του. Ορφανός από μητέρα…, πατέρας άνεργος. Μπήκε μέσα η Μαρίνα, η χημικός. «Είμαι υπεύθυνη στο Α5, άφησε Σεμέλη, θα σου μιλήσω εγώ.» είπε και μου έκανε νόημα. Βγήκαμε μαζί στο διάδρομο. Ο Πάνος έμεινε με τους δυο καθηγητές στο γραφείο μου. «Παιδί ναρκομανών, από ευκατάστατη οικογένεια, έμπλεξαν, τα… έφαγαν όλα στα ναρκωτικά! Γέννησαν δυο παιδιά, τον Πάνο και ένα κορίτσι. Η μάνα μπήκε φυλακή, τα παιδιά έμειναν με τη γιαγιά και το ναρκομανή πατέρα. Όταν η μάνα αποφυλακίστηκε, την άλλη μέρα πέθανε από νοθευμένη ηρωίνη! Τη σκότωσαν μάλλον. Το κορίτσι το υιοθέτησαν δυο καλοί άνθρωποι και γλίτωσε, μα το αγόρι έμεινε με τη γιαγιά… κατάκοιτη και τον πατέρα, ένα… φάντασμα σωστό!»

Το στομάχι μου, πονούσε πολύ το στομάχι μου…! Ήθελα να καθίσω…! Πόση δυστυχία ακόμα, πόσο να αντέξουν τα μάτια ενός παιδιού; Πήρα το συμβουλευτικό σταθμό Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Έθεσα το θέμα του παιδιού: : «Πρέπει να βρεθεί ίδρυμα, να φύγει από το σπίτι!» «Θα το ψάξουμε, θα σας απαντήσουμε!», μου υποσχέθηκαν. Το έψαξαν, το ξανάψαξαν, κανείς δεν ήθελε να πάρει ένα παιδί σ’ αυτή την ηλικία με τέτοια προβλήματα. Ζήτησα μια κοινή συνάντηση, μου έδωσαν ραντεβού. Η παιδοψυχίατρος, οι ψυχολόγοι του συμβουλευτικού σταθμού, η κοινωνική λειτουργός που μπήκε στο σπίτι και διαπίστωσε την άθλια κατάσταση της οικογένειας, η Μαρία, εξαιρετική φιλόλογος του σχολείου μας κι εγώ. Όλοι μιλούσαν για… διαπιστώσεις, όχι για λύσεις!

«Δεν μπορεί, βρε παιδιά, ένα ορφανοτροφείο, ένα «παιδικό χωριό SOS», «το χαμόγελο του παιδιού», κάποιος από την εκκλησία, ένα ίδρυμα για άμοιρα παιδιά…, το Άγιο Όρος να του μάθουν μια τέχνη, κάποιος τέλος πάντων! Πού είναι η πολιτεία, τώρα τη χρειαζόμαστε!», είπα απελπισμένη. «Τα ορφανοτροφεία μας απάντησαν πως δε δέχονται παιδιά με παραβατική συμπεριφορά, γιατί παρασύρουν και τ’ άλλα και θα αναγκαστούν να το… διώξουν! Τα παιδικά χωριά δεν παίρνουν τόσο μεγάλα παιδιά, μόνο μικρά! Το «χαμόγελο του παιδιού» έχει μεγάλη αναμονή, γιατί είναι πολλά τα παιδιά σε τέτοια κατάσταση, η εκκλησία δεν έχει αντίστοιχο ίδρυμα, μόνο γηροκομεία…!», είπαν.

«Δεν μπορεί! Όχι, δεν μπορεί! Κανείς… λεβέντης βουλευτής, δεν είδε, δεν άκουσε ποτέ, για τα δύστυχα παιδιά, που γυρίζουν στους δρόμους μόνα, άθλια, βορά των εμπόρων ναρκωτικών, που σε πρώιμη ηλικία θα τα μετατρέψουν σε βαποράκια, έναντι… πινακίου φακής;»

«Κανένα πολιτικό κόμμα δεν πρότεινε στη Βουλή των Ελλήνων να κάνουμε όλοι μαζί, ένα σωστό ίδρυμα για τα δυστυχισμένα παιδιά, με άδειο βλέμμα και διαλυμένη ψυχή; Πριν τα κλείσουμε στις… φυλακές ανηλίκων; Πριν χαθούν στα πορνεία ή στην αγορά του μαύρου θανάτου; Κανένα κόμμα δεν ανέλαβε την ευθύνη να μιλήσει γι αυτά τα παιδιά στη βουλή και να παλέψει μέχρι τέλους, για την αποκατάστασή τους;»

Ο Πάνος δεν βρήκε στέγη, ούτε τροφή, όσο κι αν ψάξαμε! Κανένας ειδικός, που… πληρώνεται γι αυτό, δε βρήκε λύση! Ο Πάνος διέκοψε το σχολείο, χωρίς κανένας νόμος να μπορέσει να το αποτρέψει! Μια θεία του, σε κάποιο χωριό, προθυμοποιήθηκε να τον αναλάβει, μα…, δεν είχε ούτε τη γνώση, ούτε τη δυνατότητα να κρατήσει ένα τέτοιο παιδί! Έτσι, ο Πάνος τριγυρνάει πάλι στην πόλη, βγαίνει τις νύχτες σαν… φάντασμα, και κουβαλώντας όλες τις… πληγές του, κλέβει για να ζήσει! Ώσπου, κάποιος «νομοταγής πολίτης», θα τον στείλει στη… φυλακή! Ένα ακόμα παιδί, δίχως χθες, δίχως σήμερα και δίχως αύριο! Η ευθύνη είναι όλη δική μας! Ανήκει σε όλους μας!