Συνέντευξη του Γιάννη Μποσταντζόγλου στον Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

Γιάννη, σε καλωσορίζω στο schooltime.gr. Ας ξεκινήσουμε με τα επαγγελματικά σου. Τι κάνεις αυτή την εποχή;

Αυτόν τον καιρό παίζω στο «φίλο μου το Λευτεράκη» στη Θεσσαλονίκη, στο «Αριστοτέλειον». Παράλληλα, σκηνοθετώ τη «Δεσποινίς Μαργαρίτα», ένα έργο του Ατάυντε που έχει παίξει παλιά με μεγάλη επιτυχία και υποκριτική δεινότητα η Έλλη Λαμπέτη. Δεν σημαίνει ότι θα κάνουμε το ίδιο, αλλά το έχουμε προσεγγίσει με αγάπη και τέτοιο τρόπο ώστε νομίζουμε πως πλησιάζει πολύ τη σημερινή κατάσταση… Τις προσεχείς μέρες το έργο θα ανεβεί στη Θεσσαλονίκη στο θέατρο «Αθήναιον» για δύο τριήμερα, στις 13-14-15 και 20-21-22 Μαρτίου.

Ποια είναι τα σχέδιά σου για το καλοκαίρι;

Το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσω τη «Μαρία την Πενταγιώτισσα», Μποστ. Ένα έργο του πατέρα μου. Θα παίξω ο ίδιος και πολλοί άλλοι καλοί φίλοι και συνάδελφοι.

Μποστ! Ένα όνομα που -χωρίς υπερβολή- σε πολλούς φέρνει δέος, σε κάποιους όμως μπορεί να είναι άγνωστος ή ορισμένοι να τον θυμούνται λ.χ. για κάποια ανορθόγραφα κείμενα…

Να το τοποθετήσω κάπως αλλιώς; Ως γιος του, ένας εκ των δύο, μάλλον θα ήθελα να τον θυμούνται σαν καινοτόμο άνθρωπο, ειρηνόφιλο και «εν κατακλείδι» καλό καλλιτέχνη, όσον αφορά αυτά με τα οποία είχε ασχοληθεί. Ήταν πολυσχιδής και έκανε διάφοραδεν ήταν μόνο η ενασχόλησή του με τη γελοιογραφία. Παράλληλα, έκανε σκηνογραφίες, έγραφε τραγούδια, θεατρικά έργα, ζωγράφιζε… Ήταν μιας άλλης εποχής καλλιτέχνης.

Για να κλείσουμε το θέμα «Μποστ», αν και θα μπορούσαμε να μιλάμε γι’ αυτόν τον άνθρωπο ώρες ή μέρες… Τα παιδιά του, πέρα από σένα και τον Κώστα, ήταν επίσης ο «Πειναλέων» και η «Ανεργίτσα». Πιστεύεις ότι είναι παιδιά που υπάρχουν και σήμερα; 

 Σίγουρα υπάρχουν! Το λένε και τα ονόματα: «Πειναλέων», ο πεινών και «Ανεργίτσα», που σ’ αυτόν τον τομέα έχουμε σπάσει κάθε παγκόσμιο ρεκόρ. Εδώ μας έφεραν, ως τώρα, οι «υψιπετείς» μας κυβερνήσεις τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Σίγουρα φταίνε οι «υψιπετείς» κυβερνήσεις… οι «υψιπετείς» πολίτες όμως που ψήφισαν αυτές τις κυβερνήσεις; Εσείς ως πολίτες και καλλιτέχνες νιώθετε ότι έχετε κάποια ευθύνη ή μένετε στο: «εμείς τα είπαμε αλλά δεν μας ακούσατε»;

Εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε ένα μερίδιο της ευθύνης, όπως και κάθε πολίτης, αλλά όταν η αρχή σου, η ηγεσία σου δεν βάζει τις προϋποθέσεις και δεν τιμάει τους θεσμούς, τι θες να κάνει ο «υπήκοος», ο πολίτης; Δηλαδή, όταν ξέρεις ότι επιβιώνεις με το ρουσφέτι, με την κλεψιά, με το «ρουφιανιλίκι», κι αυτό γίνεται επί μισόν αιώνα, είναι σαφές ότι ο κόσμος θ’ ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο –άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο- για να επιβιώσει, όταν αυτές είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες του συστήματος. Πρέπει να υπάρξεις μέσα σε ένα τέτοιο «γίγνεσθαι»! Άλλος έχει πολλές αντιστάσεις, άλλος μερικές, άλλος καθόλου … οπότε «προσχωρεί» κατά ένα αναλογούν ποσοστό. Δεν λέω ότι είναι σωστό, αλλά επί παραδείγματι το κράτος δε θέλει να έχουμε παιδεία, κουλτούρα. Πώς αυτός ο πολίτης που έχει μάθει σε άλλες διεξόδους και τακτικές θα ψηφίσει σωστά; Άγεται και φέρεται όπως απ’ το μπαϊράκι του ΠΑΟΚ του Παναθηναϊκού κ.τ.λ., «χουλιγκανίζουμε» δηλαδή, δεν είμαστε ενσυνείδητοι πολίτες. Γι’ αυτό όμως φταίνε οι κυβερνήσεις -όχι οι πολίτες- και το κάνουν επίτηδες, αφήνοντάς σε απολίτιστο, απαίδευτο.

Είπες τις λέξεις «χουλιγκανισμός» και «απαίδευτος». Βλέπουμε τελευταία διάφορα μορφώματα που παραπέμπουν σε φοβερές εποχές για το λαό: ναζιστικές συμμορίες κ.τ.λ. Κατά πόσο αυτοί οι άνθρωποι που τους ακολουθούν είναι συνειδητοποιημένοι ή «χούλιγκανς»; Πιστεύεις ότι όντως καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που υποστηρίζουν ή απλά σηκώνουν το χέρι ψηλά, όπως θα το σήκωναν στο γκολ του Κατσουράνη ή του Μήτρογλου;

Νομίζω ότι ένα μέρος αυτών! Θέλω να πιστεύω ότι είναι το μισό τοις εκατό τουλάχιστον. Δηλαδή, αν υπάρχουν ένα εκατομμύριο «φασίζοντες» – «χρυσαυγιτίζοντες» , οι πεντακόσιες χιλιάδες είναι απλώς εξοργισμένοι κι από οργή και θυμό ρέπουν προς τα εκεί. Οι άλλοι μισοί όμως είμαι πάλι πεπεισμένος ότι είναι κατάλοιπα μιας «συντηρητικίλας», μιας παθογένειας ελληνικής, ενός «ρουφιανισμού» που τον φέρνουμε στο DNA μας, δυστυχώς… κι ας λένε ότι θέλουν οι άλλοι. Δεν είμαστε καθαροί πολλές φορές οι Έλληνες! Κάποτε γινόμαστε χειρότεροι των χειροτέρων και κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί την ενοχή και τις δικαιολογίες μας. Αλλά είναι σαφές ότι στα δέκα εκατομμύρια Έλληνες , οι πεντακόσιες χιλιάδες είναι αυτοί που θα γινόταν ανετότατα δοσίλογοι, καταδότες, προδότες και όλα τ’ άλλα. Αυτοί είναι που μας παιδεύουν και πάνε πίσω τα υπόλοιπα ενιάμισι  εκατομμύρια των Ελλήνων.

Είσαι στο θέατρο και την τηλεόραση πάρα πολλά χρόνια, 42 περίπου! Έχεις δει και ακούσει πολλά, έπαιξες σε «ποιοτικά», σε «δεύτερα», έχεις κυνηγήσει το μεροκάματο, την αναγνώριση και, εύλογα, ως επαγγελματίας, ένα αξιοπρεπές εισόδημα. Είναι κάποια πράγματα που θα ήθελες να τα ξανακάνεις; Μια ταινία, ένα σήριαλ ή κάποιο θεατρικό;

Σίγουρα! Αν έχω κάνει όμως, ας πούμε, εκατό πράγματα στην καριέρα μου, τα δέκα είναι αυτά που μου είναι αρεστά και που θα τα ξανάκανα, τα ενενήντα όχι. Ήταν πράγματα που έκανα για βιοπορισμό, φροντίζοντας να τα κάνω αξιοπρεπώς, αλλά δεν είχαν βλέψεις σαν καλλιτεχνικά έργα, υψηλές προσδοκίες και στόχους. Δεν είμαι βέβαια αχάριστος, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα.

Ο Μάνος Κατράκης στα γυρίσματα της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» πέθανε από πνευμονία για να βγει σωστά η σκηνή. Ο ίδιος έπαιξε τον καταδότη, συμμετείχε σε έργα του Φώσκολου σε ταινίες «δεύτερες», «τρίτες» κ.τ.λ. Ο ηθοποιός «χάνει» αν παίξει σε κάτι «δεύτερο» ή η παρουσία του ανεβάζει το έργο ποιοτικά;

Είναι σαν να «ευλογούμε τα γένια μας» όταν λέμε ότι συμμετέχουμε σε κάτι «δεύτερο», «τρίτο» κι εμείς το αναγάγουμε σε «πρώτο» και σε καλλιτέχνημα υψηλού επιπέδου. Δεν γίνεται! Απλά, θέλουμε να είμαστε υπεύθυνοι και αξιοπρεπείς σ’ αυτό που κάνουμε. Δεν έχουμε όλοι ένα μεγάλο ταλέντο για να το κάνουμε αυτό. Μπορεί να το κάνει λ.χ. ο Όρσον Ουέλες, ο Μάρλον Μπράντο, ο Κατράκης, η Παξινού και πέντε – δέκα τέτοια ονόματα. Εμείς είμαστε πολύ πιο κάτω…

Τι είναι το ταλέντο στο θέατρο, πως το οριοθετείς;

Δεν μπορείς να το οριοθετήσεις. Δε διδάσκεται, δε μαθαίνεται σε καμιά σχολή. Εκεί πας για επιμόρφωση, να μάθεις κάποιους κώδικες θεατρικούς. Το ταλέντο είναι ένα «θείο» χάρισμα. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πάει σε σχολή αλλά τραγουδούν υπέροχα ή μπορεί να πάει κάποιος σε μια καλή σχολή αλλά να μην έχει τη ζεστασιά, το πλησίασμα στον κόσμο… να μην τον νιώθει ο άλλος για δικό του, να είναι λίγο «παγωτό»… πρέπει να εκπέμπεις κι εσύ ζεστασιά σαν άνθρωπος.

Δηλαδή, το πλησίασμα στον κόσμο σε βοηθάει, σου δίνει κίνητρο να γίνεις καλύτερος καλλιτέχνης, ηθοποιός ή οτιδήποτε άλλο;

Αυτό ή το έχεις ή δεν το έχεις. Βέβαια, με την εμπειρία, με τα χρόνια που περνάνε μαθαίνεις κι εσύ να προσαρμόζεσαι.

Η καταγωγή του Γιάννη Μποσταντζόγλου; 

Από την Πόλη, τη «μακρυνοτάτη» όμως, γιατί έχω πάει μόνο μία φορά στην Κωνσταντινούπολη και γοητεύτηκα από την ατμόσφαιρα. Η καταγωγή του μπαμπά μου, αν και γεννήθηκε στην πόλη, ήταν από πολύ πιο μακριά, την Αμάσεια, στα βάθη της Ανατολής. Δεν έχω πάει εκεί αλλά το έχω τάμα να πάω. Είναι μια ωραιότατη πόλη, απ’ ό,τι έχω δει σε καρτ ποστάλ.

Αυτή η καταγωγή επηρέασε τη διάπλασή σου, ως χαρακτήρα;

 Ενσυνείδητα δεν μπορώ να το πω. Όλο αυτό περνάει σαν υδράργυρος μέσα μας και υπάρχει ή δεν υπάρχει. Τώρα, σε τι βαθμό υπάρχει σε μένα, δεν το γνωρίζω. Οι δικοί μου δεν μου έκαναν κάποιου είδους μαθήματα. Είναι όμως σαν να βρίσκεται στο DNA μας! Όταν πήγα στην Κωνσταντινούπολη, ένιωσα πολύ ζεστά, δεν ένιωσα ξένα, δεν ένιωσα εχθρικά με κανέναν… ενσωματώθηκα πολύ εύκολα.

Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για την ενδιαφέρουσα συζήτησή μας και να κλείσουμε ζητώντας την άποψή σου για ένα θέμα που απασχολεί πολλούς. Η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια «κόψη», έτοιμη να πάρει μια «στροφή» ακόμη. Η αριστερά, όπως τη βλέπουμε σήμερα, είναι ελπίδα της;

Νομίζω, επειδή είμαι ιδεολογικά κοντά τους κι επειδή δεν έχει δοκιμαστεί, ότι είναι μια ελπίδα. Τώρα, το τι θα παραλάβει, το τι θα καταφέρει, το τι θα καταδείξει όλο αυτό το, ας το πούμε, «καλαμπούρι», το φοβάμαι πολύ. Ευελπιστώ και θέλω –μακάρι να έβγαινε μια αριστερή δύναμη και να μας έφτιαχνε τα «ασυμμάζευτα» που έχουμε- αλλά το θεωρώ αφάνταστα δύσκολο, πραγματικά… Δεν είμαι απαισιόδοξος, πραγματιστής είμαι! Βλέπω την κατάσταση και λέω: «κι εγώ να ‘μουνα, που θέλω ν’ αλλάξω πέντε πράγματα, θα μπορούσα»; Τα συμφέροντα, οι υποχρεώσεις, οι ηθικές δεσμεύσεις, οι δεσμεύσεις άλλου είδους, τα μνημόνια… Πες ότι προσπαθούσα να κάνω κάτι, ότι ήμουν Πρωθυπουργός! Θα μου λέγανε: πρόπερσι είχατε υπογράψει κάτι άλλο… ο κύριος Σαμαράς, ο κύριος Βενιζέλος, ο κύριος Σταϊκούρας, ο κύριος Στουρνάρας και πάει λέγοντας… Οπότε, είσαι ανίσχυρος! Δεν είναι και τόσο εύκολα, ούτε και θέλουν οι ξένοι να περάσει το δικό σου και όχι το δικό τους…

___________________________________________

Δείτε ακόμα: «Η Δεσποινίς Μαργαρίτα» στο θέατρο Αθήναιον στη Θεσσαλονίκη